Supreme Court allows partial appeal on overwork pay, remands case for retrial and orders costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor dispute judgment regarding overwork compensation. The appellant argued that the lower court ignored evidence of payments exceeding the legal wage, but the court found the appellate court had properly evaluated all submitted documents and witness testimonies. Consequently, the decision was remanded for further examination of the specific overwork claims while the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if new evidence or errors in evaluation exist; the court must remand the case for retrial if the contested portion requires further examination and order the losing party to bear the costs of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1766 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1752/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευστράτιο Δοξάκη και Μαρία Κιοκπάσογλου, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σαρακενίδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 28310/28-12-2018 του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6962/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1627/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. κατάθεσης 3033/291/9.11.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών με αριθ. 1627/30.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν άσκησης της από 25.9.2020 με αριθ.
καταθ. 15373/1713/25.9.2020 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 6962/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την οριστική του απόφαση δικάζοντας τη με αριθ. κατάθ. 28310/22342/28.12.2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και κατά της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής ως προς τα αναφερόμενα στη βάση αυτή αγωγικά κονδύλια, απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα επιδίκασης της προσαύξησης 75% για εργασία της Κυριακές καθό μέρος υπολογίσθηκε με το συμβατικά καταβαλλόμενο μισθό, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσια την από 25.9.2020 έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) διατηρεί ατομική επιχείρηση διεθνών μεταφορών με έδρα το ... Γερμανίας, ενώ το έτος 2008 συνέστησε μαζί με την αδελφή του, Μ.
Α., τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με κύριο αντικείμενο τη διενέργεια μεταφορών στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έδρα στα ..., επί της ..., στην οποία αυτός συμμετείχε ως εταίρος κατά ποσοστό 50% και συνδιαχειριστής μέχρι τον Απρίλιο 2015, οπότε αποχώρησε από τη θέση του διαχειριστή και μεταβίβασε στην αδελφή του 30 από τα 50 εταιρικά μερίδια που κατείχε.
Στη Θεσσαλονίκη, στις 6-1-2012, ο άνω εναγόμενος προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως οδηγό φορτηγού τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), ο οποίος διέθετε την απαιτούμενη επαγγελματική άδεια οδήγησης. Ο ενάγων θα πραγματοποιούσε δρομολόγια από τη Θεσσαλονίκη προς χώρες του εξωτερικού (κυρίως Ισπανία και Αγγλία), παραλαμβάνοντας και παραδίδοντας νωπά και κατεψυγμένα προϊόντα (φρούτα, λαχανικά, κρέατα) και ακολούθως θα επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη.
Η συμφωνηθείσα καθαρή αμοιβή του ήταν 750 ευρώ για κάθε δρομολόγιο προς Ισπανία και 800 ευρώ για κάθε δρομολόγιο προς Αγγλία, πραγματοποιώντας 2-3 δρομολόγια μηνιαίως, αν και οι δηλωθείσες μηνιαίες αποδοχές του ήταν αισθητά χαμηλότερες (1.000 ευρώ μικτά). Τα φορτηγά αυτοκίνητα με τα οποία εκτελούνταν τα δρομολόγια ανήκαν στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου (Σ.
Α.), ο οποίος και έδινε τις σχετικές εντολές στους οδηγούς και ήταν εκείνος που αναγνωριζόταν από τους οδηγούς ως αφεντικό-εργοδότης. Η εναγόμενη εταιρεία, συμφερόντων της οικογένειας Α., καθώς κατά το επίδικο διάστημα δεν διέθετε η ίδια μεταφορικά μέσα (φορτηγά αυτοκίνητα), λειτουργούσε ως διαμεταφορική επιχείρηση, δηλαδή μεσολαβούσε μεταξύ των διαφόρων πελατών και του μεταφορέα για την πραγματοποίηση των μεταφορών και συνεργαζόταν και με άλλους μεταφορείς και όχι μόνο με τον Σ.
Α., χωρίς φυσικά να χρησιμοποιεί τον ενάγοντα ως οδηγό. Ομοίως, ο εναγόμενος "έπαιρνε δουλειές από παντού" και όχι μόνο από την .... Επομένως, παρά το γεγονός ότι ο τόπος εργασίας του ενάγοντος, όπου παραλάμβανε και επέστρεφε το φορτηγό, ταυτιζόταν με την έδρα της εναγόμενης εταιρείας και υπήρχε συνάφεια συμφερόντων και δραστηριοτήτων μεταξύ των εναγόμενων, δεν υπήρχε τέτοια ταύτιση, ώστε να μπορεί να θεωρηθούν και ως συνεργοδότες του ενάγοντος.
Εξάλλου, αν κάποιο πρόσωπο διατηρεί διάφορες συναφείς επιχειρήσεις με διακριτές νομικές προσωπικότητες, τούτο δεν καθιστά τους εργαζόμενους της μιας επιχείρησης αυτομάτως και εργαζόμενους των υπολοίπων. Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων στις προσφυγές του προς στην Επιθεώρηση Εργασίας κατονόμαζε ως εργοδότη του αποκλειστικά τον εναγόμενο, ενώ δεν υπήρχε καμία αναφορά στην εναγόμενη εταιρεία και άρα μόνο ο εναγόμενος είχε την ιδιότητα του εργοδότη του ενάγοντος.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με τον εναγόμενο συνήφθη στη Θεσσαλονίκη, συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι ο ενάγων θα ασφαλίζεται στον ελληνικό ασφαλιστικό φορέα και ο εναγόμενος του χορηγούσε βεβαιώσεις αποδοχών για χρήση στην Ελλάδα. Περαιτέρω, η ... αποτελούσε τον τόπο ανάληψης της εργασίας του ενάγοντος, αλλά και τον τόπο στον οποίο επέστρεφε και ολοκλήρωνε το δρομολόγιό του.
Στη Θεσσαλονίκη ασκούνταν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, όπου και ελάμβανε οδηγίες σχετικά με την εκτέλεση της εργασίας του, ενώ στον ίδιο τόπο βρίσκονταν και τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας του, δηλαδή το φορτηγό που οδηγούσε και με το οποίο εκτελούσε τις μεταφορές των εμπορευμάτων (επί της ...
στα ...) και επομένως η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο κάθε έτους εργαζόταν 63 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ από τον Μάιο έως και Σεπτέμβριο κάθε έτους εργαζόταν 69 ώρες την 1η και 3η εβδομάδα κάθε μήνα και 64 ώρες τη 2η και την 4η εβδομάδα (διαφοροποίηση οφειλόμενη και στις ώρες των ακτοπλοϊκών δρομολογίων), πραγματοποιώντας υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, για τις οποίες δεν αμειβόταν.
Ωστόσο, η ως άνω περιγραφή των ωρών εργασίας ανά ημέρα και εβδομάδα αφορά αποκλειστικά το δρομολόγιο προς Αγγλία, μέσω Ηγουμενίτσας-Ανκόνα και Καλαί-Ντόβερ, και αντίστροφα προς Θεσσαλονίκη. Αντίστοιχα, το δρομολόγιο προς Ισπανία απαιτούσε λιγότερες ώρες οδήγησης, καθώς τα φορτηγά επιβιβάζονταν ξανά σε πλοίο στο λιμάνι της Τσιβιταβέκια Ιταλίας με προορισμό τη Βαρκελώνη Ισπανίας.
Σύμφωνα όμως με όσα ισχυρίστηκε ο ενάγων διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας (βλ. το υπ' αριθ. 106/19-4-2017 δελτίο εργατικής διαφοράς), όπου είχε προσφύγει κατά του εναγόμενου, το έτος 2013 πραγματοποίησε 32 συνολικά δρομολόγια, εκ των οποίων 18 προς Ισπανία και 14 προς Αγγλία, τα έτη 2014 και 2015 πραγματοποιούσε μηνιαίως 2 δρομολόγια προς Αγγλία, καθώς και 4 ετησίως προς Ισπανία, ενώ από το 2016 πραγματοποιούσε μηνιαίως 2 δρομολόγια προς Αγγλία και μόλις ένα δρομολόγιο προς Ισπανία στις 3-6-2017.
Από τα ανωτέρω, όμως, ανακύπτει ζήτημα ως προς τη δυνατότητα υπολογισμού του ωραρίου του ενάγοντος για το έτος 2013 και συνακόλουθα των αμοιβών του, εφόσον δεν καθορίζεται πότε συγκεκριμένα έγιναν τα δρομολόγια προς Αγγλία και πότε προς Ισπανία, ούτε περιγράφεται στην αγωγή η διάρκεια του δρομολογίου προς Ισπανία και οι συγκεκριμένες ώρες εργασίας, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί τυχόν υπέρβαση του ωραρίου σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση.
Το ίδιο πρόβλημα (αοριστίας) υπάρχει και για τα επιδόματα εορτών και αδείας και για τις αποδοχές αδείας του έτους 2013, εφόσον, λόγω της διαφορετικής αμοιβής για τα δρομολόγια Ισπανίας και Αγγλίας, δεν μπορεί να καθορισθεί το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα.
Αντίθετα, τέτοιο ζήτημα δεν υφίσταται για τα επόμενα έτη (2014-2017), καθώς τα δύο μόνιμα δρομολόγια μηνιαίως προς Αγγλία ταυτίζονται με το επίδικο αντικείμενο, σε αντίθεση με τα ελάχιστα επιπλέον δρομολόγια προς Ισπανία που δεν περιλαμβάνονται στις επίδικες αξιώσεις. Επίσης, πρόβλημα δεν υπάρχει και για τον υπολογισμό της αμοιβής της κυριακάτικης εργασίας για το έτος 2013, καθώς αυτή υπολογίζεται με τον νόμιμο και όχι τον καταβαλλόμενο μισθό.
Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι το δρομολόγιο προς Αγγλία ξεκινούσε ημέρα Πέμπτη, οπότε ο ενάγων όφειλε περί ώρα 08.00-08.30 να βρίσκεται στην μάντρα της επιχείρησης, στα Διαβατά. Από εκεί παραλάμβανε το φορτηγό προκειμένου να ξεκινήσει τη διαδρομή του, η οποία συνήθως περιλάμβανε διάφορους ενδιάμεσους σταθμούς (Αλμυρός, Λάρισα, Τρίκαλα κλπ), όπου θα φόρτωνε εμπορεύματα, για να καταλήξει στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, περί ώρα 19.00. 20.00, οδηγώντας συνολικά περί τις 7 ώρες.
Από εκεί, μετά από τον σχετικό έλεγχο και αναμονή περίπου μίας ώρας, επιβιβαζόταν στο πλοίο για Ανκόνα, το οποίο έφθανε στον προορισμό του το απόγευμα της Παρασκευής (έως τις 18.00), μετά από ταξίδι 16 ωρών. Στη συνέχεια, ο ενάγων οδηγούσε περίπου 6 ώρες, ενώ το Σάββατο οδηγούσε 7 ώρες και την Κυριακή (ημέρα άφιξης στο Καλαί) άλλες 8 ώρες.
Επομένως απαιτούνταν κατά μέσο όρο 28 ώρες περίπου καθαρής οδήγησης του συγκεκριμένου δρομολογίου (τηρώντας τα όρια ταχύτητας και ανάλογα με τις καιρικές και κυκλοφοριακές συνθήκες), χωρίς φυσικά να περιλαμβάνονται οι ώρες για φορτοεκφορτώσεις, αναμονή για είσοδο/έξοδο σε πλοία κλπ. Την Δευτέρα, ευρισκόμενος στο εξωτερικό, ο ενάγων είχε ημέρα ανάπαυσης, ενώ την Τρίτη ξεκινούσε το δρομολόγιο της επιστροφής, μέσω Ντόβερ-Καλαί και Μπρίντιζι-Ηγουμενίτσας, διαδρομή που απαιτούσε τουλάχιστον 8 επιπλέον ώρες οδήγησης, σε σχέση με το αρχικό δρομολόγιο μέσω Ανκόνα.
Έτσι, την Τρίτη εργαζόταν περί τις 10 ώρες (συμπεριλαμβάνοντας 3 ώρες φορτοεκφόρτωσης και 1 ώρα αναμονής για το πλοίο). Από Τετάρτη έως Σάββατο, ο ενάγων οδηγούσε περί τις 6 ώρες καθημερινά, ενώ την Κυριακή, οδηγούσε άλλες 6 ώρες προς το Μπρίντιζι Ιταλίας. Εκεί, μετά από 1 ώρα αναμονής, επιβιβαζόταν στο πλοίο για Ηγουμενίτσα, όπου έφθανε περί τις 00.00, μετά από ταξίδι 8 ωρών:
Ακολούθως, επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη, παραδίδοντας κατά τη διαδρομή σε διάφορους πελάτες εμπορεύματα που είχε φορτώσει από το εξωτερικό, εργαζόμενος για 11 ώρες (7 ώρες οδήγησης και 4 ώρες για φορτοεκφορτώσεις). Την Τρίτη, εφόσον χρειαζόταν, γινόταν συντήρηση του οχήματος είτε στην έδρα της επιχείρησης, αν επρόκειτο για κάτι απλό, είτε σε συνεργείο και οι ώρες εργασίας για τη συγκεκριμένη ημέρα δεν υπερέβαιναν κατά μέσο όρο τις δύο, είτε επρόκειτο για συντήρηση που διενεργούσε ο ίδιος ο οδηγός στη μάντρα της επιχείρησης είτε για συντήρηση σε συνεργείο, οπότε ο οδηγός έπρεπε να μεταφέρει εκεί και να παραλάβει αργότερα το όχημα.
Την Τετάρτη ο ενάγων είχε ημέρα ανάπαυσης, οπότε έτσι τηρούνταν και η εκ του νόμου υποχρέωση για ανάπαυση 45 ωρών χωρίς οδήγηση. Έτσι, ολοκληρωνόταν ο κύκλος του δρομολογίου προς και από Αγγλία, συνολικής διάρκειας 2 εβδομάδων, κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόταν έξι ημέρες και αναπαυόταν μία ημέρα εβδομαδιαίως.
Συνολικά, ο ενάγων εργαζόταν την 1η και την 3η εβδομάδα κάθε μήνα, από Δευτέρα (ημέρα επιστροφής του στην Ελλάδα) έως Κυριακή επί 46 ώρες, πραγματοποιώντας 4,33 ώρες υπερεργασίας και 7 ώρες υπερωρίας. Αντίστοιχα, την 2η και την 4η εβδομάδα κάθε μήνα, ο ενάγων εργαζόταν από Τρίτη (ημέρα έναρξης δρομολογίου επιστροφής) έως Κυριακή επί 41 ώρες, πραγματοποιώντας 1 ώρα υπερεργασίας και 2 ώρες υπερωρίας.
Το ίδιο ωράριο εργασίας τηρούνταν τόσο κατά τη χειμερινή (Οκτώβριος-Απρίλιος) όσο και κατά τη θερινή περίοδο (Μάιος-Σεπτέμβριος), με διαφοροποιήσεις ως προς τις ώρες εργασίας ανάλογα με τις ώρες των ακτοπλοϊκών δρομολογίων.
Συνεπώς, οφείλονται στον ενάγοντα: α) για αμοιβή υπερεργασίας το ποσό των (10,66 ώρες μηνιαίως X 11,52 ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%=) 122,80 ευρώ μηνιαίως, ήτοι για το διάστημα από 1-1-2014 έως 14-11-2017 το ποσό των (46,5 μήνες X 122,80=) 5.710,35 ευρώ, β) για παράνομες υπερωρίες το ποσό των (18 ώρες μηνιαίως X 17,28 ωρομίσθιο με προσαύξηση 80%=) 311,04 ευρώ, ήτοι για το διάστημα από 1-1-2014 έως 14-11-2017 το ποσό των (46,5 μήνες X 311,04=) 14.463,36 ευρώ. Επιπλέον, οφείλεται στον ενάγοντα προσαύξηση αμοιβής για την εργασία του τις Κυριακές, η οποία βάσει του ισχύοντος νόμιμου μισθού ανέρχεται σε (791,90 / 25= 30,48 ημερομίσθιο X 75% προσαύξηση=) 22,86 ευρώ, ήτοι για το διάστημα από 1-1-2013 έως 14-11-2017 του οφείλεται το συνολικό ποσό των (253 Κυριακές X 22,86=) 5.783,58 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν λάμβανε επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας.
Συνεπώς, του οφείλονται: α) για δώρο Πάσχα ετών 2014-2017 το ποσό των (4 X 800=) 3.200 ευρώ, β) για δώρο Χριστουγέννων ετών 2014-2017 το ποσό των (4 X 1.600 X 1,04166=) 6.666,62 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας ετών 2014- 2017 το ποσό των (4 X 800=) 3.200 ευρώ και δ) για αποδοχές αδείας ετών 2014-2017 το ποσό των (4 X 1.600=) 6.400 ευρώ, δηλαδή συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 19.466,62 ευρώ.
Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι υπήρχε συμφωνία με τον ενάγοντα, ώστε οι αξιώσεις του για επιδόματα εορτών και υπερεργασία να καλύπτονται από τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που λάμβανε, πλην όμως δεν υπήρχε κάποια πάγια πολιτική της επιχείρησης ως προς το συμψηφισμό της τυχόν υπερεργασίας και των δώρων εορτών με τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, αλλά ειδικότερη συμφωνία με κάθε εργαζόμενο και τέτοια συμφωνία συγκεκριμένα με τον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε.
Το Νοέμβριο 2017 προτάθηκε στον ενάγοντα η υπογραφή νέας σύμβασης εργασίας, ωστόσο εκείνος αρνήθηκε, θεωρώντας ότι χειροτερεύουν οι όροι εργασίας του. Μεταξύ άλλων, στη νέα σύμβαση προβλεπόταν ορισμένη συμβατική διάρκεια (έως 31-8-2018), χωρίς επομένως να απαιτείται καταγγελία για την λύση της και αποζημίωση απόλυσης, μηνιαίος μισθός 1.650 ευρώ μικτά, καθώς και εβδομαδιαίος χρόνος οδήγησης 160 ωρών, αν και η αναφορά σε εβδομαδιαίο αντί για μηνιαίο ωράριο έγινε προφανώς εκ παραδρομής, εφόσον οι συνολικές ώρες μιας εβδομάδας ανέρχονται σε (7 X 24=) 168.
Ακολούθως, ο ενάγων έλαβε αναρρωτικές άδειες από 16 έως 18-11-2017 και από 21 έως 23-11-2017, όταν όμως επέστρεψε στην εργασία του, η προσφορά των υπηρεσιών του δεν έγινε αποδεκτή από τον εναγόμενο, ενώ ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, ουδόλως αποδείχθηκε, καθόσον ο εργαζόμενος προσέφυγε άμεσα ( την 1-12-2017) για το λόγο αυτό στην Επιθεώρηση Εργασίας και σχηματίσθηκε η με αρ.
δελτίου 305/2017 εργατική διαφορά, στην οποία μάλιστα παρενέβη και εκπρόσωπος του κλαδικού σωματείου εργαζομένων (ΠΟΣΕΜ). Ο ενάγων απλώς επέμενε στη διατήρηση της από 6-1-2012 σύμβασης εργασίας του, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει ως είχε, εφόσον ούτε τροποποιήθηκε ούτε καταγγέλθηκε. Επομένως, ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντoς, οφείλοντας να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας από 23-11-2017 έως 31-5-2018, οπότε ο ενάγων βρήκε νέα εργασία.
Ειδικότερα του οφείλει: α) για αναλογία μισθού Νοεμβρίου 2017 (5 ημερομίσθια) το ποσό των 320 ευρώ, β) για μισθούς Δεκεμβρίου 2017-Μαΐου 2018 το ποσό των (6 X 1.600=) 9.600 ευρώ, γ) για δώρο Πάσχα 2018 το ποσό των 800 ευρώ, δ) για επίδομα αδείας 2018 το ποσό των 800 ευρώ και ε) για αποδοχές αδείας 2018 το ποσό των 1.600 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 13.120 ευρώ.
Τέλος, όσον αφορά την ένσταση του εναγόμενου περί καταχρηστικής εκ μέρους του ενάγοντος άσκησης των ένδικων αξιώσεών του, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο ενάγων, ήδη από τον Απρίλιο 2017, ενώ δηλαδή εργαζόταν ακόμη κανονικά στην επιχείρηση, είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για τις συγκεκριμένες αξιώσεις του, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία πεποίθησης στον εργοδότη ότι δεν θα διεκδικήσει τις ως άνω απαιτήσεις του, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι τυχόν επιδίκαση των ανωτέρω ποσών θα έχει δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες για τον εναγόμενο, ώστε να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση των επίδικων αξιώσεων εκ μέρους του ενάγοντος.
Η εκκαλουμένη άρα που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και έκρινε ότι θα πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας ετών 2014- 2017 το ποσό των 19.466,62 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας από 1-1-2014 έως 14-11-2017, προσαύξηση κυριακάτικης εργασίας από 1-1-2013 έως 14-11-2017 και αποδοχές υπερημερίας από 23- 11-2017 έως 31-5-2018 το συνολικό ποσό των (5.710,35 +14.463,36 +5.783,58 +13.120=) 39.077,29 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ήτοι για την υπερεργασία, την προσαύξηση της (νόμιμης) κυριακάτικης εργασίας και τους μισθούς υπερημερίας από το τέλος του αντίστοιχου μήνα, για το δώρο Πάσχα από 30-4 του αντίστοιχου έτους, για το δώρο Χριστουγέννων, το επίδομα και τις αποδοχές αδείας από 31-12 του αντίστοιχου έτους, για τις παράνομες υπερωρίες από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση δεν έσφαλε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα κρίνονται κατ' ουσία αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποια στοιχεία θεμελιωτικά της αρμοδιότητάς τους, κατά τις διατάξεις γενικών και ειδικών δωσιδικιών (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 1108/2019, ΑΠ 927/2019), με την αυτονόητη, όμως, λόγω της συνταγματικής πρόβλεψης (άρθρο 28 Συντάγματος), επιφύλαξη υπέρ των διεθνών διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, αλλά και των ρυθμίσεων του ενωσιακού δικαίου κατ' άρθρο 288 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 613/2017).
Εξάλλου κατά το άρθρο 621 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, μετά την αντικατάσταση των άρθρων 591 έως 681Α του ΚΠολΔ με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "1. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 αριθμ. 3 μπορεί να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει ή, σε περίπτωση λύσης της σχέσης, παρείχε την εργασία του κατά τον αμέσως πριν από τη λήξη χρόνο".
Περαιτέρω, με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) υπ' αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (L 351/20.12.2012) - ο οποίος, αντικατέστησε τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 22ης Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ L 12/16.1.2021), ορίζονται τα εξής : "Ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, του άρθρου 7 σημείο 5 και, όταν η διαδικασία κινείται κατά εργοδότη, του άρθρου 8 σημείο 1".
Με το άρθρο 21 παρ.1 του ως άνω Κανονισμού ορίζονται τα εξής : "Εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί: α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ή β) σε άλλο κράτος μέλος: i) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή των δικαστηρίων του τελευταίου τόπου στον οποίο ή από τον οποίο συνήθως εκτελούσε την εργασία του ή ii) εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντοτε χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε." Σύμφωνα με το άρθρο 7 σημ. 5 του ως άνω Κανονισμού πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος "ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους" και σύμφωνα με το άρθρο 8 σημ. 1 του ιδίου Κανονισμού ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: "1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους".
Η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1814/1988), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (που κυρώθηκαν με το Ν. 2004/1992) και οι ως άνω κανονισμοί (ΕΚ) 44/2001, της 22ης Δεκεμβρίου 2000 και 1215/2012 της 12ης Δεκεμβρίου 2012 που διαδέχθηκαν τη Σύμβαση αυτή, αποσκοπούν στη θέσπιση ενιαίων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας (25-2/2021 ΔΕΚ υπόθεση C-804/2019).
Συνεπώς εφόσον μία διαφορά που παρουσιάζει στοιχείο αλλοδαπότητας εμπίπτει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1215/2012 και ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, οι ενιαίοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο ως άνω κανονισμός υπερισχύουν των εθνικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας ( 25-2/2021 ΔΕΚ υπόθεση C-804/2019 σκ. 32), ο, δε, κατ' αρχήν αποκλεισμός των εθνικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας ισχύει και όσον αφορά τις διατάξεις του τμήματος 5 του κεφαλαίου II του Κανονισμού 1215/2012 , οι οποίες, έχουν όχι μόνον ειδικό αλλά και εξαντλητικό χαρακτήρα (βλ. 25-2/2021 ΔΕΚ υπόθεση C-804/2019 σκ. 33).
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο αγωγής εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του τμήματος 5 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν εθνικοί κανόνες περί καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας σε διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίοι διαφέρουν από τους προβλεπόμενους στις διατάξεις του ως άνω κανονισμού, ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω εθνικοί κανόνες είναι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο (25-2/2021 ΔΕΚ υπόθεση C-804/2019 σκ. 34).
Συναφώς, η έννοια του "τόπου στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του", η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο β`, σημείο i, του κανονισμού 1215/2012, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τον τόπο στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος εκπληρώνει στην πράξη, κατά το ουσιώδες μέρος τους, τις υποχρεώσεις του έναντι του εργοδότη του (25-2/2021 ΔΕΚ υπόθεση C-804/2019 σκ. 40 ).
Ακόμη οι έννοιες "υποκατάστημα", "πρακτορείο" και "κάθε άλλη εγκατάσταση" του άρθρου 7, σημείο 5, του κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν την ύπαρξη κέντρου επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχείρησης.
Το κέντρο αυτό πρέπει να έχει διευθυντικό όργανο και να είναι υλικώς εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται με τρίτους, οι οποίοι έτσι δεν απαιτείται να απευθύνονται απευθείας στη μητρική εταιρία. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνον όταν η διαφορά αφορά είτε πράξεις σχετικές με την εκμετάλλευση αυτών των οικονομικών οντοτήτων είτε υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι οντότητες αυτές για λογαριασμό της μητρικής εταιρίας, εφόσον οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρωθούν στο έδαφος του κράτους όπου είναι εγκατεστημένες οι οικείες οντότητες (25-2/2021 ΔΕΚ, υπόθεση C-804/2019 σκέψεις 47,48 με την μνημονευόμενη σ' αυτή νομολογία).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει (εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, άρθ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και όταν για την εκδίκαση της διαφοράς δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 954/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του περί έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, την οποία είχε προτείνει παραδεκτά στα δικαστήρια ουσίας, ενώ όφειλε να κρίνει ότι δεν ήταν αρμόδια τα ελληνικά δικαστήρια, καθότι η επιχείρησή του ήταν εγκατεστημένη στο Μόναχο Γερμανίας, ο ενάγων δεν εκτελούσε την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα και ως εκ τούτου και με βάση τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 1215/2012 Κανονισμού (ΕΕ) αρμόδια να δικάσουν την υπόθεση είναι τα Δικαστήρια του τόπου όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρησή του δηλαδή του Μονάχου Γερμανίας.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, με τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του, ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με τον εναγόμενο συνήφθη στη Θεσσαλονίκη, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι ο ενάγων θα ασφαλίζεται στον ελληνικό ασφαλιστικό φορέα, ότι η Θεσσαλονίκη αποτελούσε τον τόπο ανάληψης της εργασίας του ενάγοντος, αλλά και τον τόπο στον οποίο επέστρεφε και ολοκλήρωνε το δρομολόγιό του και ότι στη Θεσσαλονίκη ασκούνταν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, όπου και ελάμβανε οδηγίες σχετικά με την εκτέλεση της εργασίας του, ενώ στον ίδιο τόπο βρίσκονταν και τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας του, δηλαδή το φορτηγό που οδηγούσε και με το οποίο εκτελούσε τις μεταφορές των εμπορευμάτων (επί της οδού ...
στα ...), ορθά απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη διαφορά δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε εγκατεστημένη ατομική επιχείρηση στη Θεσσαλονίκη όπου ασκούσε το διευθυντικό του δικαίωμα ως εργοδότης και ως εκ τούτου δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 περ.β ιι του προεκτεθέντος στη μείζονα σκέψη Κανονισμού (1215/2012) που ορίζει ότι εάν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντοτε χώρα, ο εργοδότης μπορεί να αναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε, όπως στην προκειμένη περίπτωση και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35) ορίζεται ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα, από την άποψη εφαρμογής του παρόντος, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ορισμένο εργοδότη φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), η Β` κατηγορία τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
που εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εταιρειών αυτών και η κατηγορία Γ` τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως, τα φορτηγά λατομείων, ορυχείων και μεταλλείων, ως και τα φορτηγά της κατηγορίας Β' που δεν εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εν λόγω εταιρειών.
Με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. γ του πιο πάνω Β.Δ/τος ορίζεται ότι η απασχόληση των οδηγών και των βοηθών αυτών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ` κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες εβδομαδιαίως και τις 8 ώρες ημερησίως, υπέρβαση δε του κατά το άρθρο αυτό προβλεπομένου ανωτάτου ορίου επιτρέπεται κατά το άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος μόνο καθ` ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας.
Κατά δε το άρθρο μόνο του Β.Δ/τος 882/1961 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των άρθρων 2 και 3 του Β.Δ/ τος της 28.1/4.2.1938" (ΦΕΚ Α 224), υπέρβαση του πιο πάνω ημερησίου ωραρίου επιτρέπεται ωσαύτως και λόγω συσσώρευσης εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ` ανώτατο όριο (ΑΠ 1412/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 498/2016, ΑΠ 132/2015).
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι της γενικής ρύθμισης του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση [όπως στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του άρθρου 3 του Β.Δ/τος 28.1/4.2.1938 ή του άρθρου μόνου του Β.Δ/τος 882/1961], συνιστά παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
Με το άρθρο 3 της 12/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως κλπ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984 (ΦΕΚ Β 182), ο χρόνος εργασίας των οδηγών των ως άνω αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κλπ (αριθ.
κατάθ. Υπουρ. Εργασίας 16071/2.7.1985, πράξη κατάθ. Ειρην. Αθηνών 84/24.7.1985 και ανακ. κατάθ. Υπ. Εργ. 16973/29.7.1985), που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Β 720) καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε συνεχόμενων εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Το ως άνω σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν μεταβάλλεται σε σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος ή και την Κυριακή, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη (ΑΠ 593/2021, ΑΠ 313/2010).
Με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20/2/1984 (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών εν γένει ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, όπως τα Σάββατα, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια (ΑΠ 232/2018), [εκτός εάν, αντί του Σάββατου, παρέχεται εντός της εβδομάδας άλλη ημέρα ανάπαυσης του μισθωτού] και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%και από 15.7.2010 κατά 20%), αν η συνολική απασχόληση του κατά τις ημέρες αυτές υπερβαίνει το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου αμείβεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 435/1976 με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ή οκτώ (8) αντίστοιχα ωρών εργασίας ημερησίως (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 498/2016). Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 2874/2000, που με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού κατάργησε το θεσμό της υπερεργασίας μέχρι τις 30.9.2005, οπότε η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005, που επανέφερε τον θεσμό της υπερεργασίας.
Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής : "1.
Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4.
Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)".
Από, δε, το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, βλ.
ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 671/2016), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 822/2020). Η εργασία, δε, του μισθωτού, συνεπώς και του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου ανεξαρτήτως κατηγορίας (ΑΠ 132/2015), κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 667/2019, ΑΠ 1412/2018, ) που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 1004/2017).
Ειδικά, όμως, το Σάββατο, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της υπερεργασίας και συναριθμείται με την εργασία των άλλων εργάσιμων ημερών της εβδομάδας, αν η ημέρα ανάπαυσης του εργαζομένου καθορίζεται σε άλλη ημέρα της εβδομάδας με ατομική συμφωνία, κατά το άρθρο 42 παρ.5 του Ν. 1892/1990, ως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1404/2009).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. 4 και 216 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1289/2020, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 1289/2020, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 83/2019). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με το λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Τέλος και σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία), θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου ( ΑΠ 684/2017, ΑΠ 53/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 28.12.2018 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στις 6-1-2012 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη στη Θεσσαλονίκη από τον πρώτο εναγόμενο και από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, που ασκούν από κοινού επιχείρηση διεθνών οδικών μεταφορών, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου διεθνών μεταφορών, καθώς κατείχε τις απαραίτητες επαγγελματικές άδειες με συμφωνηθείσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.600 ευρώ.
Ότι στις 15-11-2017 αρνήθηκε την τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του και ότι οι εναγόμενοι από τις 23.11.2017, έπαψαν να τον απασχολούν, παρότι αυτός μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας από 21.11.2017 έως 23.11.2017 προσήλθε να εργασθεί και παρότι προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του. Ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης πραγματοποιούσε διαδρομές μεταφοράς εμπορευμάτων από Θεσσαλονίκη στο εξωτερικό, συνήθως στην Αγγλία, αλλά και στην Ολλανδία και Ισπανία από όπου επέστρεφε πάλι στη Θεσσαλονίκη, με το φορτηγό του έμφορτο από εμπορεύματα εργαζόμενος έξι (6) ημέρες την εβδομάδα.
Ότι αυτός το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 14.11.2017 ξεκινούσε τα δρομολόγια του κάθε Πέμπτη από τη Θεσσαλονίκη προς το εξωτερικό, ότι το δρομολόγιο αυτό διαρκούσε 12 ημέρες και ότι επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη τη μεθεπόμενη Δευτέρα. Ότι ειδικότερα α) από το μήνα Οκτώβριο έως και το μήνα Απρίλιο κάθε έτους ξεκινούσε το δρομολόγιο ημέρα Πέμπτη και περί ώρα 08.00 από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Αγγλία οδηγώντας 12 ώρες την ως άνω ημέρα, την Παρασκευή 6 ώρες, το Σάββατο 9 ώρες, την Κυριακή 12 ώρες, ότι τη Δευτέρα είχε ρεπό (ευρισκόμενος στη Μεγάλη Βρετανία), ότι την Τρίτη ξεκινούσε το δρομολόγιο επιστροφής προς Θεσσαλονίκη οδηγώντας 10 ώρες την ως άνω ημέρα, την Τετάρτη 12 ώρες, την Πέμπτη 10 ώρες, την Παρασκευή 13 ώρες, το Σάββατο 7 ώρες, την Κυριακή 11 ώρες, τη Δευτέρα 16 ώρες, την Τρίτη πραγματοποιούσε τη συντήρηση του οχήματος σε συνεργεία στη Θεσσαλονίκη εργαζόμενος επί 8 ώρες και την Τετάρτη είχε ρεπό (στη Θεσσαλονίκη), όπως αναλυτικά εκτίθενται ανά ημέρα οι ώρες εργασίας αυτού, κατά την πραγματοποίηση των ων άνω δρομολογίων.
Ότι συνολικά από το μήνα Οκτώβριο έως το μήνα Απρίλιο για όλο το χρονικό διάστημα εργασίας του από 1.1.2013 έως 17.11.2017 εργαζόταν την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα (που ξεκινούσε από την ημέρα Δευτέρα που επέστρεφε από την Ηγουμενίτσα στη Θεσσαλονίκη έως και την Κυριακή που οδηγούσε στο εξωτερικό μεταφέροντας εμπορεύματα από τη Θεσσαλονίκη) συνολικά 63 ώρες την εβδομάδα (16 ώρες τη Δευτέρα + 8 ώρες Τρίτη + 12 ώρες την Πέμπτη + 6 ώρες την Παρασκευή + 9 ώρες το Σάββατο + 12 ώρες την Κυριακή) και ότι τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα (που ξεκινούσε από την ημέρα Δευτέρα που είχε ρεπό στο εξωτερικό έως και την Κυριακή που επιβιβαζόταν στο πλοίο στο Μπρίντεζι Ιταλίας με προορισμό τη Θεσσαλονίκη) εργαζόταν συνολικά 63 ώρες την εβδομάδα (10 ώρες την Τρίτη + 12 ώρες την Τετάρτη + 10 ώρες την Πέμπτη + 13 ώρες την Παρασκευή + 7 ώρες το Σάββατο + 11 ώρες την Κυριακή) και ότι επομένως παρείχε το ως άνω διάστημα (από Οκτώβριο έως και Απρίλιο) 8 ώρες υπερεργασία και 15 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία την εβδομάδα χωρίς οι εναγόμενοι να του καταβάλουν κανένα ποσό και ότι δικαιούται από την ως άνω αιτία για το διάστημα από 1.1.2013 έως 14.11.2017 τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά και β) ότι από το μήνα Μάιο έως και το μήνα Σεπτέμβριο για όλο το διάστημα της εργασιακής του σχέσης ξεκινούσε το δρομολόγιο ημέρα Πέμπτη και περί ώρα 08.00 από τη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Αγγλία οδηγώντας 12 ώρες την ως άνω ημέρα, 11 ώρες την Παρασκευή, 10 ώρες το Σάββατο, 12 ώρες την Κυριακή, ότι τη Δευτέρα είχε ρεπό (ευρισκόμενος στη Μεγάλη Βρετανία), ότι την Τρίτη ξεκινούσε το δρομολόγιο επιστροφής προς Θεσσαλονίκη οδηγώντας 12 ώρες την ως άνω ημέρα, την Τετάρτη 11 ώρες, την Πέμπτη 10 ώρες, την Παρασκευή 13 ώρες, το Σάββατο 7 ώρες, την Κυριακή 11 ώρες, τη Δευτέρα 16 ώρες, την Τρίτη πραγματοποιούσε τη συντήρηση του οχήματος σε συνεργεία στη Θεσσαλονίκη εργαζόμενος επί 8 ώρες, και την Τετάρτη είχε ρεπό (στη Θεσσαλονίκη) όπως αναλυτικά εκτίθενται ανά ημέρα οι ώρες εργασίας αυτού, κατά την πραγματοποίηση των δρομολογίων.
Ότι συνολικά από το μήνα Μάιο έως το μήνα Σεπτέμβριο για όλο το χρονικό διάστημα εργασίας του εργαζόταν την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα (που ξεκινούσε από την ημέρα Δευτέρα που επέστρεφε από την Ηγουμενίτσα στη Θεσσαλονίκη έως και την Κυριακή που οδηγούσε στο εξωτερικό μεταφέροντας εμπορεύματα από τη Θεσσαλονίκη) συνολικά 69 ώρες την εβδομάδα (16 ώρες τη Δευτέρα + 8 ώρες Τρίτη + 12 ώρες την Πέμπτη + 11 ώρες την Παρασκευή + 10 ώρες το Σάββατο + 12 ώρες την Κυριακή), και ότι επομένως παρείχε 8 ώρες υπερεργασία και 21 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία την εβδομάδα και ότι τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα (που ξεκινούσε από την ημέρα Δευτέρα που είχε ρεπό στο εξωτερικό έως και την Κυριακή που επιβιβαζόταν στο πλοίο στο Μπρίντεζι Ιταλίας με προορισμό τη Θεσσαλονίκη) εργαζόταν συνολικά 64 ώρες την εβδομάδα (12 ώρες την Τρίτη + 11 ώρες την Τετάρτη + 10 ώρες την Πέμπτη + 13 ώρες την Παρασκευή + 7 ώρες το Σάββατο + 11 ώρες την Κυριακή), ότι επομένως παρείχε 8 ώρες υπερεργασία και 18 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία την εβδομάδα χωρίς οι εναγόμενοι να του καταβάλουν κανένα ποσό και ότι δικαιούται από την ως άνω αιτία τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά.
Ότι επί πλέον δικαιούται για προσαύξηση για την εργασία του κάθε Κυριακή , για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 έως και 2017 για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2017 και για αποδοχές υπερημερίας κι επιδόματα εορτών και αδείας για το διάστημα από 23.11.2017 έως 31.5.2018 τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, μετά από μερικό περιορισμό αγωγικών κονδυλίων σε αναγνωριστικά, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν για επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2013-2017 το ποσό των 24.333,25 ευρώ, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν 1) για αμοιβές υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-1-2013 έως 14-11- 2017:
α) για τις χειμερινές περιόδους το ποσό των 50.244,48 ευρώ, β) για τις θερινές περιόδους το ποσό των 43.027,20 ευρώ, 2) για προσαύξηση εργασίας τις Κυριακές το ποσό των 12.144 ευρώ, άλλως με βάση υπολογισμού το νόμιμο μισθό το ποσό των 5.783,58 ευρώ και 3) για αποδοχές υπερημερίας από 23-11-2017 έως 31-5-2018, το ποσό των 13.120 ευρώ, όπως τα επί μέρους κονδύλια περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή ως προς τις αξιώσεις επιδίκασης αμοιβών για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία για τα αναφερόμενα σ' αυτή χρονικά διαστήματα είναι επαρκώς ορισμένη, αφού ο ενάγων αναφέρει την εργασιακή του σχέση, τις συμβατικά καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές (1.600 ευρώ), την εργασία του επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, πλην της Τετάρτης κάθε πρώτης και τρίτης εβδομάδας του μήνα και της Δευτέρας κάθε δεύτερης και τέταρτης εβδομάδας κάθε μήνα που είχε ρεπό, και τον αριθμό των ωρών εργασίας για κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και για κάθε Κυριακή για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 14.11.2017, και επομένως δύναται να εξευρεθεί η διάρκεια της απασχόλησής του κατά τις εργάσιμες ημέρες, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με το οποίο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εργάζονται οι οδηγοί του φορτηγών αυτοκινήτων και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υπέρβαση του ισχύοντος νομίμου ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου και η διάρκεια της απασχόλησής του τις Κυριακές.
Δεν καθιστά δε αόριστη την αγωγή η συναρίθμηση εκ μέρους του ενάγοντος και των ωρών που απασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τις Κυριακές, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο (ΑΠ 534/2014, ΑΠ 1894/2011) στο οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται και η εργασία του ενάγοντος τα Σάββατα, ως πέμπτης ημέρας της εβδομαδιαίας εργασίας του, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει εβδομαδιαία ανάπαυση άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 6/2012).
Το γεγονός δε ότι στην αγωγή προσδιορίζονται μόνο οι ημέρες και οι ώρες εργασίας για τα δρομολόγια που πραγματοποιούσε από τη Θεσσαλονίκη προς τη Μεγάλη Βρετανία και την επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη και δεν προσδιορίζονται οι ημέρες και ώρες εργασίας σε σχέση με άλλα δρομολόγια που ισχυρίζεται σ' αυτή ότι πραγματοποιούσε σε άλλα μέρη (Ισπανία και Ολλανδία) δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού ο ενάγων εκθέτει αναλυτικά όλες τις ημέρες και τις ώρες εργασίας που εργάσθηκε κάθε ημέρα το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι, δε, θέμα απόδειξης πόσες ημέρες την εβδομάδα και πόσες ώρες εργασίας την ημέρα εργαζόταν κατά τη διάρκεια των δρομολογίων που πραγματοποιούσε από τη Θεσσαλονίκη προς το εξωτερικό και από το εξωτερικό στη Θεσσαλονίκη.
Το γεγονός δε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση απέρριψε το αγωγικό αίτημα επιδίκασης υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας για το έτος 2013 με την αιτιολογία ότι ανέκυψε ζήτημα ως προς τη δυνατότητα υπολογισμού του ωραρίου του ενάγοντος και συνακόλουθα των αμοιβών του, εφόσον δεν καθορίζεται πότε συγκεκριμένα έγιναν τα δρομολόγια προς Αγγλία και Ισπανία, ούτε περιγράφεται στην αγωγή η διάρκεια του δρομολογίου προς Ισπανία και οι συγκεκριμένες ώρες εργασίας, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί τυχόν υπέρβαση του ωραρίου σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, ενώ τέτοιο ζήτημα δεν ανέκυπτε και τα επόμενα έτη (2014-2017), καθώς τα δύο μόνιμα δρομολόγια μηνιαίως προς την Αγγλία ταυτίζονταν με το επίδικο αγωγικό αντικείμενο, σε αντίθεση με τα ελάχιστα δρομολόγια προς Ισπανία που δεν περιλαμβάνονται στις επίδικες αξιώσεις (6η σελίδα) , δεν καθιστά την αγωγή αόριστη ως προς τα κονδύλια υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και για τα επόμενα έτη 2014-2017, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος αυτού, γιατί τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεδομένου ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αγωγή του ενάγοντος είναι ορισμένη (3η σελίδα) απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως ορισμένη την ένδικη αγωγή.
Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς τα κονδύλια υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας τις Κυριακές και ορθώς κρίθηκε ως τέτοια από το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, και συνεπώς ο τέταρτος από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, μόνο εκ του αριθμού 14 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αντίθετα, η ένδικη αγωγή, είναι μη νόμιμη α) κατά το μέρος που συναθροίζονται σ' αυτή για τον υπολογισμό των ωρών υπερεργασίας κάθε εβδομάδας οι ώρες εργασίας τις Κυριακές, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση τελούσε ο ενάγων ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, για τον υπολογισμό των ωρών υπερεργασίας λαμβάνονται υπόψη οι ώρες εργασίας στις εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, που σε αυτές περιλαμβάνεται και το Σάββατο ως πέμπτη εργάσιμη ημέρα (αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο ενάγων ελάμβανε εβδομαδιαίο ρεπό Δευτέρα ή Τετάρτη κατά τις αναφερόμενες σ' αυτή διακρίσεις) και β) κατά το μέρος που συναθροίζονται για τον υπολογισμό της κατ' εξαίρεση υπερωρίας την εβδομάδα όλες οι ώρες εργασίας του ενάγοντος τη Κυριακή, καθότι υπερωριακή εργασία την Κυριακή αποτελεί η εργασία μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες.
Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το μέρος που ο ενάγων για τον υπολογισμό των ωρών υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας για κάθε εβδομάδα εργασίας συνάθροιζε στις ώρες εργασίας των εργασίμων ημερών της εβδομάδας και τις ώρες εργασίας τις Κυριακές και ακολούθως κρίνοντας κατ' ουσία, δέχθηκε ότι ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 14.11.2017 εργαζόταν την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα από Δευτέρα έως Κυριακή επί 46 ώρες (11 ώρες τη Δευτέρα + 2 ώρες την Τρίτη + 12 ώρες την Πέμπτη + 6 ώρες την Παρασκευή + 7 ώρες το Σάββατο + 8 ώρες την Κυριακή = 46 ώρες) πραγματοποιώντας 4,33 ώρες υπερεργασίας και 7 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας την εβδομάδα και τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα από Τρίτη έως Κυριακή επί 41 ώρες (10 ώρες την Τρίτη + 6 ώρες την Τετάρτη + 6 ώρες την Πέμπτη + 6 ώρες την Παρασκευή + 6 ώρες το Σάββατο + 7 ώρες την Κυριακή= 41 ώρες) πραγματοποιώντας 1 ώρα υπερεργασίας και 2 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία την εβδομάδα, επιδικάζοντας α) για αμοιβή υπερεργασίας για 10,66 ώρες το μήνα (4,33 ώρες Χ 2 εβδομάδες + 1 ώρα Χ 2 εβδομάδες) το συνολικό ποσό των 5.710,35 ευρώ (10,66 ώρες Χ 11,52 ωρομίσθιο Χ 46,5 μήνες), και β) για παράνομες υπερωρίες για 18 ώρες το μήνα (7 ώρες Χ 2 εβδομάδες + 2 ώρες Χ 2 εβδομάδες) το συνολικό ποσό των 14.463,36 ευρώ (10,66 ώρες Χ 11,52 ωρομίσθιο Χ 46,5 μήνες), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και του άρθρου 4 του ν. 2870/2000, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, καθότι α) όφειλε να κρίνει μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ο ενάγων συναριθμούσε για την εξεύρεση και τον υπολογισμό των ωρών υπερεργασίας και της κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας την εβδομάδα την εργασία του τις Κυριακές, ενώ όφειλε να κρίνει νόμιμο μόνο το αγωγικό αίτημα της παροχής κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας τις Κυριακές κατά το μέρος που υπερέβαινε η εργασία αυτή τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως (ΑΠ 1412/2018) β) κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσία ότι ο ενάγων την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα του ως άνω χρονικού διαστήματος εργάσθηκε 46 ώρες (11 ώρες τη Δευτέρα + 2 ώρες την Τρίτη + 12 ώρες την Πέμπτη + 6 ώρες την Παρασκευή + 7 ώρες το Σάββατο + 8 ώρες την Κυριακή = 46 ώρες) συνυπολογίζοντας για την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και τις ώρες εργασίας τις Κυριακές, ενώ όφειλε για τον ως άνω υπολογισμό της υπερεργασίας να συναριθμήσει τις ώρες εργασίας τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ανερχόταν σε 38 ώρες (11 ώρες τη Δευτέρα + 2 ώρες την Τρίτη, 12 ώρες την Πέμπτη, 6 ώρες την Παρασκευή, 7 ώρες το Σάββατο) και κατόπιν τούτου εσφαλμένα επιδίκασε αμοιβή για 4,33 ώρες υπερεργασίας ενώ όφειλε να μην επιδικάσει αμοιβή για υπερεργασία, αφού οι ώρες εργασίας τις εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα δεν υπερέβαιναν τις 40 ώρες και , επίσης, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε επτά (7) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία την εβδομάδα, ενώ υπό το καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας στο οποίο υπαγόταν ο ενάγων (όπου κατ' εξαίρεση υπερωρία, όπως προεκτέθηκε, πραγματοποιείται με την υπέρβαση των 9 ωρών εργασίας τις εργάσιμες ημέρες και τις 8 ώρες εργασίας την έκτη ημέρα και τις Κυριακές) ο ενάγων πραγματοποίησε την πρώτη και τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα πέντε (5) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία την εβδομάδα και συγκεκριμένα δύο (2) ώρες κάθε Δευτέρα (11 ώρες - 9 ώρες) και 3 ώρες κάθε Πέμπτη (12 ώρες - 9 ώρες), γ) κατά το μέρος που δέχθηκε ότι ο ενάγων τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα του ως άνω χρονικού διαστήματος εργάσθηκε 41 ώρες (10 ώρες την Τρίτη + 6 ώρες την Τετάρτη + 6 ώρες την Πέμπτη + 6 ώρες την Παρασκευή + 6 ώρες το Σάββατο + 7 ώρες την Κυριακή= 41 ώρες) συνυπολογίζοντας για την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και τις ώρες εργασίας τις Κυριακές, ενώ όφειλε για τον ως άνω υπολογισμό της υπερεργασίας να συναριθμήσει τις ώρες εργασίας τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, που κατά την ανέλεγκτη κρίση του ανερχόταν σε 34 ώρες (10 ώρες την Τρίτη, 6 ώρες την Τετάρτη, 6 ώρες την Πέμπτη, 6 ώρες την Παρασκευή, 6 ώρες το Σάββατο) και κατόπιν τούτου εσφαλμένα επιδίκασε αμοιβή για 1 ώρα υπερεργασίας ενώ όφειλε να μην την επιδικάσει, αφού οι ώρες εργασίας τις εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα δεν υπερέβαιναν τις 40 ώρες, ενώ εσφαλμένα έκρινε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε δύο (2) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία την εβδομάδα, ενώ, ο ενάγων πραγματοποίησε τη δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα κάθε μήνα μια (1) ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρία την εβδομάδα και συγκεκριμένα κάθε Τρίτη (10 ώρες- 9 ώρες).
Επομένως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, απορριπτομένων των ως άνω λόγων, κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας με συνυπολογισμό και των Σαββάτων, εν όψει του ότι κατά την αγωγή, αντί των Σαββάτων, ο αναιρεσίβλητος λάμβανε κατά συμφωνία εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας (Δευτέρα και Τετάρτη αντίστοιχα) και επομένως απασχολείτο επί πενθήμερο.
Κατόπιν τούτου και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων αναίρεσης που έγιναν δεκτοί, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 303/2020).
Σύμφωνα με το άρθρο 353 του ΚΠολΔ, η αποδεικτική δύναμη της ομολογίας δεν επηρεάζεται από το ότι, εκτός από το επιζήμιο πραγματικό γεγονός για εκείνον που ομολογεί, περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός που τον ωφελεί και αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό. Στην περίπτωση της σύνθεσης ομολογίας, αυτή παράγει πλήρη αποτελέσματα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό και δεν θίγεται από την παρεμβολή σ` αυτήν του αυτοτελούς ισχυρισμού, με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται αυτός που ομολογεί (ΑΠ 593/2021).
Η κρίση, για το αν συνάγεται ομολογία, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 1099/2019). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ακόμη ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 174/2017) Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση (ΑΠ 1539/2018, ΑΠ 174/2017).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με το πρώτο σκέλος αυτού την εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με τις παραδοχές της ότι κατά τα έτη 2014 και 2015 ο ενάγων πραγματοποιούσε δύο (2) δρομολόγια το μήνα προς Αγγλία και τέσσερα (4) δρομολόγια το έτος προς Ισπανία και ότι από το έτος 2016 πραγματοποιούσε δύο (2) δρομολόγια προς Αγγλία το μήνα και πραγματοποίησε ένα (1) δρομολόγιο προς Ισπανία, που αποδείχθηκαν από ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που είναι καταγεγραμμένοι στο υπ' αριθμ. 106/19.4.2017 δελτίο εργατικής διαφοράς, εσφαλμένα έλαβε υπόψη της μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, καθότι ομολογία συνιστά η παραδοχή επιβλαβούς πραγματικού γεγονότος και όχι επωφελούς πραγματικού γεγονότος, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η ως άνω παραδοχή συνιστά ομολογία επωφελούς περιστατικού, καθότι τα δρομολόγια στην Ισπανία γινόταν με μικρότερο χρόνο εργασίας από τα δρομολόγια στην Αγγλία, β) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ του αριθμού 12 του ως άνω άρθρου) πλημμέλεια ότι εσφαλμένα θεώρησε ότι η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στο υπ' αριθμ. 106/2017 δελτίο εργατικής διαφοράς είναι αληθής, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το νόμο (άρθρα 438 και 440 του ΚΠολΔ) έπρεπε να κρίνει ότι η ως άνω δήλωση έγινε απλώς ενώπιον του αρμοδίου δημοσίου υπαλλήλου και εκ του λόγου τούτου δεν αποδεικνύεται το αληθές αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση . Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και με βάση τις πιο πάνω παραδοχές αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε σε δικαστική ή εξώδικη ομολογία του ενάγοντος προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος για τα έτη 2014 έως 2017 έκανε μόνιμα δύο (2) δρομολόγια στην Αγγλία το μήνα και ότι έκανε ελάχιστα δρομολόγια στην Ισπανία που άλλωστε δεν περιλαμβάνονται στις επίδικες αξιώσεις του, ούτε δέχθηκε ότι υπήρχε ομολογία (εξώδικη) του αναιρεσίβλητου, από τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας (υπ' αριθμ.
πρωτ.106/19.4.2017 δελτίο εργατικής διαφοράς) ότι αυτός το έτος 2013 πραγματοποίησε 18 δρομολόγια προς Ισπανία και 14 προς Αγγλία, τα έτη 2014 και 2015 πραγματοποίησε δύο (2) δρομολόγια το μήνα προς Αγγλία και τέσσερα (4) δρομολόγια ανά έτος προς Ισπανία ενώ από το έτος 2016 πραγματοποίησε δύο (2) δρομολόγια μηνιαίως προς Αγγλία και μόνο ένα (1) δρομολόγιο στις 3.6.2017 προς Ισπανία, ούτε έκρινε το Εφετείο ότι η δήλωση αυτή είναι αληθής επειδή περιέχεται στο ως άνω δημόσιο έγγραφο, ούτε προσέδωσε σ' αυτό οποιαδήποτε αυξημένη αποδεικτική ισχύ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά με βάση τις προσαχθείσες αποδείξεις κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, η δε αναφορά στα όσα δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων στο υπ' αριθμ. 106/2017 δελτίο εργατικής διαφοράς συναρτώνται με το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής κατά τα έτη 2013-2017 και την περί αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .
Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς τα αμφότερα τα ως άνω σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013(Α 74) ορίζεται ότι "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζόμενου αποτελούν: α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, β) η πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου ή μη πραγματική αν ο εργοδότης δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται αυτήν και γ) η μη αποδοχή αυτής από τον εργοδότη (ΑΠ 429/2016).
Συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο εργαζόμενος προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ' αυτόν (ΑΠ 1402/2017, ΑΠ 429/2016). Όταν απαιτείται πραγματική προσφορά δεν χρειάζεται να είναι συνεχής αλλά αρκεί να γίνει μια φορά για να επιφέρει αποτελέσματα (ΑΠ 185/2010) και συνεπώς δεν υποχρεούται ο μισθωτός να επαναλαμβάνει καθημερινά την προσφορά των υπηρεσιών του, αν ο εργοδότης δήλωσε ότι δεν δέχεται την παροχή εργασίας του (ΑΠ 1589/2009, πρβλ.
ΑΠ 525/2016). Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 839/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 308/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 125/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτός κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου και ότι οφείλει να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 23.11.2017 έως 31.5.2018 παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656 και 349 του ΑΚ.
Ότι, ειδικότερα το Εφετείο υπέπεσε σε εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αφού ελλείπει το στοιχείο της υπερημερίας αυτού (αναιρεσείοντος) για το ως άνω χρονικό διάστημα καθότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο διάστημα αυτό ο αναιρεσίβλητος προσέφερε την εργασία του και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν την αποδέχθηκε και ότι παράλληλα περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη διάγνωση της υπερημερίας του, αφού δεν αναφέρει ότι προέκυψε συνεχής άρνησή του περί αποδοχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου ώστε να μην απαιτείται η προσφορά της εργασίας του τελευταίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο όταν αναιρεσίβλητος επέστρεψε στην εργασία του από την αναρρωτική του άδεια που είχε λάβει το χρονικό διάστημα από 21.11.2017 έως 23.11.2017, δεν έγινε αποδεκτή από τον αναιρεσείοντα η προσφορά των υπηρεσιών του, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του ουδόλως αποδείχθηκε και ότι ο αναιρεσίβλητος απλώς επέμενε στη διατήρηση των όρων της από 6.1.2012 σύμβασης εργασίας του, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει ως είχε, εφόσον ούτε τροποποιήθηκε ούτε καταγγέλθηκε, προέβη σε ορθή υπαγωγή των, αναιρετικά ανέλεγκτων πραγματικών περιστατικών που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, στις διατάξεις των άρθρων 648, 656 και 349 του ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε το Εφετείο στον υπαγωγικό του συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο αναιρεσείων περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου και ότι ως εκ τούτου οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων δεν αποδέχθηκε την προσφερθείσα υπηρεσία του αναιρεσίβλητου μετά την επάνοδό του στην εργασία του από τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας και ότι δεν αποδείχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, με συνέπεια να καταστεί ο αναιρεσείων υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 23.11.2017 έως 31.5.2018.
Οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν χωρίς κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου των άρθρων 648, 656 και 349 του ΑΚ, χωρίς να χρειάζεται η παράθεση οποιαδήποτε άλλης παραδοχής και δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαίο στοιχείο για την καταβολή στον αναιρεσίβλητο μισθών υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα η επί καθημερινής βάσης προσφορά των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, αφού η δήλωση του αναιρεσείοντος εργοδότη προς τον αναιρεσίβλητο εργαζόμενό του, όταν ο τελευταίος επέστρεψε στην εργασία του μετά τη λήξη στις 23.11.2017 της αναρρωτικής του αδείας, ότι δεν αποδέχεται τις προσφερθείσες υπηρεσίες του, κατέστησε περιττή τη συνέχιση της προσφοράς της εργασίας του καθόλο το χρονικό διάστημα από 23.11.2017 έως 31.5.2018, εφόσον ο αναιρεσείων δεν ήρε την υπερημερία του είτε με δήλωση προς τον αναιρεσίβλητο ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του, είτε με την, καθοιονδήποτε τρόπο, έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας αυτού.
Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της υπ αριθμ. 25825/1951 Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944 (Α 18), και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικώς η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας" και η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946 "Περί διευκρινίσεως των δικαιουμένων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων", οι οποίες προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτερών αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύκτες, ενώ, αντιθέτως, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού των προσαυξήσεων αυτών στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.
Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφ' όσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν ορισθεί από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις ως ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών μετά των προβλεπομένων προσαυξήσεων, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δε ισχύει για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΑΠ 361/2020, ΑΠ 924/2019, ΑΠ 923/2019, ΑΠ 923/2017) και για την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας ( ΑΠ 924/2019, ΑΠ 923/2019).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 στ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 361/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθείσες από αυτόν αποδείξεις πληρωμής που φέρουν την υπογραφή του αντιδίκου του και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προς απόδειξη του ισχυρισμού του, που είχε προβάλλει πρωτόδικα και στην κατ' έφεση δίκη, περί εξόφλησης των αγωγικών κονδυλίων για αμοιβές υπερεργασίας και επιδομάτων εορτών, στις υπέρτερες καταβληθείσες στον αναιρεσίβλητο αποδοχές, διότι οι μηνιαίες αμοιβές που αυτός ελάμβανε ήταν υπέρτερες του νόμιμου μισθού του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, από τις αναγραφόμενες σ' αυτή ένορκες βεβαιώσεις και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να καταλογίζονται στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές του αναιρεσίβλητου οι αμοιβές υπερεργασίας και τα επιδόματα εορτών, έλαβε υπόψη της και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που ρητώς μνημονεύεται σ' αυτή (3η σελίδα) και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (4η σελίδα) τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος έκτος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε στον ενάγοντα αμοιβές για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία για τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). .
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 1627/30.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ