Legislator Case Law & Legislation
1766/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against conviction for perjury, remanding sentencing and mitigation issues for retrial.

Case Number 1766/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a perjury conviction, finding the lower court's rejection of a mitigation claim lacked sufficient reasoning. The defendants argued they qualified for leniency under Article 84 of the Penal Code due to their lack of prior criminal record and positive social contribution, but the trial court dismissed this without specific factual evidence. Consequently, the court remanded the case for a new trial to properly evaluate the mitigation request and adjust the sentence accordingly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224(2) and 84(2)(a) of the Penal Code; The court must provide specific and reasoned grounds for rejecting a claim of mitigation based on good conduct and lack of prior record, otherwise the decision is flawed and requires remittal for retrial.

Keywords

AI generated
perjury conviction mitigation claim Article 84 Penal Code insufficient reasoning remittal for retrial good conduct defense Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 224(2) of the Penal Code
Article 84(2)(a) of the Penal Code
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1766 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1766/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου και Αλεξάνδρα Σιούτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Γ. Μ. του Ι. και 2. Ι. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2043/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Γ. Κ. του Κ. και 2. Γ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., που παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννη Ζωγράφου.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7383/1.7.2019, κοινή αίτησή τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1058/2019.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε: Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α, περί επιβολής ποινών σε αυτούς και περί συνολικής ποινής στον πρώτο αναιρεσείοντα, β) να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί επιβολής στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έτος, στον καθένα αναιρεσείοντα, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της και δ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη από 30-6-2019 αίτηση (αρ.πρ. 532/7383/2019) των 1) Γ. Μ. του Ι. και 2) Ι. Μ. του Γ. , για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 2043/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

II. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ (όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ) η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 225 § Ια' ΠΚ ( όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρ.1 του ν. 3327/2005 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως) "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως απαιτείται, α) ο διάδικος ή ο μάρτυρας να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, άμεσος δόλος που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Με τις νέες πλέον διατάξεις του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν.4619/2019) το άρθρο 225 καταργήθηκε και η αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης στην οποία αναφέρεται δεν κατέστη ανέγκλητη αλλά ενσωματώθηκε στο νέο άρθρο 224 , το οποίο έχει ως εξής : Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ (που είναι ίδια με την προγενέστερη διάταξη ) , με την οποία ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την συντέλεση της ηθικής αυτουργίας σε αξιόποινη πράξη πρέπει να συντρέξουν α) η με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλές, εκμετάλλευση πλάνης, πραγματικής ή νομικής, χορήγηση ή υπόσχεση αμοιβής, ή μέσο όπως με προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση, παρόρμηση) ή με παραινέσεις πειθώ και φορτικότητα, πρόκληση της αποφάσεως από κάποιον σε άλλον να τελέσει ορισμένη άδικη πράξη και β) ο άλλος να διέπραξε την αξιόποινη αυτή πράξη την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο.

Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο και να αιτιολογείται ειδικά η ύπαρξη άμεσου δόλου, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης .

Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2043/2019 απόφασή του, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για ψευδή ανώμοτη κατάθεση , ηθική αυτουργία κατά συρροή σε ψευδείς καταθέσεις (ο 1ος ) και ψευδή κατάθεση (ο 2ος ) και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης , αντίστοιχα, 16 μηνών και 1 έτους (με τριετή αναστολή) , δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει , αποδείχθηκαν τα, ακόλουθα: "Στις 24-3-2006 και κατά τις απογευματινές ώρες εντός του χώρου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στα ..., επι της οδού ..., έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου, Γ.

Μ. και των συγγενών του, που συνοικούν στην ίδια πολυκατοικία και δη της μητέρας του, Γ. Λ. και εδώ πολιτικώς ενάγουσας, της αδελφής του Μ.-Έ. Μ. και του κουνιάδου του Γ. Κ. (συζύγου της Μ.-Έ. Μ.) και εδώ πολιτικώς ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., έχοντας οικονομικές και περιουσιακές διαφορές με τους άνω συγγενείς του και βρισκόμενος σε διαρκείς διαπληκτισμούς και διαμάχες μαζί τους, κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία, κάλεσε τον ηλεκτρολόγο Ι.

Δ., προκειμένου ο τελευταίος να προβεί στην αποσύνδεση των καλωδίων του κουδουνιού της κεντρικής θύρας του διαμερίσματος της αδελφής του Μ.-Έ. Μ.. Ενώ διενεργούνταν οι άνω εργασίες στο χώρο της εισόδου της πολυκατοικίας, εν αγνοία της αδελφής του, τον αντιλήφθηκε η μητέρα του και πολιτικώς ενάγουσα τη χρονική στιγμή που αυτή επέστρεφε από την Εκκλησία στην οικία της μαζί με τη φίλη της Ν.

Κ.. Όταν η τελευταία τον ρώτησε τι είδους ηλεκτρολογικές εργασίες διενεργούνταν και αυτός της απάντησε ότι προβαίνει στην αποσύνδεση των καλωδίων του κουδουνιού του διαμερίσματος της αδελφής του, τον παρατήρησε λέγοντάς του χαρακτηριστικά "Δεν με λυπάσαι; Γιατί τα κάνεις αυτά τα πράγματα; Γιατί πολεμάς την αδελφή σου;".

Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος έξαλλος, επιτέθηκε στη μητέρα του και, κτυπώντας την με τα χέρια και τα πόδια του, της προκάλεσε κάκωση δεξιού ημιθωρακίου [βλ. την υπ' αρ. πρωτ. ….3/1-6-2006 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου "..."]. Η αδελφή του Μ.-Έ. Μ., ακούγοντας τις φωνές της μητέρας της, προσέτρεξε από το διαμέρισμά της για να την βοηθήσει και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε και σε αυτήν, χτυπώντας την με τα χέρια και τα πόδια του και της προκάλεσε κακώσεις στα χέρια, στα πόδια και στο πρόσωπο [βλ.

την υπ' αρ. πρωτ. ….4/1-6-2006 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου "..."]. Την ίδια χρονική στιγμή εξήλθε από την είσοδο της πολυκατοικίας και ο πολιτικώς ενάγων Γ. Κ. (σύζυγος της αδελφής του), προκειμένου να μεταβεί στο φροντιστήριο της θυγατέρας του για να την παραλάβει και βλέποντας το συμβάν, παρατήρησε τον πρώτο κατηγορούμενο, λέγοντάς του "δεν ντρέπεσαι να χτυπάς τη μάνα σου;".

Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος του επιτέθηκε φραστικά, λέγοντάς του "Είσαι Αλβανός", ενώ ο πολιτικώς ενάγων αποχώρησε από το σημείο. Την ίδια χρονική στιγμή κατέβηκε από την πολυκατοικία και ο κουμπάρος του πρώτου κατηγορούμενου Ε. Κ., ο οποίος είδε το συμβάν και προσπάθησε να τους χωρίσει, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα Γ.

Λ. κάλεσε την αστυνομία και ο πρώτος κατηγορούμενος αμέσως εξαφανίστηκε. Για τις ανωτέρω πράξεις που διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος σε βάρος της μητέρας του και της αδελφής του ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυτοδικία και απλή σωματική βλάβη. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε την από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυσή του σε βάρος της αδελφής του (Μ.-Έ.

Μ.), τους γαμπρού του (Γ. Κ.) και της μητέρας του (Γ. Λ.), με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της συκοφαντικής δυσφήμισης από κοινού, της έργω εξύβρισης, της βλασφημίας, της απειλής και της λόγω εξύβρισης. Οι τελευταίοι δικάστηκαν στις 28-11-2011 από το ΣΤ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και με την υπ' αρ. 69413/ 2011 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκαν αθώοι για όλες τις αποδιδόμενες σ' αυτούς ανωτέρω αξιόποινες πράξεις.

Κατά τη συνεδρίαση του άνω Δικαστηρίου στις 28-11-2011 ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. (εκεί πολιτικώς ενάγων), ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως διάδικος, από το άνω Δικαστήριο που ήταν αρμόδιο να ενεργεί τέτοια εξέταση, στο πλαίσιο της άνω μήνυσής του, που υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Αθηνών, επιβεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενο της, αναφέροντας για τους εδώ πολιτικώς ενάγοντες Γ.

Κ. και Γ. Λ. ότι τέλεσαν σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, της εξύβρισης με λόγο και έργω, ο δε πρώτος των πολιτικώς εναγόντων επιπλέον τα αδικήματα της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της κακόβουλης βλασφημίας, απειλής.

Ειδικότερα ανέφερε: "Μου όρμησαν όλοι. Ο Κ.-δεύτερος μηνυτής με άρπαξε από τον λαιμό. Με στρίμωξαν στη σκάλα και με έριξαν κάτω. Άρχισαν να με αποκαλούν πλαστογράφο. Άνοιξε η αδελφή μου την πόρτα για να ακούγεται από τους τρίτους. Όλα όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο έχουν γίνει. Έβρισε τα θεία ο Κ. και με έσπρωξαν και με κλώτσησαν.

Είπαν τώρα θα σε τελειώσω βλάκα, απατεώνα, αλήτη. Και ο δεύτερος το είπε. Αν δεν ήταν ο .... δεν ξέρω τι Θα γινόταν. Εγώ ήμουν γεμάτος γδαρσίματα. Και οι τρεις προσέβαλαν την τιμή μου. Έβρισαν και τα Θεία.... Και οι τρεις με κτυπούσαν με κλωτσιές και μπουνιές .... Οι γρατσουνιές έγιναν από τις δύο γυναίκες .... Ο Κ.

κυρίως άσκησε βία .... Ο Κ. προσπαθούσε να τους απομακρύνει. Τους τράβηξε με δύναμη ο Κ.. Ψυχολογικά ήμουν ράκος μετά το περιστατικό. Έπεσα κάτω μετά τον ξυλοδαρμό. Όταν με άρπαξε από τον λαιμό ήμουν όρθιος .... Ο Κ. φώναζε τον γαμπρό μου "τι κάνεις εκεί Θα σκοτώσεις άνθρωπο;". Είχα σημάδια παντού. Εγώ προσπαθούσα με τα χέρια και τα πόδια να τους απομακρύνω.

Πιθανόν τα σημάδια τους να έγιναν από τη δύναμη πού άσκησε ο Κ. για να τους απομακρύνει". Ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε τα ανωτέρω περιστατικά, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδή, αφού ο ίδιος προκάλεσε το ανωτέρω συμβάν και πως το αληθές ήταν ότι οι πολιτικώς ενάγοντες ουδέποτε τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ότι αντιθέτως αυτός επιτέθηκε στη μητέρα του και την αδελφή του.

Εξάλλου, για το λόγο αυτό οι πολιτικώς ενάγοντες κηρύχθηκαν αθώοι, με την υπ' αρ. 69413/28-11-2011 αμετάκλητη απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Μ., σύζυγος της Γ. Λ. και πατέρας του πρώτου κατηγορούμενου, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την ίδια δικάσιμο της 28ης- 11-2011, προταθείς ως μάρτυρας από τον πρώτο κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυσής του, επιβεβαίωσε και αυτός το περιεχόμενο της και ανέφερε για τους πολιτικώς ενάγοντες ότι τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σε βάρος του.

Ειδικότερα ανέφερε τα παρακάτω ψευδή περιστατικά: "Εγώ ήμουν στο σπίτι του στον 4ο όροφο με τη νύφη μου και τα εγγόνια μου. Εγώ κατέβηκα στο πλατύσκαλο του 1ου ορόφου .... Ο Κ. ήρθε και αυτός με τον ηλεκτρολόγο. Εγώ άκουσα τις φωνές. Τον αποκαλούσαν παλιάνθρωπε, απατεώνα, πλαστογράφο. Ο 2ος κατηγορούμενος έβρισε τα θεία.

Του επιτέθηκαν, τον έπιασαν από το λαιμό. Τους χώρισε ο Κ.. Οι κατηγορούμενοι τον κτυπούσαν. Τον είδα γιατί ανέβηκε στο σπίτι. Είχε αμυχές. Έπεσαν όλοι επάνω του. Το είπε και ο Κ. που τους χώρισε. Θα μπορούσε να κινδυνεύσει η ζωή του. Άκουσα τον Κ. να τον λέει απατεώνα, πλαστογράφο, γαμώ την Παναγία σου, το Χριστό σου, θα δεις τι θα σου κάνω, θα σε φτιάξουμε".

Πλήρως, δε, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε ότι όλα τα περιστατικά που ανέφερε ήταν ψευδή, αφού αφενός μεν αυτός δεν βρισκόταν στην άνω πολυκατοικία αλλά στο ..., αφετέρου δε ότι το αληθές ήταν ότι οι πολιτικώς ενάγοντες ουδέποτε τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες, άλλωστε, κηρύχθηκαν αθώοι, δυνάμει της υπ' αρ. 69413/28- 11-2011 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Εξάλλου, στην ίδια δίκη κατέθεσε ενόρκως, ως μάρτυρας και ο Ε. Κ., προταθείς από τον πρώτο κατηγορούμενο στο πλαίσιο της από 10-4-2006 μήνυσης του (ABM Α06-1755) και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, αναφέροντας για τους πολιτικώς ενάγοντες ότι τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου.

Ειδικότερα ο τελευταίος κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή περιστατικά: "Ήμουν παρών στο συμβάν. Είχε ξεκινήσει η αποσύνδεση όταν πήγα εγώ. Ήταν σε λεκτική επίθεση. Επιτέθηκαν οι κατηγορούμενοι. Το θέμα ήταν μία θέση πάρκιγκ .... Αρχισαν φραστικά "πλαστογράφο, αλήτη, απατεώνα, πουλάς τη ψυχή σου στο διάβολο. Και οι δύο κατηγορούμενοι τον άρπαξαν από το λαιμό.

Σκοπός τους ήταν να τον πνίξουν. Ο Γ. έπεσε κάτω. Αυτό κράτησε δευτερόλεπτα γιατί μπήκα στη μέση. Ο Μ. αμύνθηκε τεντώνοντας χέρια και πόδια. Σωματικά είχε εκδορές. Όσο τον πίεζε είχε δυσφορία. Δεν ήταν το θύμα σε θέση να αμυνθεί. Ήταν η θέση του σώματος τέτοια που δεν μπορούσε να αντιδράσει. Και η μητέρα του κάποια στιγμή μπήκε στη μέση και τον έσπρωχνε η τρίτη.

Η 1η κατηγορούμενη κυρίως έβριζε και ουραγός ήταν ο 2ος κατηγορούμενος. Η 1η κατηγορούμενη αλήτη, απατεώνα, συνεπικουρούμενη από τον 2ο. Άκουσα το 2ο και την 1η κατηγορουμένη να βρίζει τα θεία .... Εγώ δεν είδα εκδορές στην 3η κατηγορούμενη. Η θέση του Γ. ήταν κάτω από τις σκάλες και δεν μπορούσε να κινηθεί ....

Την Κ. δεν τη γνωρίζω. Κανένας άλλος δεν ήταν μπροστά στο κλιμακοστάσιο ... Δεν άκουσα την 1η κατηγορουμένη να ρωτά τι κάνετε εκεί. Ο Γ. απάντησε στις προσβολές αμυνόμενος". Αλλά και η Σ. Φ. στην ίδια δίκη κατέθεσε ενόρκως, ως μάρτυρας, προταθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο στο πλαίσιο της από 10-4-2006 μήνυσης του (ΑΒΜ Α06- 1755) και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, αναφέροντας για τους πολιτικώς ενάγοντες ότι τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου.

Ειδικότερα η τελευταία κατέθεσε τα παρακάτω ψευδή περιστατικά: "Είμαι σύζυγος του Κ.. Είμαστε κουμπάροι. Βρισκόμουν στον τρίτο όροφο. Άνοιξα την πόρτα και είδα τον κουμπάρο μου να κατεβαίνει με το παιδί.

Άκουγα φωνές, αντρική φωνή "αλήτη, πλαστογράφο, πουλάς τη ψυχή σου στο διάβολο". Τα θεία. Και τις γυναίκες άκουγα. Τον άντρα μου να προσπαθεί να τους χωρίσει. Είχε εκδορές και κοκκινίλες". Η, εν λόγω, κρίση και δη ότι όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που περιέχονται στην από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυση του πρώτου κατηγορούμενου σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων είναι ψευδή, στηρίζεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να παραλείπεται κανένα απ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι υπ' αρ.

πρωτ. 8714/1-11-2006 και 8713/1-11-2006 ιατρικές βεβαιώσεις του Γενικού Νοσοκομείου "...", από τις οποίες προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα Γ. Λ. και η θυγατέρα της Μ.-Έ. Μ. εξετάστηκαν στα εξωτερικά ιατρεία του άνω νοσοκομείου την ίδια ημέρα, κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και κατά τις βραδινές ώρες και διαπιστώθηκε ότι είχαν υποστεί τις προαναφερόμενες κακώσεις.

Δεν προέκυψε, εξάλλου, από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απλώς αμύνθηκε στα κτυπήματα της αδελφής του και της μητέρας του καθώς και του γαμβρού από τα οποία δήθεν του προκλήθηκαν αμυχές, όπως ο ίδιος αβάσιμα στην άνω μήνυσή του επικαλείται. Άλλωστε η μητέρα του, η οποία, κατά τον χρόνο εκείνο ήταν 63 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, σε καμία περίπτωση δεν είχε τη σωματική ικανότητα να κτυπήσει τον υιό της, ετών 40 κατά τον ανωτέρω χρόνο και να τον ρίξει στο έδαφος, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του τελευταίου, που αναφέρονται στην άνω μήνυσή του.

Το γεγονός, δε, ότι ο τελευταίος, στο κάλεσμα των αστυνομικών οργάνων, εξαφανίστηκε, ενώ δεν εξετάστηκε και από ιατροδικαστή για να διαπιστωθούν οι άνω κακώσεις, που επικαλείται ότι υπέστη, ενισχύει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσον ότι ο πολιτικώς ενάγων Γ.

Κ., κτύπησε και εξύβρισε τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος ψευδώς αναφέρει στην άνω μήνυσή του. Αντιθέτως, προέκυψε ότι ο τελευταίος εξήλθε από τον χώρο της πολυκατοικίας την χρονική στιγμή, που λάμβανε χώρα το άνω συμβάν και βλέποντας τον κατηγορούμενο να επιτίθεται στη μητέρα του, τον παρατήρησε λέγοντάς του "δεν ντρέπεσαι να χτυπάς τη μάνα σου;" και στη συνέχεια αποχώρησε από το σημείο.

Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσον ότι ο Γ. Κ. αναμίχθηκε στο επεισόδιο, που έλαβε χώρα μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου από τη μια μεριά και της μητέρας του και της αδελφής του από την άλλη μεριά. Εξάλλου, πλήρως αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι.

Μ., πατέρας του πρώτου κατηγορούμενου και σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας Γ. Λ., δεν ήταν παρών στο επίδικο συμβάν και ότι απουσίαζε το ..., όπου και κατοικούσε μόνιμα και ότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα του 4ου ορόφου της άνω πολυκατοικίας με τα εγγόνια του και τη νύφη του και ότι, ακούγοντας τις φωνές, έγινε ο ίδιος μάρτυρας του άνω επεισοδίου.

Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύεται συνεπώς ότι όλα τα αναφερόμενα περιστατικά στην ανωμοτί κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου και στην ένορκη κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου Ι. Μ., αλλά και στις ένορκες καταθέσεις των Σ. Φ. και Ε. Κ. (που δεν είναι εκκαλούντες στη παρούσα δίκη), που δόθηκαν ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 28ης-11-2011, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυσης του πρώτου κατηγορούμενου, ήταν ψευδή.

Οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορούμενων, δε, σαφώς και γνώριζαν ότι κατέθεταν ψέματα, αφού ο μεν πρώτος ήταν αυτός που προκάλεσε το ένδικο επεισόδιο σε βάρος της μητέρας του και της αδελφής του και γνώριζε πολύ καλά τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που πράγματι έλαβαν χώρα, ήτοι ότι αυτός επιτέθηκε στις τελευταίες, ο δε δεύτερος δεν βρισκόταν καν στην ….και σαφώς και κατέθεσε όσα ψευδή περιστατικά του ανέφερε ο υιό του, εν γνώσει της αναληθείας τους και σε συνεννόηση μαζί του.

Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύεται ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του πρώτου και δεύτερου των κατηγορούμενων, στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (όσον αφορά τον πρώτο) και της ψευδορκίας μάρτυρα (όσον αφορά τον δεύτερο) και συνεπώς οι τελευταίοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές, που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Εξάλλου, στην ίδια δίκη κατέθεσε ενόρκως, ως μάρτυρας και η τρίτη κατηγορούμενη, προταθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 του (ABM Α06-1755) μήνυσης και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, αναφέροντας για τους πολιτικώς ενάγοντες ότι τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις σε βάρος του πρώτου κατηγορούμενου.

Ειδικότερα, η τελευταία κατέθεσε τα παρακάτω περιστατικά: "Κατέβηκα κάτω. Υπήρχε εκεί καθρέπτης, από όπου είδε και τους τρεις να έχουν πέσει πάνω του. Φώναζε βοήθεια. Είχαν γίνει ένα κουβάρι. Ο Κ. προσπαθούσε να τους χωρίσει. Τον είδα κάτω να προσπαθεί να αμυνθεί. Τον είπαν αλήτη, παλιάνθρωπο, θα δεις τι θα πάθεις.

Τον φώναζαν στη γειτονιά απατεώνα και πλαστογράφο, προσβάλλοντας τον ως επιχειρηματία. Είχε γρατζουνιές στο πρόσωπο, είχε κοκκινίλες στο λαιμό του. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει καλά. Στο πρόσωπο από τις κατηγορούμενες και στο λαιμό από τον Κ.. Ακόμη και τώρα μας απειλούν. Βγαίνει στη βεράντα η πεθερά μου ακόμη και σήμερα.

Και τι δεν λέει. Ξεστόμιζαν βρισιές, θα δεις τι θα σου κάνουμε, πουλάς και τη ψυχή σου στο διάβολο για τα λεφτά. Τον είδα τον δεύτερο κατηγορούμενο να κτυπά τον άντρα μου. Τα σημάδια και στο πρόσωπο και το λαιμό τα είχε για μία βδομάδα. Είναι καρκινοπαθής η πεθερά μου, αλλά παρόλα αυτά επιτίθεται φραστικά και κάνει και μηνύσεις".

Τα ανωτέρω περιστατικά προέκυψε ότι πράγματι ήταν ψευδή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αυτός που προκάλεσε το ανωτέρω επεισόδιο και επιτέθηκε στη μητέρα του και την αδελφή του. Ωστόσο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, πλήρως προέκυψε ότι η τρίτη κατηγορούμενη Φ.

Π., σύζυγος του πρώτου κατηγορούμενου, κατά τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, βρισκόταν εντός του διαμερίσματος της στην άνω πολυκατοικία και ότι η ίδια δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων που συνέβησαν, αλλά μόνον άκουσε τη φασαρία και τις φωνές και διαπίστωσε ότι έλαβε χώρα διαπληκτισμός ανάμεσα στο σύζυγο της αφενός και στη μητέρα του, την αδελφή του και το σύζυγο της αδελφής του αφετέρου.

Τα περιστατικά, όμως, που η ίδια κατέθεσε, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 28ης-11-2011, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυσης του πρώτου κατηγορούμενου και αναφέρονται με λεπτομέρεια στο διατακτικό της παρούσας, της τα είχε μεταφέρει ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή.

Ο τελευταίος, δε, την έπεισε ότι τα περιστατικά αυτά ήταν αληθή και ότι ο ίδιος είχε πέσει θύμα επίθεσης από την μητέρα του, την αδελφή του και τον σύζυγο της αδελφής του. Έτσι, η τελευταία πείσθηκε ότι έπρεπε να καταθέσει τα παραπάνω περιστατικά ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να συνδράμει τον σύζυγο της και να αναδειχθεί η αλήθεια υπέρ του τελευταίου.

Η, εν λόγω, κρίση, άλλωστε, πλήρως ενισχύεται και από τις καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του πολιτικώς ενάγοντα και της μάρτυρα κατηγορίας, Μ.-Έ. Μ., οι οποίοι αβίαστα και με σαφήνεια αναφέρουν ότι η τρίτη κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα και ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα της τα μετέφερε ο σύζυγος της και ότι η τελευταία δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά.

Κατ' ακολουθίαν τούτου, δεν προέκυψε με ασφάλεια και επάρκεια και χωρίς καμία αμφιβολία, όπως θα έπρεπε για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, ότι η τρίτη κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω γεγονότα, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδή και ότι με τον τρόπο αυτό είχε πρόθεση να βλάψει τους πολιτικώς ενάγοντες.

Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε με επάρκεια και ασφάλεια ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της τρίτης κατηγορούμενης στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την πράξη αυτή, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Αποδείχθηκε, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος σύζυγος της, της προκάλεσε την απόφαση να καταθέσει τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, πείθοντάς την, περί της αληθείας τους. Έτσι αυτός, ως ηθικός αυτουργός, ευθύνεται παρά την αθώωση της συγκατηγορουμένης του αυτουργού, λόγω έλλειψης δόλου, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας.

Προέκυψε, άλλωστε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., κατά την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία, ήτοι στις 28-11-2006, με πειθώ και φορτικότητα, εκμεταλλευόμενος τη σχέση που είχε μαζί τους και τα γεγονότα ότι ο πατέρας του βρισκόταν σε διαμάχη με τη μητέρα του και αντιδικία και έχοντας προς τούτο πρόθεση, προκάλεσε την απόφαση και στους Ι.

Μ., Σ. Φ. και Ε. Κ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του ΣΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 28η-11-2011, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 μήνυσης του, να καταθέσουν τα αναφερόμενα ως άνω, όπως ειδικότερα περιγράφονται, ενώ γνώριζε ότι τα προεκτεθέντα ήταν ψευδή και ότι τα αληθή γεγονότα ήταν τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια ένοχους τους αναιρεσείοντες και ειδικότερα, του ότι: "1) ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. με περισσότερες πράξεις τέλεσε αδικήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: Στην …., την 28-1 1-2011, ενώ εξετάζονταν χωρίς όρκο ως διάδικος από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα, ειδικότερα ενώ εξετάζονταν χωρίς όρκο,' ενώπιον του ΣΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως πολιτικώς ενάγων της από 10-4-2006 μήνυσης του (ABM Α06-1755) που υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Αθηνών, επιβεβαίωσε ως αληθές το κείμενο της μηνύσεως του, αναφέροντας για τους νυν μηνυτές Γ.

Κ. . και Γ. Λ. του Γ. ότι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, εξύβρισης, εξύβρισης με λόγο, ο δε πρώτος των νυν μηνυτών πλέον τα αδικήματα της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κακόβουλης βλασφημίας, απειλής.

Ειδικότερα ανέφερε: "Μου όρμησαν όλοι. Ο Κ. -δεύτερος μηνυτής- με άρπαξε από τον λαιμό . Με στρίμωξαν στη σκάλα και με έριξαν κάτω. Άρχισαν να με αποκαλούν πλαστογράφο. Άνοιξε η αδελφή μου την πόρτα για να ακούγεται από τους τρίτους. Όλα όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο έχουν γίνει. Έβρισε τα θεία ο Κ.ς και με έσπρωξαν και με κλώτσησαν. Είπαν τώρα Θα σε τελειώσω βλάκα, απατεώνα, αλήτη. Και ο δεύτερος το είπε. Αν δεν ήταν ο .... δεν ξέρω τι Θα γινόταν. Εγώ ήμουν γεμάτος γδαρσίματα. Και οι τρεις προσέβαλαν την τιμή μου. Έβρισαν και τα Θεία.... Και οι τρεις με κτυπούσαν με κλωτσιές και μπουνιές .... Οι γρατσουνιές έγιναν από τις δύο γυναίκες .... Ο Κ. κυρίως άσκησε βία .... Ο Κ. προσπαθούσε να τους απομακρύνει. Τους τράβηξε με δύναμη ο Κ.. Ψυχολογικά ήμουν ράκος μετά το περιστατικό. Έπεσα κάτω μετά τον ξυλοδαρμό. Όταν με άρπαξε από τον λαιμό ήμουν όρθιος .... Ο Κ. φώναζε τον γαμπρό μου "τι κάνεις εκεί Θα σκοτώσεις άνθρωπο;". Είχα σημάδια παντού. Εγώ προσπαθούσα με τα χέρια και τα πόδια να τους απομακρύνω. Πιθανόν τα σημάδια τους να έγιναν από τη δύναμη πού άσκησε ο Κ. για να τους απομακρύνει".ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και πως το αληθές ήταν ότι οι μηνυόμενοι ουδέποτε τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 69413/28-1 1-2011 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Μ. στην ……, την 28-11-2011, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προταθείς από τον πρώτο κατηγορούμενο στα πλαίσια της από 10-4- 2006 μήνυσης του (ABM Α06-1 755), επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της, ανέφερε για τους μηνυτές ότι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, εξύβρισης, εξύβρισης με λόγο, ο δε πρώτος των νυν μηνυτών πλέον τα αδικήματα της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κακόβουλης βλασφημίας, απειλής.

Ειδικότερα: "Εγώ ήμουν στο σπίτι του στον 4ο όροφο με τη νύφη του και τα εγγόνια του. Εγώ κατέβηκα στο πλατύσκαλο του 1ου ορόφου .... Ο Κ. ήρθε και αυτός με τον ηλεκτρολόγο. Εγώ άκουσα τις φωνές. Τον αποκαλούσαν παλιάνθρωπε, απατεώνα, πλαστογράφο. Ο 2ος κατηγορούμενος έβρισε τα θεία. Του επιτέθηκαν, τον έπιασαν οπτό το λαιμό.

Τους χώρισε ο Κ.. Οι κατηγορούμενοι τον κτυπούσαν. Τον είδα γιατί ανέβηκε στο σπίτι. Είχε αμυχές. Έπεσαν όλοι επάνω του. Το είπε και ο Κ. που τους χώρισε. Θα μπορούσε να κινδυνεύσει η ζωή του. Άκουσα τον Κ. να τον λέει απατεώνα, πλαστογράφο, γαμώ την Παναγία σου, το Χριστό σου, θα δεις τι θα σου κάνω, θα σε φτιάξουμε", ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και πως το αληθές ήταν ότι οι μηνυόμενοι ουδέποτε τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 69413/28-11-2011 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση 2 του I ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

3) ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. στην Αθήνα, την 28-11-2011, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, που αυτοί τελικά διέπραξαν. Συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε την απόφαση στους Ι. Μ., Φ. Π., Σ. Φ. και Ε. Κ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 28-11-201 1, στα πλαίσια της από 10-4-2006 μήνυσης του, να καταθέσουν τα αναφερόμενα ως άνω, όπως ειδικότερα περιγράφονται, ενώ γνώριζε ότι τα προεκτεθέντα ήταν ψευδή και πως τα επ' αυτών αληθή ήταν τα όσα αναφέρονται ως άνω.".

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης , της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε ψευδείς καταθέσεις ο 1ος και ψευδούς κατάθεσης ο 2ος , για τα οποία καταδικάστηκαν αντίστοιχα οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως : α) η αρμόδια να ενεργεί εξέταση αρχή , δηλαδή το δικαστήριο ενώπιον του οποίου κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, β) τα ψευδή γεγονότα που αυτοί κατέθεσαν , γ) τα αληθή περιστατικά που αυτοί γνώριζαν και αντ' αυτών κατάθεσαν τα ψευδή, δ) αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος αυτών δεδομένου ότι η αναλήθεια των όσων αυτοί ισχυρίστηκαν στις επίμαχες καταθέσεις τους, ως τούτο συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο των όσων ισχυρίστηκαν όσο και από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης, στηρίζεται σε προσωπική τους πεποίθηση και αντίληψη, με αυτονόητη κατά συνέπεια τη σχετική γνώση τους περί της αναληθείας τους, ώστε να μην απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση τους αυτή, περιστατικών και ε) με την απαιτούμενη αιτιολογική πληρότητα προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα και δη αυτά της πειθούς, της φορτικότητας και των συνεχών προτροπών και παραινέσεων, με τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων προκάλεσε , τόσο στο συγκατηγορούμενό του Ι.

Μ. (2° αναιρεσείοντα) ως προς τον οποίο αιτιολογημένα να γίνεται δεκτό ότι δεν ήταν παρών στο ένδικο επεισόδιο όσο και στους λοιπούς μάρτυρες που αναφέρονται στο σκεπτικό , την απόφαση να τελέσουν την αξιόποινη πράξη των ψευδών καταθέσεων καθώς και η υποκείμενη δόλια προαίρεση τούτου, άμεσα συναπτόμενη με την επιδιωκόμενη από τον ίδιο αίσια έκβαση της δικαστικής διένεξης μεταξύ τούτου και των συγγενικών του προσώπων ( δηλαδή του επεισοδίου που προκλήθηκε με τα συγγενικά του πρόσωπα ), δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται εξειδικευμένα στην απόφαση περαιτέρω σε τι συνίσταντο οι προτροπές, η πειθώ και η φορτικότητα, που έγινε δεκτό ότι αποτέλεσαν τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο εν λόγω αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν τις πράξεις των ψευδών καταθέσεων, αλλά αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της αποφάσεως, αιτιωδώς ως προς την ανωτέρω άδικη πράξη που τέλεσαν οι φυσικοί αυτουργοί.

Ενώ, τέλος, η απόφαση επαρκώς αιτιολόγησε και την ηθική αυτουργία του 1ου αναιρεσείοντος ως προς την μερικότερη πράξη της ψευδούς κατάθεσης που φέρεται να ετέλεσε η σύζυγος του Φ. Π. (3η κατηγορούμενη) η οποία αθωώθηκε ελλείψει δόλου , χωρίς να διαλάβει προς τούτο αντιφατικές αιτιολογίες , όπως αβάσιμα αιτιάται ο 1ος αναιρεσείων .

Ειδικότερα , δέχτηκε η απόφαση ότι: "Η τρίτη κατηγορούμενη Φ. Π., σύζυγος του πρώτου κατηγορούμενου, κατά τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, βρισκόταν εντός του διαμερίσματος της στην άνω πολυκατοικία και ότι η ίδια δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων που συνέβησαν, αλλά μόνον άκουσε τη φασαρία και τις φωνές και διαπίστωσε ότι έλαβε χώρα διαπληκτισμός ανάμεσα στο σύζυγο της αφενός και στη μητέρα του, την αδελφή του και το σύζυγο της αδελφής του αφετέρου.

Τα περιστατικά, όμως, που η ίδια κατέθεσε, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 28ης-11-2011, στο πλαίσιο της από 10-4-2006 (ABM Α06-1755) μήνυσης του πρώτου κατηγορούμενου και αναφέρονται με λεπτομέρεια στο διατακτικό της παρούσας, της τα είχε μεταφέρει ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή.

Ο τελευταίος, δε, την έπεισε ότι τα περιστατικά αυτά ήταν αληθή και ότι ο ίδιος είχε πέσει θύμα επίθεσης από την μητέρα του, την αδελφή του και τον σύζυγο της αδελφής του. Έτσι, η τελευταία πείσθηκε ότι έπρεπε να καταθέσει τα παραπάνω περιστατικά ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να συνδράμει τον σύζυγο της και να αναδειχθεί η αλήθεια υπέρ του τελευταίου.

Η, εν λόγω, κρίση, άλλωστε, πλήρως ενισχύεται και από τις καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του πολιτικώς ενάγοντα και της μάρτυρα κατηγορίας, Μ.-Έ. Μ., οι οποίοι αβίαστα και με σαφήνεια αναφέρουν ότι η τρίτη κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα και ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα της τα μετέφερε ο σύζυγος της και ότι η τελευταία δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά.

Κατ' ακολουθίαν τούτου, δεν προέκυψε με ασφάλεια και επάρκεια και χωρίς καμία αμφιβολία, όπως θα έπρεπε για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, ότι η τρίτη κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως τα ανωτέρω γεγονότα, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδή και ότι με τον τρόπο αυτό είχε πρόθεση να βλάψει τους πολιτικώς ενάγοντες.

Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε με επάρκεια και ασφάλεια ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της τρίτης . κατηγορούμενης στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της- ψευδορκίας μάρτυρα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την πράξη αυτή, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Αποδείχθηκε, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος σύζυγος της, της προκάλεσε την απόφαση να καταθέσει τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, πείθοντάς την, περί της αληθείας τους. Έτσι αυτός, ως ηθικός αυτουργός, ευθύνεται παρά την αθώωση της συγκατηγορουμένης του αυτουργού, λόγω έλλειψης δόλου".

Συνεπώς, όλοι οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , καθώς και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης , αναφορικά με την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, οι οποίες με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής .

Ως ελαφρυντική περίσταση εθεωρείτο, μεταξύ άλλων, κατά τον προισχύσαντα Ποινικό Κώδικα , η προβλεπόμενη από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', δηλαδή το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή . Πα να στοιχειοθετηθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκούσε ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείτο θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, δηλαδή έπρεπε ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλωνόταν με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α ΠΚ μορφές (ΑΠ 522/2018,1176/2017 κλπ). Περαιτέρω , σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ (Ν.4619/2019) , αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων , εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου . Επίσης , από το συνδυασμό των άρθρων 511 εδάφιο τελευταίο και 514 εδάφιο τελευταίο του ισχύοντος ΚΠΔ (Ν.4620/2019) , ο Άρειος Πάγος επί παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως , σε κάθε περίπτωση , αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως .

Σύμφωνα δε με το άρθρο 84 παρ 2 α' του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ , ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται πλέον το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα , περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα . Η εν λόγω διάταξη είναι προφανώς επιεικέστερη της προϊσχύσασας, όπως δε χαρακτηριστικά αναγράφεται στην αιτιολογική έκθεση (σελ. 6 και 22) του ισχύοντος ΠΚ " Αντί του κριτηρίου της "έντιμης" ζωής τίθεται το ορθολογικότερο της "νόμιμης", ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο.

Η εκπλήρωση απροσδιόριστων "ηθικών καθηκόντων" έχει φυσικοδικαιικό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου.....Στην περ. α' αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου.

Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης".

Στην προκείμενη περίπτωση , η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2° του ΠΚ με το ακόλουθο σκεπτικό "Από την ανάγνωση των ποινικών μητρώων του πρώτου και δεύτερου των κατηγορούμενων, που υπάρχουν στη δικογραφία, προέκυψε ότι πράγματι οι τελευταίοι δεν είχαν ποινική εμπλοκή μέχρι την τέλεση των ανωτέρω πράξεων τους, ωστόσο πέραν τούτου δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τέτοια, πέραν του ότι είναι σωστοί οικογενειάρχες, που να καταδεικνύουν προηγούμενη θετική και γενικότερη κοινωνική δραστηριότητα αυτούς, με πράξεις θετικές και με προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο και ότι γενικότερα έζησαν κατά τρόπο που, σε καμία περίπτωση, δεν αναμενόταν ως πιθανή η εκτροπή αυτών σε ποινική παραβατικότητα, ούτε, άλλωστε, οι τελευταίοι επικαλούνται, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τέτοια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά".

Με το σκεπτικό αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση, θεωρούμενη υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου επεικέστερου νόμου (ΠΚ 2) που καθιερώνει άλλες προϋποθέσεις (σύννομο βίου), στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική διάταξή της για αναγνώριση της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ' αυτούς. Σε κάθε δε περίπτωση, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, περαιτέρω, αυτεπάγγελτα (ΚΠΔ 511 εδ.

τελευταίο) και ως προς τις διατάξεις αυτής περί επιβολής τόσο των κυρίων ποινών (δηλαδή, φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών έως 3 έτη και χρηματική ποινή, αντίς της προϊσχύουσας απειλούμενης φυλάκισης τουλάχιστον 1 έτους), όσο και της κατάργησης της παρεπομένης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων στους αναιρεσείοντες.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί μερικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πιο πάνω διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικά την απόφαση 2043/2019 του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και ειδικότερα, τόσο ως προς τη διάταξη της περί απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 α' ΠΚ, όσο και ως προς τις διατάξεις αυτής περί επιβολής κυρίων και παρεπομένων ποινών σ' αυτούς (αναιρεσείοντες).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 30.6.2019 (αριθ. 531/7383/2019 αίτηση των α) Γ. Μ. του Ι. και β) Ι. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οδός ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2043/19 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ