Legislator Case Law & Legislation
1766/2014 AI generated

1766/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1766/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1766/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του κονδυλίου της αποζημιώσεως πελατείας ρητά επικαλείται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος αυτοκινήτων δικαιούται την αποζημίωση αυτού του είδους, -με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων-, μόνο μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1766 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1766/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ι. Θ. ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζησιμόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγερινό Φραγκίσκο-Γεώργιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89183/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5036/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 2-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 5036/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τις από 27-4-2010 και 7-6-2010 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 8183/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 24-4-2007 αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, που είχε καταρτίσει αυτή με την αναιρεσείουσα, και την καταβολή σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω του παρανόμου της καταγγελίας. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε μερικώς την αγωγή, κρίνοντας έγκυρη την καταγγελία, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ποσόν 30.012,95 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, επικαλείται ότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991, σύμφωνα με το οποίο το αίτημα για την επιδίκαση αποζημιώσεως πελατείας προϋποθέτει λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, το Εφετείο έκρινε νόμιμα τα αιτήματα της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση ως παράνομης, άκυρης και καταχρηστικής της από 25-9- 2002 καταγγελίας της έννομης σχέσης των διαδίκων και σωρευτικά, πλην των άλλων, την επιδίκαση αποζημιώσεως πελατείας, αξίωση που προϋποθέτει την αποδοχή από τον εμπορικό αντιπρόσωπο της λύσεως της συμβάσεως.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του κονδυλίου της αποζημιώσεως πελατείας ρητά επικαλείται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος αυτοκινήτων δικαιούται την αποζημίωση αυτού του είδους, -με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων-, μόνο μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας.

Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το αγωγικό δικόγραφο, έκρινε όχι η ενάγουσα ζητούσε "να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 25-9-2002 καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης και κατ' ακολουθίαν αυτού ότι παράνομα και καταχρηστικά διέκοψε τη λειτουργία της συμβάσεώς της και να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να της καταβάλει: 1) ποσό 71.997 ευρώ ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη από τις προμήθειες πωλήσεως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών κατά το χρονικό διάστημα των 24 μηνών κατά το οποίο θα λειτουργούσε η ένδικη σύμβαση, άλλως επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβασή της ήταν απλώς αορίστου χρόνου δυνάμενη να καταγγελθεί οποτεδήποτε, ποσό 39.998,51 ευρώ για την ίδια αιτία, δεδομένου ότι αυτή (εναγομένη) όφειλε να τηρήσει προθεσμία δύο ετών, οπότε η λύση της συμβάσεως θα επερχόταν την 1-10-2004, 2) ποσό 39.998,51 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας και 3) ποσό 30.000 ευρώ ...

ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Ήτοι ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη για όλες τις παραπάνω αιτίες οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 141.995,51 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 101.997 ευρώ ...". Από τα παραπάνω και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ζήτησε το κονδύλιο της αποζημιώσεως πελατείας επικουρικά, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι-ήθελε κριθεί έγκυρη η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, ενόψει δε του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία αυτή ήταν έγκυρη, νομίμως ερεύνησε στη συνέχεια το κονδύλιο ως προς την αποζημίωση πελατείας.

Κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι δεν αποσαφηνίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση:

α) αν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν "απλής" ή "αποκλειστικής" διανομής, αφού μόνο στην περίπτωση της αποκλειστικής διανομής θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημιώσεως, εφόσον ήθελε κριθεί καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως, β) η έννοια της ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων περί εντολής στην ένδικη σύμβαση και γ) με ποιο τρόπο θεμελιώνεται η συνδυαστική εφαρμογή τους με τις διατάξεις του π.δ. 219/1991, ενώ από τα περιστατικά της υπόθεσης δεν φαίνεται να υπάρχει κενό, ώστε να τύχουν ανάλογης εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και γι' αυτό είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι το Εφετείο στη μείζονα σκέψη (3° φύλλο της προσβαλλόμενης αποφάσεως) δέχθηκε πως δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά το περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία και ενόψει του ότι ελλείπουν διατάξεις στον Εμπορικό Νόμο που να την ρυθμίζουν θα εφαρμοσθούν αναλόγως οι διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με αυτές του π.δ. 219/1991, και ιδίως αυτές των άρθρων 8 και 9 αυτού, κατά το μέρος τους που προσαρμόζονται στη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Έκρινε δε, περαιτέρω, ως κρίσιμα σημεία για την ομοιότητα των δύο αυτών συμβάσεων τα ακόλουθα: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιο του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα μετά τη λύση της συμβάσεως διανομής οι πελάτες περιέρχονται στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία συνιστούσε μικτή σύμβαση, με αντικείμενο αφενός μεν την εμπορική αντιπροσώπευση ως προς την πώληση των αυτοκινήτων της αναιρεσείουσας, - ως αντιπρόσωπος της οποίας ενεργούσε η αναιρεσίβλητη, εισπράττοντας για τις υπηρεσίες αυτές τη συμφωνημένη προμήθεια-, αφετέρου δε τη διανομή των ανταλλακτικών των οχημάτων, τα οποία αγόραζε η αναιρεσίβλητη από την αναιρεσείουσα με έκπτωση και τα μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα με το ανάλογο εμπορικό κέρδος και την οποία εμμέσως, με βάση τα όσα είχε αναφέρει στη μείζονα σκέψη, χαρακτηρίζει ως "αποκλειστική".

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι: "α) η ενάγουσα ως υποδιανομέας ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αντιδίκου της, β) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της τελευταίας, γ) το πελατολόγιο της ενάγουσας ήταν σε γνώση της εναγομένης, και δ) γενικώς η οικονομική δράση της ενάγουσας ως υποδιανομέα και τα οικονομικά της οφέλη ήταν όμοια με εκείνα της εναγομένης ως αντιπροσώπου".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε έγκυρη την καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας (στα πλαίσια της ανάγκης για αναδιάρθρωση του δικτύου της και όχι από λόγους υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης), επιδίκασε υπέρ αυτής αποζημίωση πελατείας, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991 για το σύνολο της εμπορικής της δραστηριότητας.

Κατά συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκε ζήτημα διακρίσεως μεταξύ "απλής" ή "αποκλειστικής" διανομής ως προς τη διάθεση των ανταλλακτικών των οχημάτων της αναιρεσείουσας σε τρίτους, αφού εμμέσως η σύμβαση αυτή χαρακτηρίσθηκε αποκλειστική, ενώ περαιτέρω η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας δεν κρίθηκε καταχρηστική αλλά έγκυρη, και κατά τρίτον η θεμελίωση και ο υπολογισμός της αποζημιώσεως πελατείας, στην οποία συνέβαλε η αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, τόσο ως εμπορική αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων της όσο και ως αποκλειστική διανομές των ανταλλακτικών, έγινε αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991 και χωρίς προσφυγή στις διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά και αποδείξεις που επικαλέσθηκε και στις δύο στάσεις της δίκης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στις από το άρθρο 559 αρ. 8 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και 11 περ.

γ' ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι στο πελατολόγιο της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονταν και πελάτες στους οποίους διέθετε αυτοκίνητα που είχε προμηθευτεί αυτή και από άλλες εταιρείες, που είχαν εμπορική δραστηριότητα στην ίδια περιοχή, γεγονός που επιδρά στο χαρακτηρισμό της μεταξύ τους συμβάσεως ως "απλής" και όχι "αποκλειστικής" διανομής, αγνόησε δε για το ζήτημα αυτό την κατάθεση της ίδιας της "μάρτυρος της ενάγουσας", που επιβεβαίωσε σε σχετική ερώτηση του πληρεξουσίου της δικηγόρου ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν αποκλειστική της αντιπρόσωπος, υπήρχε δε και άλλος αντιπρόσωπος στην περιοχή του Αλμυρού ....

Ανεξαρτήτως όμως, του ότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν είναι ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση, στο αγωγικό κονδύλιο για την επιδίκαση υπέρ της αναιρεσείουσας αποζημιώσεως πελατείας, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα" της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ότι η τελευταία ενεργούσε ως εμπορικός αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας ως προς την πώληση των αυτοκινήτων της στο Νομό ...

και ως αποκλειστικός διανομέας ως προς την πώληση των ανταλλακτικών των οχημάτων καίαμε βάση την ιδιότητά της αυτή και σε συνδυασμό με τις λοιπές προϋποθέσεις, επιδίκασε υπέρ αυτής αποζημίωση πελατείας. Κατόπιν τούτου ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς, που πρότεινε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τις αντίστοιχες ενώπιον του Εφετείου, αναφορικά με την αοριστία του κονδυλίου της αγωγής για την αποζημίωση πελατείας και το αβάσιμο τούτου, καθώς και τους λόγους της καταγγελίας της εμπορικής της συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη από υπαιτιότητα της τελευταίας, παρά τα αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ως προς τα ζητήματα αυτά, υποπίπτοντας έτσι στις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αοριστίας των οικονομικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης ως προς τις πωλήσεις τόσο των αυτοκινήτων όσο και των ανταλλακτικών και τις αντίστοιχες προμήθειες και κέρδη από τις πωλήσεις αυτές, καθώς και τον αριθμό των πελατών που προστέθηκαν με δικές της ενέργειες, ενώ περαιτέρω αγνόησε τους ισχυρισμούς της, αφενός μεν ότι η μεταπώληση των ανταλλακτικών έγινε σε άγνωστους πελάτες, από τους οποίους η ίδια δεν ωφελήθηκε τίποτε, αφετέρου δε ότι η προσέλκυση της πελατείας οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στη δική της διαφημιστική προσπάθεια, αγνοώντας τα δικά της αποδεικτικά στοιχεία και βασιζόμενη στην κατάθεση της μάρτυρος της αντιδίκου της.

Τέλος, επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ελλιπείς αιτιολογίες κατά τον υπολογισμό του ύψους της αποζημιώσεως πελατείας αφενός μεν παρέλειψε να λάβει υπόψη το έτος 2003 ως το τελευταίο έτος της μεταξύ τους συνεργασίας, αφετέρου δε για το τελευταίο αυτό έτος δεν έλαβε υπόψη την "φύρα" πελατείας σε ποσοστό 40% ετησίως, που επικαλέσθηκε η ίδια χωρίς να την αμφισβητήσει η αντίδικος της, αλλά και τον προεξοφλητικό τόκο ποσοστού 5% ετησίως για την καταβολή της προμήθειας.

Οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν στην ουσία αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και κατά συνέπεια δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σ'αυτούς να θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατόπιν τούτου καθίσταται απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας και, εκτιμώντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δέχθηκε ως ορισμένο το κεφάλαιο αυτό και συνακόλουθα τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει το αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας ως αόριστο, περαιτέρω δε δέχθηκε, ότι ανεξάρτητα από την διαφημιστική προβολή της ίδιας της αναιρεσείουσας, υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δραστηριοποίηση αρχικά της οικογενειακής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.

Α. Σ. Ο.Ε." και στη συνέχεια ατομικά της ίδιας της αναιρεσίβλητης στο χώρο διακίνησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, ενώ για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως πελατείας, ορθά εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991, υπολόγισε την πενταετία στο πριν την καταγγελία της συμβάσεως χρονικό διάστημα των ετών 1998 - 2002, αφού η καταγγελία αυτή έλαβε χώρα την 25-9-2002 με χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της την 30-9-2003.

Κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου σε κάθε περίπτωση τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο παράνομα επελήφθη και αξιολόγησε τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκαν με τις προτάσεις της ενώπιον του, καθώς αυτή δεν προέβη σε σύντομη περίληψη των πρωτόδικων ισχυρισμών της, ούτε ανέφερε τις συγκεκριμένες σελίδες όπου αυτοί προβλήθηκαν, και κατά συνέπεια θα έπρεπε το Εφετείο να μη τους λάβει υπόψη και να τους απορρίψει στο σύνολο τους.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει προεχόντως αόριστος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποιους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη το Εφετείο, παρά το ότι η τελευταία δεν τους είχε επαναφέρει νομότυπα με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, εφόσον οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης που θεμελίωναν τις αξιώσεις της κατά της αναιρεσείουσας περιέχονταν στην αγωγή και στην έφεση που άσκησε αυτή κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ρητά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι "...

δεν λαμβάνονται υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα, δεδομένου ότι αυτή με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κάνει γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεών της, στα οποία να περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών ...".

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. I. Θ. Α.Ε.." για αναίρεση της 5036/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό 8870324, σειρά VI, της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ioυλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ