Legislator Case Law & Legislation
1766/2009 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to contradictory reasoning regarding breach of contract and unfair termination.

Case Number 1766/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a breach of contract claim. The appellant argued the defendant's termination of the agency agreement constituted an unfair breach, while the defendant claimed the termination was justified by organizational changes. The court found the lower court's reasoning contradictory and insufficient, specifically regarding the application of the Unfair Termination Law and Civil Code provisions. Consequently, the decision was remanded for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 932 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Law 219/1991 on Unfair Termination: When a lower court provides contradictory or insufficient reasoning regarding the application of statutory provisions on unfair termination and breach of contract, the Supreme Court must remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
unfair termination of contract breach of contract liability contradictory reasoning insufficient justification remand for retrial agency agreement termination unfair competition claims

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297, 298, 932 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Law 219/1991 on Unfair Termination
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1766 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1766/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Γεωργακόπουλο και Βασίλειο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2.Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκων ... και 4. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΥΙΟΙ ΟΕ" που εδρεύει στη ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο-Σπυρίδωνα Κατηνιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εν μέρει και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση επίσης εν μέρει ως προς το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης για απώλεια πελατείας στην ενάγουσα εταιρία, καθώς και ως προς την παραδοχή της αγωγής τω λοιπών εναγόντων και την επιδίκαση σ'αυτούς χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932, 61, 70, 741, 784 ΑΚ και 20 Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι ζημιωθείς και επομένως δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι, κατά κανόνα, ο αμέσως ζημιωθείς (εκτός των ειδικώς αναφερομένων στο νόμο εξαιρέσεων των άρθρων 928 και 928 εδ.

β' ΑΚ), όχι δε και οι εμμέσως ζημιωθέντες, όπως είναι και τα μέλη ομόρρυθμης εταιρίας, για αδικοπραξία που τελέσθηκε εις βάρος του νομικού προσώπου της εταιρίας, το οποίο έχει δική του ξεχωριστή προσωπικότητα και περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής:

Στην αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εκθέτουν ότι μεταξύ της τέταρτης εξ αυτών ομόρρυθμης εταιρίας (μέλη της οποίας ήταν οι λοιποί) και της ήδη αναιρεσείουσας, καταρτίσθηκε κατά το έτος 1995 έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας η εν λόγω εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται από την αναιρεσείουσα εναγομένη καπνικά προϊόντα παραγωγής και εμπορίας της τελευταίας, μεταπωλώντας αυτά προς τρίτους, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό (ενάγουσας εταιρίας), έναντι προμήθειας, συνιστάμενη στο ποσοστό κέρδους μεταξύ της τιμής κτήσεως και της τιμής μεταπωλήσεως των προϊόντων αυτών. 'Οτι η εναγόμενη (αντιπροσωπευόμενη ) εταιρία την 17.12.2001, ενεργώντας υπαιτίως κατά προφανή υπέρβαση των επιβαλλόμενων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ορίων, κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε να συναινέσει στην τροποποίηση των όρων της αρχικής σύμβασης, όπως πρότεινε η εναγομένη, αξιώνοντας τη συνομολόγηση νέων όρων συνεργασίας που συνεπάγονταν λίαν δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις για την ενάγουσα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει α) στην ενάγουσα (αντιπρόσωπο εταιρία) τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά νομιμοτόκως, για αποζημίωση πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 του Π.Δ. 291/91, για περαιτέρω θετική ζημία που αυτή υπέστη συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και β) σε καθένα των λοιπών εναγόντων, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της καταγγελίας της συμβάσεως αντιπροσωπείας από την εναγομένη.

Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών και κρίνοντας ότι η ανωτέρω σύμβαση ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και ότι η καταγγελία της από την εναγομένη έγινε καταχρηστικώς και υπαιτίως, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και μεταξύ άλλων αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει σε καθέναν εκ των εναγόντων μελών της ομόρρυθμης εταιρίας το ποσό των 15.000 ευρώ για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτοί υπέστησαν λόγω της τελεσθείσης εις βάρος της εταιρίας αδικοπραξίας. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, γι' αυτό είναι βάσιμος ο υπό στοιχεία Β 1V λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο την ανωτέρω πλημμέλεια.

ΙΙ. Με τη διαμορφωθείσα στις εμπορικές συναλλαγές διαρκή και αμφοτεροβαρή σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος, αναλαμβάνει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την υποχρέωση έναντι του διανομέα εμπόρου, η δράση του οποίου είναι εντεταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, να πωλεί (προμηθεύει) αποκλειστικά για μια ορισμένη περιοχή, στον διανομέα τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αποβλέποντας στο κέρδος από την μεταπώληση των συμβατικών προϊόντων, λόγω κυρίως των μειωμένων τιμών με τις οποίες προμηθεύεται αυτά από τον παραγωγό ή χονδρέμπορο.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής προσομοιάζει με την εμπορική αντιπροσωπεία, που ρυθμίζεται από το Π.Δ. 291/91, το οποίο εκδόθηκε για την εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο διανομέας και ο αντιπρόσωπος είναι εντεταγμένοι στο δίκτυο διανομής των προϊόντων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, διαφέρουν όμως, διότι ο μεν αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, δικαιούμενος αμοιβή, η οποία μπορεί να έχει και τη μορφή προμήθειας, ενώ ο διανομέας εμπορεύεται στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, υποκείμενος σε κινδύνους και αποκομίζοντας κέρδη από την μεταπώληση των συμβατικών προϊόντων.

Δεν αποκλείεται όμως, αναλόγως του βαθμού ένταξης του διανομέα στην επιχειρηματική οργάνωση του παραγωγού-εμπόρου και ιδίως στο αποφασιστικό για την εμπορική του δραστηριότητα δίκτυο διανομής των προϊόντων αυτού, τα χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής να προσιδιάζουν, αν και μη ταυτιζόμενα πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Τέτοια ομοιότητα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, υπάρχει, ιδίως, αν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, τη τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, την υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή, την υποχρέωση να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες και την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον προμηθευτή το πελατολόγιό του.

Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών του διανομέα καθιστά αυτόν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, η δε εμπορική δραστηριότητα του διανομέα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται αμέσως οφέλη για τον παραγωγό ή χονδρέμπορο, όχι μόνο από την πώληση των συμβατικών προϊόντων του στο διανομέα, αλλά και από τις παραπάνω συμβατικές υποχρεώσεις του τελευταίου, που δεν προσιδιάζουν στη σύμβαση πώλησης, αφού ο παραγωγός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνο από την πώληση των συμβατικών προϊόντων, αλλά και από τις λοιπές υποχρεώσεις του διανομέα, χωρίς μάλιστα να υποβάλλεται σε δαπάνη (π.χ.

διαφήμισης) και, το σπουδαιότερο, λαμβάνει γνώση του πελατολογίου που αναπτύχθηκε αποκλειστικά από το διανομέα, δυνάμενος, μετά τη λύση της σύμβασης, να κάνει χρήση αυτού, μέσω άλλου αποκλειστικού διανομέα, συνεχίζοντας έτσι να αποκομίζει οικονομικά ωφελήματα. Στις περιπτώσεις αυτές και αφού ελλείπουν διατάξεις ρυθμίζουσες τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, υφιστάμενου έτσι ακούσιου νομοθετικού κενού, εφαρμόζονται αναλογικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του ΠΔ 219/1991, που ρυθμίζουν τα της εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως εκείνες των άρθρων 8 και 9 αυτού, που ρυθμίζουν τα της καταγγελίας και της δίκαιης αποζημίωσης για απώλεια πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης του διανομέα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ, μη αποκλειομένης της αναλογικής αυτής εφαρμογής από την παραπάνω οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με στοιχεία Β1, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι, δεχθέν πως και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που κατά τα ουσιώδη στοιχεία της ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται αναλογικώς οι σχετικές περί αποζημιώσεως πελατείας διατάξεις του π.δ.291/91, παραβίασε τις διατάξεις αυτές καθώς και εκείνες της 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 π.δ. 291/91, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/93, 88/94 και 312/95, προκύπτει, ότι για τη γέννηση της απαίτησης του αποκλειστικού διανομέα προς απόληψη μετά τη λύση της συμβάσεως της προβλεπόμενης από το άνω άρθρο "δίκαιης" αποζημίωσης, η οποία αποτελεί μελλοντική απαίτηση και προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής ισοδυνάμων προϋποθέσεων:

α) ομοιότητα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπάρχει όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ήτοι συμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού από τον διανομέα στη συμβατική περιοχή, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, υποχρέωση του διανομέα να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά στη συμβατική περιοχή τα προϊόντα του προμηθευτή, υποχρέωση του διανομέα να διαφημίζει τα συμβατικά προϊόντα με δικές του δαπάνες και υποχρέωση του διανομέα να γνωστοποιεί στον προμηθευτή το πελατολόγιό του, β) η εισφορά νέων πελατών ή προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης και γ) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα (αντιπροσωπευόμενο) που προκύπτουν από τους πελάτες του διανομέα μετά τη λύση της σύμβασης.

Ως "εισφορά" νέων πελατών νοείται η προσέλκυση νέων πελατών, δηλαδή μη υπαρχόντων προηγουμένως, με τη δραστηριότητα του διανομέα, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες, νοείται, η όχι συνήθης αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών, με υπάρχοντες πελάτες- αγοραστές των συμβατικών προϊόντων.

Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευομένου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως εκ τούτου γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευομένου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευομένου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών.

Ούτε επίσης έχει έννομη σημασία η κατ' επιλογή του αντιπροσωπευομένου μη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με τους πελάτες (νέους η παλαιούς) που είχε προσελκύσει ο αντιπρόσωπος-διανομέας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν όρισε για την ίδια περιοχή αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή διανομέα, αφού στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα κατά τη λύση της σύμβασης δυνατότητα του αντιπροσωπευομένου να συνεχίσει τη συνεργασία του με τους πελάτες του αντιπροσώπου ακυρώνεται με τη βούληση του αντιπροσωπευομένου.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3, 4,7 και 8 του ΠΔ 219/1991, 91 ΕμπΝ, 3 ΕισΝΑΚ και 724 ΑΚ συνάγεται ότι ή αόριστης διάρκειας σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λύεται με τακτική αναιτιολόγητη καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται από την παρέλευση του οριζόμενου στο άρθρο 8 παρ. 4 του άνω Π.Δ/τος χρόνου, καθώς και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους, αλλά και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται αμέσως, χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άνω άρθρο 8 παρ.4 του ΠΔ 219/91 προθεσμιών.

Τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, ήτοι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ του άλλου μέρους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο άλλος υπέστη ζημία ή και ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του καταγγείλαντος.

Εξ άλλου,, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται τη μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Η αναιρεσείουσα είναι εμπορική εταιρία που έχει την έδρα της στην ... και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία καπνικών ειδών, είναι δε και δικαιούχος σήματος ή έχει την εκμετάλλευση σήματος κατόπιν συμφωνίας.

Τα προϊόντα αυτά διακινεί και στην ευρύτερη περιοχή του νομού ... μέσω διανομέων. Περί το έτος 1996, με προφορική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, όπως, μέσω της επιχείρησής της που διατηρούσε στην ... και την οποία λειτουργούσε με ίδια δαπάνη και ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, προμηθεύεται από την αναιρεσείουσα, κατά τρόπο διαρκή, μόνιμο και σταθερό, τα καπνικά προϊόντα της, με μειωμένες τιμές, σε σχέση με την καθοριζόμενη λιανική τιμή τους και στη συνέχεια να μεταπωλεί αυτά σε τρίτους με κέρδος 2,4% επί της τιμής αγοράς τους.

Για την καλλίτερη εξέλιξη της μεταξύ τους συνεργασίας η αναιρεσίβλητη εταιρία, μέσω των ομόρρυθμων μελών της, δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση 1) της διευκόλυνσης της προμηθεύτριας στην υλοποίηση της διαφήμισης των συμβατικών ειδών, που με δαπάνες της η τελευταία (προμηθεύτρια) είχε κυρίως αναλάβει να κάνει στην περιοχή, 2) της κυκλοφορίας των καπνικών προϊόντων στην ευρύτερη περιοχή του νομού ...

και 3) της ανευρέσεως νέων πελατών, με σκοπό τη διεύρυνση του πελατολογίου της προμηθεύτριας στη συμβατική περιοχή, το οποίο, εκείνη την εποχή, ήταν από υποτυπώδες μέχρι ανύπαρκτο, έτσι ώστε, έως τα τέλη του έτους 2001 η αναιρεσίβλητη εταιρία διέθετε συνολικά 93 πελάτες, που συστηματικά προμηθεύονταν τα άνω συμβατικά προϊόντα.

Η προμηθεύτρια ελάμβανε γνώση αυτής της δραστηριότητας της διανομέως, εξ αρχής, δεδομένου ότι περιστασιακά διενεργούσε, διά των προς τούτο αρμοδίων υπαλλήλων της, επιθεώρηση και ελέγχους, ενώ έδιδε στους νομίμους εκπροσώπους της διανομέως, τις κατευθυντήριες οδηγίες, σχετικά με τον τρόπο προώθησης των συμβατικών ειδών στην ευρύτερη περιοχή του νομού ... .

Από την αρχή, η μεταξύ τους, ως άνω εμπορική συνεργασία, εστέφθη με επιτυχία, αφού ο τζίρος των πωλήσεων των συμβατικών ειδών από την διανομέα στη συμβατική περιοχή, παρουσίζε κατ' έτος αυξητική τάση. Για τον λόγο αυτόν η διανομέας, εξακολουθώντας να διατηρεί το αρχικό κατάστημά της στη ... , όπου και η έδρα της,, ίδρυσε, με υπόδειξη της προμηθεύτριας, νέο κατάστημα στην ..., το οποίο εξόπλισε λειτουργικά με δικά της (της διανομέως) έξοδα, με βάση προδιαγραφές που της επέβαλε η προμηθεύτρια.

Πιο συγκεκριμένα, η διανομέας: 1) ανέλαβε τη δαπάνη του μηνιαίου μισθώματος για το κατάστημα που ίδρυσε στην ..., από 352,16 ευρώ, 2) δαπάνησε το ποσό των 2.573,83 ευρώ για την εγκατάσταση ολοκληρωμένου συστήματος μηχανοργάνωσης στο κατάστημα της ... (Η/Υ, πρίντερ κλπ), που ήταν αναγκαίο για τη συνολική οργάνωση του λογιστηρίου της, 3) δαπάνησε ποσά 880,41 ευρώ για την προμήθεια εξοπλισμού γραφείου, 173,75 ευρώ για εγκατάσταση τηλεφώνου και 261,27 ευρώ για ηλεκτρολογική εγκατάσταση.

Επί πλέον, για την καλή εκτέλεση της σύμβασης με τη διάθεση των συμβατικών προϊόντων, η διανομέας, προμηθεύθηκε για τις ανάγκες της, φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., τύπου OPEL-COMBO, στο οποίο έθεσε το σήμα της προμηθεύτριας, δαπανώντας για την αιτία αυτή το ποσό των 13,165,17 ευρώ. Επίσης, στο πλαίσιο της επιδιώξεώς της να προωθήσει τα συμβατικά είδη και στη δυσπρόσιτη περιοχή του ..., προσέλαβε, ως υπαντιπρόσωπό της, τον ..., στον οποίο ανάθεσε, έναντι ποσοστού 1% επί των αγορών της από την προμηθεύτρια, την για λογαριασμό της αποκλειστική διανομή των συμβατικών ειδών.

Η εναγομένη ενόψει των οργανωτικών αλλαγών που επιδίωκε να εφαρμόσει στην επιχείρησή της, προκειμένου να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της στην αγορά, έναντι των λοιπών καπνοπαραγωγικών-επιχειρήσεων, πετυχαίνοντας, όπως και οι τελευταίες, ένα περισσότερο οργανωμένο σύστημα αποκλειστικής διανομής για τα προϊόντα της, πρότεινε στην ενάγουσα την υπογραφή νέας έγγραφής σύμβασης, που θα ρύθμιζε τις μεταξύ τους σχέσεις εμπορικής συνεργασίας, χωρίς όμως να δοθεί η δυνατότητα στην τελευταία να διαπραγματευθεί τους όρους της νέας σύμβασης, επί πλέον δε, μολονότι η εναγομένη γνώριζε ότι μετά την 1.1.2002 θα έπαυε να αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα τα καπνικά προϊόντα της εταιρίας ...

και ως εκ τούτου θα αδυνατούσε μετά τον εν λόγω χρόνο να προμηθεύει με τα προϊόντα αυτά την ενάγουσα, τα οποία αποτελούσαν το 50% του τζίρου της, απέκρυψε το γεγονός αυτό από την ενάγουσα, κατά την πρότασή της για την κατάρτιση νέας έγγραφης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας. Η ενάγουσα αρνήθηκε να συναινέσει στην κατάρτιση της νέας σύμβαση που της πρότεινε η εναγόμενη και κατόπιν αυτού η τελευταία, με το επιδοθέν στην ενάγουσα στις 17-12-2001 ταυτόχρονο έγγραφο, κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, η οποία λύθηκε μετά την παρέλευση εξαμήνου από της καταγγελίας, ήτοι την 17.6.2002, από δε την 18.6.2002 ανέθεσε τη διανομή των προϊόντων της στην ίδια συμβατική περιοχή του Νομού ...

στην εταιρία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω: 1) ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, που διήρκεσε μέχρι 17.6.2002, είναι σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Π.Δ/τος 219/91, επιδίκασε δε στην ενάγουσα, ειδική αποζημίωση πελατείας, κατά το άρθρο 9 του άνω Π.Δ/τος και 2) ότι η γενομένη από την εναγομένη ως άνω τακτική καταγγελία της μεταξύ τους, αόριστου χρόνου, σύμβασης αποκλειστικής διανομής συνιστά αδικοπραξία, διότι έγινε υπαιτίως και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, εξ αιτίας του ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να συναινέσει στην κατάρτιση νέας σύμβασης με διαφορετικούς όρους, επειδή η εναγομένη α) απαίτησε την υπογραφή νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, χωρίς να παράσχει τη δυνατότητα στην διανομέα να διαπραγματευθεί τους όρους αυτής, β) κατά την πρότασή της για την υπογραφή νέας σύμβασης απέκρυψε από τη διανομέα, ότι από 1.1.2002 θα έπαυε να αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα τα καπνικά προϊόντα της εταιρίας ..., που αποτελούσαν το 50% του τζίρου της διανομέα και επομένως έκτοτε δεν θα μπορούσε να προμηθεύει τη διανομέα με τα εν λόγω προϊόντα, τούτο δε θα είχε ως συνέπεια σημαντική μείωση των κερδών της διανομέως και το σταδιακό οικονομικό μαρασμό της, γεγονός που εγνώριζε η προμηθεύτρια, γ) γνώριζε τις επί δεκαετία προσπάθειες της διανομέως για την προώθηση των συμβατικών προϊόντων στην περιοχή, την επίτευξη αυξητικών τάσεων στα προϊόντα που διέθετε στην περιοχή και τις δαπάνες που υποβλήθηκε η διανομέας για την ίδρυση νέου καταστήματος στην ...

και την προμήθεια του αυτοκινήτου. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα, από την άνω υπαίτια και παράνομη καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη, υπέστη περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 12.427,02 ευρώ και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας απαιτείται εύλογη αποζημίωση από 25.000 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την αναλογική εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 9 του Π.Δ/τος 219/91 και για την ευθεία εφαρμογή των εφαρμοσθεισών από αυτό διατάξεων των άρθρων 914, 281, 297, 298 και 932 ΑΚ.

Και τούτο, διότι την κρίση του ότι η επίμαχη σύμβαση ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας τη στήριξε δεχθέν α) ότι η μεταξύ τους εμπορική συνεργασία διήρκεσε επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ενάγουσα ανέπτυξε σημαντικά το δίκτυο πελατείας, επ' ωφελεία και της εναγομένης, η οποία ασκούσε περιστασιακά ελέγχους και έδιδε οδηγίες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας της ενάγουσας στη συμβατική περιοχή, β) ότι η ενάγουσα προς διευκόλυνση της εναγομένης προέβαινε σε διαφήμιση των συμβατικών προϊόντων στα όρια της συμβατικής περιοχής με δαπάνες της εναγομένης, γ) ότι η ενάγουσα διεύρυνε σημαντικά τους πελάτες των συμβατικών προϊόντων, δ) ότι η εναγομένη έδιδε κατευθυντήριες οδηγίες στην ενάγουσα σχετικά με τον τρόπο προώθησης των συμβατικών ειδών και ε) ότι με υπόδειξη της εναγομένης η ενάγουσα ίδρυσε, με δαπάνες της, κατάστημα στην ...

για την προώθηση των συμβατικών ειδών. Δεν δέχθηκε όμως το Εφετείο ότι η εναγομένη εδικαιούτο, κατά τη σύμβαση, να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στις εργασίες της ενάγουσας και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο της ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας στη συμβατική περιοχή, ούτε επίσης δέχθηκε ότι η ενάγουσα υποχρεούτο σε διαφήμιση των συμβατικών προϊόντων και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες της εναγομένης, όσον φορά τον εξοπλισμό των καταστημάτων της στη συμβατική περιοχή, αλλ' ούτε και ότι η ενάγουσα υποχρεούτο να γνωστοποιεί το πελατολόγιό της στην εναγομένη και να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, παρά μόνο να διαθέτει στους πελάτες του δικτύου της τα συμβατικά προϊόντα.

Οι συμβατικές αυτές υποχρεώσεις του διανομέα, καθιστούν αυτόν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού και η συνδρομή τους προσδίδει στην μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που επιβάλλει και επ' αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ/τος 219/1991 περί τακτικής καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας.

Ως προς την κρίση του, ότι η καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος και επομένως συνιστά αδικοπραξία, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, και αν και δέχθηκε ότι η εναγομένη πρότεινε τη σύναψη νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας στην ενάγουσα, διότι από 1.1.2002 θα έπαυε να αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα τα καπνικά προϊόντα της αλλοδαπής εταιρίας ...

και κατόπιν τούτου σχεδίαζε οργανωτικές αλλαγές με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της έναντι των λοιπών όμοιας δραστηριότητας επιχειρήσεων, με τη δημιουργία ενός περισσότερο οργανωμένου δικτύου διανομής των προϊόντων της και ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να συναινέσει στην κατάρτιση της νέας αυτής σύμβασης, ωστόσο, αντιφατικώς, δηλαδή κατά λογική ανακολουθία, δέχθηκε και ότι η γενομένη, λόγω της αρνήσεως της ενάγουσας να καταρτίσει νέα σύμβαση, τακτική καταγγελία από την εναγομένη, της μέχρι τότε λειτουργούσας σύμβασης είναι καταχρηστική, αρκεσθέν στο ότι η εναγομένη μέχρι την καταγγελία α) ενθάρρυνε τις επίπονες προσπάθειες της ενάγουσας, επί μία δεκαετία, για την διάδοση των συμβατικών προϊόντων στην περιοχή β) καρπωνόταν αυξητικές ωφέλειες από τη δραστηριότητα της ενάγουσας στη συμβατική περιοχή και γ) απέκρυψε, κατά την πρόταση για σύναψη νέας σύμβασης, το γεγονός ότι από 1.1.2002 θα έπαυε να αντιπροσωπεύει τα καπνικά προϊόντα της άνω αλλοδαπής εταιρίας και να προμηθεύει με αυτά τη διανομέα, χωρίς όμως να δέχεται ότι οι οργανωτικές αλλαγές, που σχεδίαζε η εναγομένη με σκοπό την καλλίτερη οργάνωση του δικτύου διανομής και την επίτευξη ανταγωνιστικότητας έναντι των ανταγωνιστών της, ήταν προσχηματικές και αποσκοπούσαν στον εξαναγκασμό της ενάγουσας να συναινέσει στην κατάρτιση νέας σύμβασης με επαχθέστερους γι' αυτή όρους από εκείνους που μέχρι τότε ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις, ούτε επίσης να αναφέρει ότι η κρίσιμη καταγγελία ενέχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανή, των αξιολογικών ορίων και θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Επομένως οι λόγοι του αναιρετηρίου υπό στοιχεία Β1.ΙΙ και Β.2, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο ότι με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, αφ'ενός μεν εφάρμοσε αναλογικά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991, αφ' ετέρου δε εφάρμοσε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,914,281 και 932 ΑΚ, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.39/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ