Legislator Case Law & Legislation
1766/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding termination compensation and unjust enrichment claims.

Case Number 1766/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a private company against a First Instance Court judgment. The company argued that the lower court erred in accepting claims for termination compensation and unjust enrichment, claiming these were legally unfounded. The court rejected these arguments, noting the lower court correctly recognized the employees' statutory rights to severance and other benefits upon contract termination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 993/1979; Art. 4 of PD 410/1988; Art. 904 of the Civil Code: The court established that termination compensation and related benefits are statutory rights for employees upon contract termination, rendering claims based on unjust enrichment inadmissible when the primary basis is the termination of the employment contract.

Keywords

AI generated
termination compensation unjust enrichment employment contract statutory rights labor law appeal severance pay civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 993/1979
Art. 4 of PD 410/1988
Art. 904 of the Civil Code
Art. 103 of the Constitution
Law 2527/1997
Law 2190/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1766 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1766/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "... - Ανώνυμη Εταιρεία Ο.Τ.Α.", με το διακριτικό τίτλο "... - Ο.Τ.Α." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μητρούση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Γ., κατοίκου ..., και 2) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούλα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1768/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2636/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/12/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το άρθρο 1 του ν.993/79, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίηση αυτού με το Π.Δ 410/1988( ΦΕΚ ΑΊ91) σε ενιαίο κείμενο μαζί με άλλες διατάξεις που αφορούν το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ορίζεται ότι η πρόσληψη προσωπικού επιτρέπεται μόνο:

α) για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς και τεχνικού βοηθητικού προσωπικού, β) για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών και γ) για την κάλυψη παροδικών αναγκών που δεν είναι απρόβλεπτες και επείγουσες, ενώ με το άρθρο 4 του ίδιου προεδρικού διατάγματος (410/1988) ορίζεται ότι:

η πρόσληψη κατ’ εξαίρεση τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης επιτρέπεται σε οργανικές θέσεις, που ειδικά προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις κάθε υπηρεσίας, εφόσον αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

Περαιτέρω, μετά την ισχύ του ν.2190/1994 (ΦΕΚ Α’ 28/3-4-1994), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν.2527/1997 (ΦΕΚ Α’ 206/8-10-1997), που επέφερε τροποποιήσεις, κυρίως ως προς την πρόσληψη προσωπικού, στο Π.Δ 410/1988,η πρόσληψη του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ και των λοιπών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 14 αυτού, πλην εκείνων που ρητώς εξαιρούνται από το νόμο αυτό με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1α και 2, 19 παρ.1 και 21 του ν.2190/1994.Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3,6 του ν.2527/1997, οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ υπήχθησαν στο σύστημα προσλήψεων του ν.2190/1994,ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ.

Οι επιχειρήσεις αυτές προσλαμβάνουν πλέον το μη διοικητικό προσωπικό, καθώς και το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ, βάσει των διατάξεων του κανονισμού τους ή αν δεν υπάρχει κανονισμός βάσει προκηρύξεως, σε κάθε όμως περίπτωση η πρόσληψη κάθε είδους προσωπικού ελέγχεται από το ΑΣΕΠ, από την άποψη τήρησης των διατάξεων του οικείου κανονισμού και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας.

Εξάλλου, οι δημοτικές επιχειρήσεις, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους, λογίζονται φορείς του δημόσιου τομέα ( άρθρα 3 περ. γ του π.δ 164/2004, 51 παρ.1 περ. β’ του ν.1892/1990,1 παρ, 3 του ν.2527/1997 και 10 παρ.5 του ν.3051/2002) στον οποίο ισχύουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος. (βλ. ΑΠ 628/2015 δημ.ΤΝΠ Νόμος), ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 84 εδαφ.

α, γ και δ του ν.δ 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", για τη σύναψη συμβάσεως με το Δημόσιο απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός η σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται είναι άκυρη και ο εργαζόμενος με άτυπη σύμβαση εργασίας συνδέεται με το Δημόσιο με απλή σχέση εργασίας.

2.- Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί Δημοσίου και ΝΠΔΔ καθώς και επί ΝΠΙΔ που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ, το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτά εργασία, από την οποία έγιναν πλουσιότερα.

Τότε δηλαδή υπάρχει απλή σχέση εργασίας , για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η οποία (αποζημίωση) είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας.( ΑΠ 250/2006 Ε.Εργ.Δ 65-112).Αν δε η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα υπό την αίρεση της απόρριψης της από τη σύμβαση εργασίας πρώτης σωρευόμενης αγωγής, -λόγω ακυρότητας της ως άνω σύμβασης, για την πληρότητα της δεύτερης αυτής αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α Κ.Πολ.Δ, αρκεί, πέρα από την παροχή της εργασίας και τον εξαιτίας αυτής πλουτισμό του εναγομένου εργοδότη, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας αυτής, στον εναγόμενο δε απόκειται να αποκαλύψει, κατ’ ένσταση, την ύπαρξη νόμιμης αιτίας που διακωλύει τη γένεση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ,αγωγικής αξίωσης. (Ολ.ΑΠ 2/1987,ΑΠ 914/1998).

3.-Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της 19040/1981 απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 ( που κύρωσε την από 26-2-.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή σχέση εργασίας (Α Π 950/2014, ΑΠ1719/2010 ΑΠ1425/2008 Ε.Εργ.Δ 68- 301,ΑΠ 389/1998,), ενώ, από τις διατάξεις των άρθρων 1§2, 5§3, 6§1, 8 και 9§1 του ν. 3198/1955 σαφώς συνάγεται ότι και σε σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργοδότης, προτιθέμενος να παύσει να δέχεται την στον ίδιο προσφερόμενη από τον εργαζόμενο εργασία, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση αυτή εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 §3 του νόμου αυτού και να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης εργασίας (ΑΠ 1401/2011,δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 331/99 Ελλ.Δνη 1999.1336).

Εάν δε ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρόνο να δέχεται τη με βάση τη σχέση αυτή προσφερόμενη σε αυτόν από τον εργαζόμενο εργασία χωρίς να καταγγείλει τη σχέση αυτή κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 5 §3 του ως άνω ν. 3198/1955 (ή του β.δ. της 16/18.7.1920), υποχρεούται μεν στην καταβολή προς τον εργαζόμενο της από τους αναφερθέντες νόμους οριζόμενης αποζημίωσης, η σχέση όμως εργασίας λογίζεται ως λυθείσα από τον ως άνω χρόνο και συνεπώς δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας (ΑΠ 1069/83 ΔΕΝ 1984. 580).

Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ολ. ΑΠ 192/1962, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015).

4.- Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013).

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 19-11-1991 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ΒΊ043/23-12-1991) συστάθηκε στο ...

του Νομού Αττικής, Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία " ...", με διακριτικό τίτλο ...., ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 260 έως 275 του ΠΔ 323/1989,με έδρα το ... και σκοπό την παροχή υπηρεσιών και εκτέλεση έργων στο ..., όπως μεταξύ άλλων την κατασκευή μαρμάρινων μνημείων γενικά για το Δημοτικό Νεκροταφείο.

Μετά από τροποποιήσεις της συστατικής πράξης του ανωτέρω ΝΠΙΔ, το τελευταίο, κατ" επιταγή των διατάξεων του άρθρου 269 παρ.8 Ν.3463/2006 και 107 Ν.3852/2010, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ" και δ.τ. (... ΑΕ), με έδρα το ... και ειδικότερα το Νεκροταφείο του Δήμου και με σκοπούς, μεταξύ άλλων, τους παραπάνω αναφερόμενους σκοπούς της επιχείρησης.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εργάστηκαν, ως τεχνίτες μαρμαράδες, στην ανωτέρω Δημοτική επιχείρηση κατά το χρονικό διάστημα από 28-5-2003 έως 28-2-2011 ο πρώτος και από 1-4-2003 έως 28-2-2011 ο δεύτερος απασχολούμενοι με την κατασκευή μαρμάρινων μνημείων επί των τάφων του .... Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες, με άτυπες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών, στις 28-5-2003 με τον πρώτο και στις 1-4-2003 με τον δεύτερο και του ανωτέρω ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", προσλήφθηκαν από το τελευταίο, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως τεχνίτες μαρμαράδες στο Δημοτικό Νεκροταφείο του ...

και με βάση τις συμβάσεις αυτές συνέχισαν να προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες, χωρίς διακοπή, στην εναγόμενη, μετατραπείσα σε ανώνυμη εταιρεία, αρχική εργοδότρια τους. Σε εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων οι ενάγοντες εργάζονταν, σε σταθερό τόπο εργασίας, ήτοι στο Νεκροταφείο του ..., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως ( Δευτέρα έως και Παρασκευή) με ημερήσιο ωράριο εργασίας από ώρας 07:00 έως 15:00 και από 1-1-2010 μέχρι την 28-2-2011 από ώρας 07:00 έως 13:300 και με καταβαλλόμενο ημερομίσθιο στον πρώτο των εναγόντων, Π.

Α., 30 ευρώ, το οποίο από 1-1-2006 έως 31-12-2007 ανήλθε στο ποσό των 35 ευρώ, από 1-1-2008 έως 31-12- 2008 σε 40 ευρώ και από 1-1-2009 έως 28-2-2011 σε 45 ευρώ και στον δεύτερο, Π. Π. σε 40 ευρώ, το οποίο από 1-1-2005 έως 31-12-2005 ανήλθε σε 45 ευρώ, από 1-1-2006 έως 31-12-2008 σε 50 ευρώ και από 1-1-2009 έως 28-2-2011 σε 55 ευρώ. Την παραπάνω εργασία τους προσέφεραν οι ενάγοντες στην εργοδότρια τους, επιχείρηση του ..., ακολουθώντας τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων τους - υπαλλήλων της τελευταίας.

Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς, γι’ αυτό οι ενάγοντες, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους χωρίς διακοπή από την πρόσληψη τους μέχρι την 28-2-2011. Στις 3-1-2011 καταρτίστηκαν, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης , έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο μηνών, με χρόνο λήξης την 28-2-2011.Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν αποσπασματικά για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών της επιχείρησης, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, αποδείχθηκαν αβάσιμα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες εργάστηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση του ...

από την πρόσληψη τους μέχρι την 28-2-2011 συνεχώς, χωρίς διακοπή, η εργοδότρια τους απέβλεπε στην παροχή της εργασίας τους επιβάλλοντας τους να εργάζονται σταθερά στον ίδιο τόπο εργασίας, εντός του ανωτέρω ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης, καταβάλλοντας σ’ αυτούς το συμφωνημένο ημερομίσθιο, τελούσαν δε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τα όργανα της εργοδότριας τους, με την έννοια ότι ελάμβαναν δεσμευτικές εντολές για την εκτέλεση της εργασίας τους από τους προϊσταμένους τους, οι οποίοι ασκούσαν εποπτεία και έλεγχο σ’ αυτούς.

Βέβαια, οι ένδικες συμβάσεις, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρες κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 1 πιο πάνω σκέψη, καθόσον, καταρτίσθηκαν ατύπως, χωρίς τον έλεγχο από το ΑΣΕΠ, από την άποψη τήρησης των διατάξεων του κανονισμού της εναγομένης και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι από την ημερομηνία λήξης της τυπικής διάρκειας των ανωτέρω, μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δηλαδή μετά την 28-2-2011, η εναγόμενη αρνήθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, καταγγέλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εργασιακή σχέση που τους συνέδεε, άτυπα και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Επίσης αποδείχθηκε ότι, η εργοδότρια των εναγόντων δεν κατέβαλε σ’ αυτούς κατά τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010 τα επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων),το επίδομα αδείας και αποζημίωση αδείας, καθώς δεν χορηγούσε στους ενάγοντες άδεια αναψυχής, καθώς και την αναλογία δώρου Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας έτους 2011, ενώ αποδείχθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός τους, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχολήθηκαν και κατά τις εξαιρέσιμες κατ’ έτος εορτές.

Δεδομένου ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με την εναγομένη με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, η από 28-2-2011 καταγγελία αυτών είναι έγκυρη και συνεπώς δεν οφείλονται στους ενάγοντες μισθοί υπερημερίας. Δικαιούνται, όμως, οι ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 3 ,πιο πάνω σκέψη και τις περιεχόμενες σ’ αυτή διατάξεις, αποζημίωση απόλυσης, επιδόματα εορτών, επίδομα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, καθόσον η καταβολή τους προβλέπεται εκ του νόμου ακόμη και σε απλή σχέση εργασίας.

Δικαιούνται, επομένως, οι ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά για τις ανωτέρω αιτίες, τα οποία δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη: Α) Ο πρώτος ενάγων, Π. Α.: 1) το ποσό των 1.575 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης (45 ευρώ το ημερομίσθιο του τελευταίου πριν την απόλυση μήνα Χ 30 ημερομίσθιο Χ 1/6 αναλογία επιδομάτων και αδείας), 2) Για Δώρο Χριστουγέννων :α) έτους 2006 το ποσό των 875 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 875 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 1000 ευρώ ( 40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 1.125 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια),ε) έτους 2010 το ποσό των 1.125 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 5.000 ευρώ.3) Για Δώρο Πάσχα :

α) έτους 2006 το ποσό των 525 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 525 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 600 ευρώ (40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 675 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 675 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), στ) έτους 2011 το ποσό των 337,50 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο X I5 ημέρες :2) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.337,50 ευρώ. 4) Για αποδοχές αδείας:

α) έτους 2006 το ποσό των 770 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 770 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 880 ευρώ (40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 990 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 990 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), στ) έτους 2011 το ποσό των 990 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 5.390 ευρώ. 5) Για επίδομα αδείας:

α) έτους 2006 το ποσό των 455ευρώ ( 35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 455 ευρώ (35 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 520 ευρώ (40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 585 ευρώ ( 45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 585 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια) ),στ) έτους 2011 το ποσό των 585 ευρώ (45 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.185 ευρώ, ήτοι για όλες τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των 18.487,50 ευρώ.

Β) Ο δεύτερος ενάγων, Π. Π. : 1) το ποσό των 1.925 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης (55 ευρώ το ημερομίσθιο του τελευταίου πριν την απόλυση μήνα Χ 30 ημερομίσθιο Χ 1/6 αναλογία επιδομάτων και αδείας), 2) Για Δώρο Χριστουγέννων :α) έτους 2006 το ποσό των 1.250 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 1.250 ευρώ ( 50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 1.250 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 1.375 ευρώ ( 55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια),ε) έτους 2010 το ποσό των 1.375 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 6.500 ευρώ.3) Για Δώρο Πάσχα :

α) έτους 2006 το ποσό των 750 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 750 ευρώ ( 50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 750 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 τ ο ποσό των 825 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 825 ευρώ ( 55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15ήμερο μίσθια),στ) έτους 2011 το ποσό των 412,50 ευρώ ( 55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 15:2) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 4.312,50 ευρώ. 4)Για αποδοχές αδείας :

α) έτους 2006 το ποσό των 1.100 ευρώ ( 50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), β) έτους2007 το ποσό των 1.100 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), ν) έτους 2008 το ποσό των 1.100 ευρώ ( 50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 1.210 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 1.210 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια),στ) έτους 2011 το ποσό των 1.210 ευρώ ( 55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 22 ημερομίσθια) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 6.830 ευρώ. 5) Για επίδομα αδείας:

α) έτους 2006 το ποσό των 650ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), β) έτους 2007 το ποσό των 650 ευρώ (50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), γ) έτους 2008 το ποσό των 650 ευρώ ( 50 ευρώ το ημερομίσθιο Χ13 ημερομίσθια), δ) έτους 2009 το ποσό των 715 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια) ε) έτους 2010 το ποσό των 715 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια), στ) έτους 2011 το ποσό των 715 ευρώ (55 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 13 ημερομίσθια) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 4.095, ευρώ, ήτοι για όλες τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των 23.662,50 ευρώ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η εναγομένη, πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα, Π. Α. το ποσό των 15.000 ευρώ (για επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας των ετών 2006-2010) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 3.487,50 ευρώ ( για αποζημίωση απόλυσης, αναλογία επιδόματος Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2011) και στον δεύτερο ενάγοντα, Π. Π., να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 19.400 ευρώ (για επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας των ετών 2006-2010)και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 4.262^50 ευρώ (για αποζημίωση απόλυσης, αναλογία επιδόματος Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2011) με το νόμιμο τόκο από όταν το κάθε επιμέρους ποσό έπρεπε να καταβληθεί και ειδικότερα, το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης από 28-2-2011, το ποσό του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας από το τέλος του έτους που αφορά το κάθε ποσό, το ποσό του επιδόματος Πάσχα από 30 Απριλίου του έτους που αφορά και το ποσό του επιδόματος Χριστουγέννων από το τέλος του έτους που αφορά".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 2, 5παρ. 3, 6 παρ. 1,8,9 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 του Ν. 2112/1920 καθώς και εκείνη του εδ. Α της παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 που ορίζει ότι: " Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη," καθόσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο οι συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσιβλήτων με την αναιρεσείουσα που έληξαν στις 28-2-2011 δεν είχαν αφετηρία την 3-1-2011, που εσφαλμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη, αλλά το έτος 2003 όπως τούτο ρητά και με σαφή τρόπο η προσβαλλόμενη διαλαμβάνει, και κατά συνέπεια δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη στην ένδικη υπόθεση.

Περαιτέρω με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, διότι διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί των ανωτέρω ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της, αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 14 η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη ισχυριζόμενη ότι με το να δεχθεί την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας και αντιφατικότητας της επικουρικής αυτής βάσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον στηρίζεται επί προϋποθέσεως ανυπάρκτου, διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη η επικουρική βάση της αγωγής την οποία δέχθηκε το εφετείο δεν είναι αυτή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην οποία στηρίζει τον ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα, αλλά οι αναφερόμενες στην υπό στοιχείο 3 της παρούσης διατάξεις, αφού και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας οι αναιρεσίβλητοι εργαζόμενοι δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην υπό το στοιχείο 3 της παρούσης μείζονα πρόταση και τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, την αποζημίωση απόλυσης αλλά και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών, αξιώσεις οι οποίες και τους επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Τέλος η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι με το να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 Α.Κ., 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 6 Ν. 2527/1997 και 14 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 του Ν.2190/1994. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον στηρίζεται, όπως και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, σε εσφαλμένη παραδοχή και δη ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ενώ αυτό δεν είναι αληθές καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής που παρατίθεται παραπάνω στην απόφαση αυτή σχετικά με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 2636/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2016 αίτηση για αναίρεση της 2636/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ