1765/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1765/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ελλείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 117§1 ΠΚ, ιδρύονται οι από τις διατάξεις του άρθρου 510§1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1765 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1765/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξία Ριτζάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 173/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης που τελέστηκαν την 20-8-2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 28-7-2018 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του AT Χανίων Γ. Ν., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Κ. Γ. με αναιρεσείοντα τον Π. Κ. του Π., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ.
β' του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 22-6-2018 και με αριθμό …/2018 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ'αριθμ. 173/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π Κ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημίσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται: α) Ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητας του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, η ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 117§1 του ΠΚ, "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της".
Η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος διωκομένου κατ' έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή της, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε.
Αν ελλείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 117§1 ΠΚ, ιδρύονται οι από τις διατάξεις του άρθρου 510§1 στοιχ.
Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λπ ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 173/2018 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Κρήτης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος , στις 20-8-2008 κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων την από 20-8-2008 έγκλησή του εις βάρος των Γ.
Κ., Ε. Μ. και Α. Φ., στην οποία ανέφερε ότι οι ανωτέρω το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 συμπλήρωσαν χωρίς τη δική του συναίνεση ή έγκριση τα τυπικά στοιχεία και έθεσαν εν αγνοία του την υπογραφή του επί των σωμάτων των υπ αριθμ.... επιταγών της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας , συρομένων σε ατομικό του λογαριασμό, τις οποίες αυτός είχε παραδώσει στον πρώτο των καταμηνυομένων λεύκες και ανυπόγραφες.
Τα ανωτέρω γεγονότα, όμως, ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος τους, καθώς αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες επιταγές δεν παραδόθηκαν στον πρώτο των καταμηνυομένων Γ. Κ. λευκές, αλλά σε συνάντηση του κατηγορουμένου με τον πρώτο και τον τρίτο των καταμηνυομένων Γ. Κ. και Α. Φ., ο τελευταίος συμπλήρωσε με τη συναίνεση του κατηγορουμένου τα στοιχεία των επιταγών αυτών, τις οποίες στη συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε στο Γ.
Κ.. Στην ψευδή καταμήνυση προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των τριών προαναφερομένων προσώπων για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση μετά χρήσεως από κοινού , όπως και έγινε , ωστόσο με την υπ'αριθμ..../8-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Χανίων, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, αθωώθηκαν για την πράξη αυτή.Επίσης, με την ίδια ως άνω από 20-8-2008 έγκλησή του ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων και ειδικότερα ενώπιον του Εισαγγελέα και των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων, οι οποίοι έλαβαν γνώση, τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω πράξη του ψευδή γεγονότα, εν γνώσει του ότι αυτά ήσαν ψευδή, εις βάρος των εγκαλούντων Γ.
Κ. και Ε. Μ., τα οποία [ψευδή γεγονότα] ήσαν πρόσφορα να θίξουν την τιμή και την υπόληψή τους ως ανθρώπων συναλλασσομένων".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στα Χανιά, τους κάτωθι χρόνους, τέλεσε τα ακόλουθα εγκλήματα και συγκεκριμένα την 20-8- 2008, με μία πράξη του τέλεσε περισσότερα αδικήματα και ειδικότερα: α] Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξή τους.
Ειδικότερα, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων την από 20-8-2008 έγκληση εις βάρος των 1 Γ. Κ., 2 Ε. Μ. και 3 Α. Φ., στην οποία ανέφερε ότι οι ανωτέρω εγκαλούντες, το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 συμπλήρωσαν χωρίς τη δική του συναίνεση ή έγκριση τα τυπικά στοιχεία και έθεσαν εν αγνοία του την υπογραφή του επί των σωμάτων των υπ'αριθμ....
επιταγών της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας, συρομένων σε ατομικό λογαριασμό του, τις οποίες αυτός είχε παραδώσει στον πρώτο των εγκαλούντων λευκές και ανυπόγραφες. Τα ανωτέρω γεγονότα, τα οποία ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος αυτών, καθώς οι ανωτέρω επιταγές συμπληρώθηκαν μεν από τον τρίτο των εγκαλούντων αλλά με τη συναίνεση του κατηγορουμένου, τα κατέθεσε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση μετά χρήσεως από κοινού, όπως έγινε, ωστόσο η υπ'αριθμ..../8-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, κήρυξε αυτούς αθώους για την ανωτέρω πράξη.
β[Ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη άλλων και ειδικότερα κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων την από 20-8-2008 έγκλησή του, στην οποία περιέχοντο τα υπό στοιχείο [α] ψευδή πραγματικά περιστατικά τα οποία περιήλθαν εις γνώσει του Εισαγγελέα και των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων ήταν δε πρόσφορα να θίξουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων Γ.
Κ. και Ε. Μ. ως ανθρώπων και συναλλασομένων , τελώντας εν γνώσει του ότι αυτά τύγχαναν ψευδή".
Με αυτά που δέχτηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού και όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 229 παρ. 1, του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, έχει διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης των ανωτέρω εγκλημάτων, αναφέρονται σε αντίθεση με τα ψευδή των όσων ο αναιρεσείων κατεμήνυσε, με την από 20-8-2008 έγκλησή του, τα αληθή γεγονότα που έλαβαν χώρα ότι δηλαδή ο εγκαλών δεν συμπλήρωσε, με τους λοιπούς καταμηνυθέντες από τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, τα τυπικά στοιχεία των με αριθμ...
επιταγών της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας, που αυτός είχε εκδώσει αλλά αυτά συμπληρώθηκαν με συναίνεσή του από τον Α. Φ. και ο ίδιος (αναιρεσείων) έθεσε την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, ενώ αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτός διέλαβε στην κατά των καταμηνυθέντων έγκλησή του, θεμελιούμενη (η γνώση του), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων, σε ιδία αυτού αντίληψη, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.
Διαλαμβάνεται δε ακόμη ότι με την πράξη του επεδίωκε την δίωξη των καταμηνυθέντων για πλαστογραφία, πράξη για την οποία οι καταμηνυθέντες αθωώθηκαν αμετακλήτως με την .../8-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την καταδικαστική για την αμέσως ανωτέρω πράξη κρίση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όμως, και όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, για την οποία ωσαύτως κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η απαιτούμενη έγκληση για την αξιόποινη αυτή πράξη υποβλήθηκε από τους εγκαλούντες Γ. Κ. και Ε.
Μ. την 11-3-2009, ενώ ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ως υπαίτιος τέλεσης της πράξεως με χρόνο τελέσεως την 20-8-2008. Και ενώ μετά ταύτα η έγκληση για τη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξεως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλείπει κάθε αναφορά στο χρόνο γνώσεως της πράξεως αυτής και του υπαιτίου, γεγονός απαραίτητο για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως ως προς την άνω πράξη.
Επομένως, για τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενους με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγους έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως οι οποίοι είναι βάσιμοι πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη, μόνο, ως προς το κεφάλαιο της περί ενοχής του αναιρεσείοντα για την αμέσως παραπάνω πράξη και την αντίστοιχη περί κύριας και παρεπόμενης ποινής διάταξή της και συνακόλουθα και ως προς το σκέλος της περί συνολικής ποινής και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ν' απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη.
Δεν συντρέχει δε λόγος να θεωρηθεί ότι επήλθε παραγραφή της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (15-5-2018), θεώρηση που θα συνεπαγόταν την οριστική παύση της ποινικής δίωξης (άρθρο 511 ΚΠΔ), όπως αβασίμως αιτείται ο αναιρεσείων, καθόσον από τα επισκοπούμενα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η δίωξη για την πράξη είχε ανασταλεί, κατά άρθρο 59 παρ2 ΚΠΔ, από 6-6-2011 που εκδόθηκε η συναφής με αριθμ. 385/6-6-2011 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χανίων, μέχρι την αμετάκλητη απόφαση της δίκης για πλαστογραφία, για την οποία εκδόθηκε η με αρ. .../8-12-2015 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί οκταετία από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αρ. 173/2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και δη μόνο ως προς το κεφάλαιο της περί ενοχής του αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και την αντίστοιχη περί ποινής διάταξή της και συνακόλουθα και ως προς το σκέλος της περί συνολικής ποινής και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-6-2018 (αριθμ. εκθ. …..-6-2018) αίτηση του Π. Κ. του Π., για αναίρεση της με αρ. 173/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ