Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of debt restructuring claim and lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against five banks regarding a debt restructuring agreement. The appellant argued that the lower court failed to verify fraud regarding the debtor's permanent inability to pay, but the court noted this issue was already conclusively ruled upon in a final, unappealable decision. Consequently, the Supreme Court found the appeal inadmissible because the legal interest in overturning the established judgment was absent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the contested issue has already been finally adjudicated in a prior unappealable decision, rendering the appeal inadmissible due to lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1765 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία - Κωνσταντία Λάμπρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 453/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1508/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 10-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 288/14-11-2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-01-2025) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (24-01-2025), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 453/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις οποίες χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, και ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 05-10-2015 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας στις 05-10-2015, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στο πλαίσιο της ως άνω αίτησης του άρθρου 1 παρ 1 του Ν.3869/2010, κατάθεση δεύτερης αίτησης, συμπληρωματικής της πρώτης, επιτρέπεται ακόμη και στην περίπτωση που έχει κατατεθεί αίτηση υπαγωγής και έχει εκδοθεί απόφαση υπαγωγής, εφόσον με την νέα αίτηση ο οφειλέτης αιτείται τη ρύθμιση χρεών ή τη συμπερίληψη πιστωτών που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική αίτηση, εκτός αν ήδη έχει υπάρξει απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1του Ν.3869/2010, δηλαδή εφόσον έχει ήδη εκτελέσει ο οφειλέτης τις υποχρεώσεις του κατά το άρθρο 8 παρ. 2,4 και 5 του ιδίου νόμου ή εφόσον η παράλειψη των απαιτήσεων στην αρχική αίτηση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 10 εδ γ του ως άνω νόμου, από δόλο ή βαριά αμέλεια του αιτούντα.
Η νέα αίτηση αποτελεί συμπληρωματική αίτηση καθώς είναι ευρύτερη και διευκρινιστική της αρχικής αίτησης, ενώ υπάρχει συνάφεια δηλαδή ρύθμιση της κατάστασης του οφειλέτη και ταυτότητα διαδίκου ως προς τον αιτούντα οφειλέτη αλλά και ταυτότητα αιτήματος, δηλαδή ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης του οφειλέτη λόγω μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών.
Ταυτόχρονα αποτελεί και αίτηση μεταρρύθμισης της αρχικής απόφασης καθώς η αρχική ρύθμιση καταβολών αναπροσαρμόζεται, προκειμένου να συμπεριλάβει και τις παραλειφθείσες απαιτήσεις. Η εκδίκαση της νέας συμπληρωματικής αίτησης, οδηγεί σε ενσωμάτωση των παραλειφθεισών απαιτήσεων και σε ενιαία ρύθμιση αυτών με τις απαιτήσεις που ήδη ρύθμισε η αρχική απόφαση που μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 758 ΚπολΔ, με στόχο να επιτευχθεί συλλογική και καθολική ρύθμιση των οφειλών.
Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.3869/2010, με την οποία προβλέπεται, ότι απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά, δεν απαγορεύει την υποβολή δεύτερης αίτησης κατά τα ανωτέρω, αλλά την δεύτερη απαλλαγή του οφειλέτη για τα ίδια ή άλλα χρέη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015). Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 453/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την με αριθμ. καταθ. 109/2011 αίτησή του, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του προς τα αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και το νυν αναιρεσείον ΤΠΚΔ, η οποία και έγινε εν μέρει δεκτή σύμφωνα με την οριστική (ήδη αμετάκλητη) απόφαση με αριθμ. 33/2012 του Ειρηνοδικείου Λάρισας (Εκούσια Δικαιοδοσία) και καθορίστηκαν οι μηνιαίες καταβολές στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 προς τους λοιπούς πιστωτές και μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, ενώ ως προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τον λόγο ότι τα δάνεια που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων , για τα οποία προβλέπεται με ειδική διάταξη νόμου ο τρόπος εξόφλησής τους, δεν μπορούν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του Ν.3689/2010.
Ακολούθως, λόγω μεταστροφής της νομολογίας, μετά τη δημοσίευση της με αριθ. 33/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ως προς τις οφειλές προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αιτήθηκε από το ίδιο Δικαστήριο να μεταρρυθμιστεί η με αριθμ. 33/2012 απόφασή του, ώστε, αφού συμπεριληφθούν στις προς ρύθμιση οφειλές του και αυτές προς το ΤΠΚΔ, να επαναπροσδιορισθούν οι δόσεις προς τους πιστωτές του τόσο για την 4ετή ρύθμιση όσο και για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, ήτοι συμπεριλαμβάνοντας στους προς ικανοποίηση πιστωτές του μέσω της δικαστικής ρύθμισης αυτής και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
και μάλιστα αναδρομικά από τη δημοσίευση της απόφασης. Σχετικά εκδόθηκε η με αριθμ. 268/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση μεταρρύθμισης και μεταρρύθμισε την με αριθμ. 33/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου τόσο ως προς τις μηνιαίες καταβολές επί τετραετία, συμπεριλαμβάνοντας στους προς ικανοποίηση πιστωτές το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων όσο και ως προς την ρύθμιση για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του όσον αφορά τον δικαιούχο πιστωτή, το ΤΠΚΔ.
Το τελευταίο άσκησε την με αριθμ.κατ. 921/29-9-2014 έφεσή του κατά της με αριθμ. 268/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας (μεταρρυθμιστικής), αιτούμενο να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί ως προς αυτό (το ΤΠΚΔ) η αίτηση μεταρρύθμισης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθμ.388/2015 απόφασή του, έκρινε στο σκεπτικό του την αίτηση μεταρρύθμισης απορριπτέα ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι δι' αυτής ζητούνταν η ανάκληση -μεταρρύθμιση απορριπτικής ως προς το ΤΠΚΔ αποφάσεως , που όμως , δεν υπόκειται σε ανάκληση-μεταρρύθμιση, και ότι έπρεπε να κατατεθεί συμπληρωματική αίτηση.
Κατόπιν αυτών, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ΤΠΚΔ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 268/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας ως προς το ΤΠΔ και απέρριψε την με αριθμ. 92/2013 αίτηση μεταρρύθμισης ως απαράδεκτη ως προς το ΤΠΚΔ. Κατόπιν τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας την από 05.10.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 400/07.10.2015 συμπληρωματική αίτησή του κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και των λοιπών αναιρεσίβλητων πιστωτών αυτού, με την οποία ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή και να ενσωματωθεί στους πιστωτές του το ΤΠΚΔ και να ρυθμιστούν εκ νέου οι οφειλές του σε ενιαία ρύθμιση, επαναπροσδιορίζοντας τις δόσεις προς άπαντες τους πιστωτές του, συμπεριλαμβανομένου και του ΤΠΔ, με αναδρομική ισχύ από 1.2.2014, στο ποσό των 400 ευρώ, με σύμμετρη ικανοποίηση των μετεχόντων πιστωτών, μέχρι λήξεως της τετραετούς ρύθμισης (ήτοι μέχρι την 31.2.2016) καθώς και να επαναπροσδιοριστούν οι δόσεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, προβλέποντας την υποχρέωσή του να καταβάλει προς το ΤΠΔ το ποσό των 32.364,81 ευρώ (ίσο προς το 80% της σημερινής αντικειμενικής αξίας του) σε 96 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης ρύθμισης καταβλητέας την 1 η-4-2016.
Με την υπ' αριθμ. 104/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η "συμπληρωματική" αίτησή του, ρυθμίστηκαν τα χρέη του με μηνιαίες καταβολές των τετρακοσίων (400,00) ευρώ, προς τις πιστώτριες του για τον υπολειπόμενο χρόνο της τετραετούς ρύθμισης, αρχής γενομένης από την κατάθεση της αίτησης, με την αναδιανομή των ορισθέντων ποσών, εκ των οποίων ορίστηκε ποσό 236,60 ευρώ για την οφειλή προς το ΤΠΔ, διατάχθηκε η εκποίηση των ακινήτων του, όπως αυτά αναφέρονται στη με αριθμό 33/2012 απόφαση και όπως ορίζεται σ' αυτήν, εξαιρέθηκε της εκποίησης το ποσοστό 50%εξ αδιαιρέτου επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, με την καταβολή του 80% της αντικειμενικής του αξίας και επιβλήθηκε στον αιτούντα η υποχρέωση να καταβάλει στο ΤΠΔ για τη διάσωση της παραπάνω κατοικίας του το ποσό των 33.302,94 ευρώ, σε 96 ισόποσες μηνιαίες δόσεις με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, έναντι υπολοίπου οφειλής από μία σύμβαση ενυπόθηκου-στεγαστικού-δανείου ύψους 112.553,32-ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής το ΤΠΔ άσκησε την από 30.01.2019 έφεσή του με αριθμ. εκθ. καταθ: 17/2019, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 453/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας- Ρύθμιση Οφειλών).Την ανωτέρω απόφαση, απορριπτική της έφεσης του ΤΠΔ, προσβάλλει το αναιρεσείον ΤΠΔ με την ένδικη αναίρεσή του.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, το αναιρεσείον ΤΠΚΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ 1 του ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ουσιαστικού κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα αφενός της διάταξης του άρθρου 1 παρ.3 του Ν.3869/2010 και αφετέρου της διάταξης του άρθρου 758 ΚπολΔ, όσον αφορά την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί της απόρριψης κατ' ουσία της από 30-01-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος, με την οποία αιτήθηκε την εξαφάνιση της με αριθμό 104/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας και την απόρριψη της από 08-10-2015 "συμπληρωματικής αίτησης" του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, εφόσον, κατά τις αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον υπόψη αναιρετικό λόγο, ουδόλως προβλέπεται στο ρυθμιστικό πεδίο των ως άνω άρθρων η δυνατότητα άσκησης "συμπληρωματικής αίτησης", στην περίπτωση, ως εν προκειμένω, είχε προηγηθεί η άσκηση προηγούμενης πρώτης αίτησης του αιτούντος περί ρύθμισης των οφειλών του και με δεδομένο ότι η υπ' αριθμ.
τελεσίδικη ήδη υπ'αριθμ. 33/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας δεν υπόκειται σε ανάκληση-μεταρρύθμιση, αφού δεν διέτασσε κάποιο ρυθμιστικό μέτρο ως προς το ΤΠΚΔ, ώστε να είναι δεκτική μεταρρύθμισης ως προς αυτό. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 αριθ.2 του ΚπολΔ, δεδομένου ότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚπολΔ , επισκόπηση της από 30-01-2019 έφεσής του και των από 07-01-2019 προτάσεών του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας [Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ], προκύπτει ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον δεν υπέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό, όπως όφειλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, η υπό κρίση συμπληρωματική αίτηση του αιτούντος εκ του άρθρου 1 παρ 1 του Ν. 3689/2010 ήταν παραδεκτή και νόμιμη, ακόμη και στην παρούσα περίπτωση, και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται στον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, που είχε ήδη κατατεθεί αίτηση υπαγωγής και είχε εκδοθεί απόφαση υπαγωγής, εφόσον με την νέα αυτή αίτηση ο πρώτος αναιρεσίβλητος αιτήθηκε τη ρύθμιση χρεών και τη συμπερίληψη πιστωτών που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική απόφαση, όπως το αναιρεσείον ΤΠΚΔ και με δεδομένο α] ότι δεν είχε υπάρξει απαλλαγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν.3869/2010,όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ 1 ΚπολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και β] εφόσον δεν υπήρξε παράλειψη των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος στην αρχική αίτηση, εναντίον του οποίου και εστράφη αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής και συνεπώς δεν υφίσταται ουδεμία παράλειψη του πρώτου αναιρεσίβλητου η οποία να έγινε σύμφωνα με το άρθρο 10 εδ γ του ως άνω νόμου, από δόλο ή βαριά αμέλειά του, αλλά έλαβε χώρα με βάση όσα επικαλείται το αναιρεσείον στον πρώτο λόγο αναίρεσης του, λόγω της μεταστροφής της νομολογίας (ΑΠ 1398/2019, ΑΠ 353/2012) σε σχέση με τις απαιτήσεις του ΤΠΚΔ και της δυνατότητας αυτών να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 1 παρ 1 του Ν.3689/2010.
Η ως άνω νέα αίτηση, ως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, αποτελεί συμπληρωματική αίτηση καθώς είναι ευρύτερη και διευκρινιστική της αρχικής αίτησης, ενώ υπάρχει συνάφεια, δηλαδή ρύθμιση της κατάστασης του οφειλέτη και ταυτότητα διαδίκου ως προς τον αιτούντα οφειλέτη-πρώτο αναιρεσίβλητο αλλά και ταυτότητα αιτήματος, δηλαδή ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης του οφειλέτη λόγω μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών.
Ταυτόχρονα αποτελεί και αίτηση μεταρρύθμισης της αρχικής απόφασης, καθώς η αρχική ρύθμιση καταβολών αναπροσαρμόζεται, προκειμένου να συμπεριλάβει και τις παραλειφθείσες απαιτήσεις κατά του ΤΠΚΔ. Η εκδίκαση της νέας αυτής συμπληρωματικής αίτησης, οδήγησε σε ενσωμάτωση των παραλειφθεισών απαιτήσεων του ΤΠΚΔ και σε ενιαία ρύθμιση αυτών με τις απαιτήσεις που ήδη ρύθμισε η αρχική απόφαση που μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 758 ΚπολΔ, με στόχο να επιτευχθεί συλλογική και καθολική ρύθμιση των οφειλών.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, το αναιρεσείον ΤΠΚΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ 1 του ΚΠοΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 1παρ.1 Ν.3689/2010 , σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, όσον αφορά στην κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης περί της απόρριψης του προβληθέντος, με την από 30-01-2019 έφεσή του ισχυρισμού περί δολίας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του οφειλών, ως αόριστης, ενώ αυτή ήταν πλήρως ορισμένη, λόγω παράλειψης αναφοράς των τραπεζικών προϊόντων που ο αναιρεσίβλητος -οφειλέτης συμφώνησε με τα πιστωτικά ιδρύματα, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών καθώς και τον χρόνο που τα συμφώνησε , αξιώνοντας έτσι για την εφαρμογή αυτών των κανόνων δικαίου περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί το ως άνω άρθρο.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 αρ 1 ΚπολΔ, της με αριθμό 33/2012 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την απόφαση αυτή, είχε ήδη ελεγχθεί ο δόλος του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με την γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του οφειλών, μετά από υποβληθείσες σχετικές ενστάσεις των πιστωτριών τραπεζών, ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβαλλομένων και είχαν απορριφθεί αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεχόμενη η απόφαση, ότι η αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο το πρώτου αναιρεσιβλήτου -αιτούντος, ούτε ότι αποδείχθηκε ιδία υπαιτιότητα αυτού, αλλά ότι οφείλονται λόγω των περικοπών στον μισθό του πρώτου αναιρεσιβλήτου λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της χώρας.
Υπήχθη δε μετά ταύτα στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 λόγω της, χωρίς δόλο μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και ρυθμίστηκαν οι οφειλές του. Με δεδομένο ότι το ως άνω, ήδη κριθέν αμετακλήτως ζήτημα, επιδέχεται ενιαίας κρίσεως ως προς όλους τους πιστωτές, οι οποίοι συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, ο ως άνω ισχυρισμός απαραδέκτως προβλήθηκε ως λόγος έφεσης και συνεπώς και ως λόγος αναίρεσης με τον υπό κρίση δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον ανατροπής του δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς την αιτιολογία της για την απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των πιστωτών του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθόσον η απόρριψη αυτή δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1213/2023, ΑΠ 1061/2023).
Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 288/14-11-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 453/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ