1765/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1765/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Full text
Απόφαση 1765 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. συζ. Κ. Π. και 2. Κ. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παναγιωτόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Μ. του Β., κατοίκου ... και 2. Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρουσσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.7.2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2189/2002 μη οριστική, 7295/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 215/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Μαρτίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ., αντικειμενικά μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Επίσης στην από κοινού τελούμενη απάτη για τον υπολογισμό του οφέλους ή της ζημίας λαμβάνεται υπόψη το όλο, το σύνολο δηλαδή αυτών, αφού αυτό επεδίωκαν άπαντες οι υπαίτιοι, το ίδιο δε ισχύει και όταν η απάτη τελείται από κοινού σε βάρος περισσοτέρων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ` άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 299/2007).
Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθρ. 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του αρθρ. 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Και στην περίπτωση αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, καθώς και αν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, ως κρίσεις σχετικές με νομική έννοια, υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ.622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Το Μάρτιο του έτους 1999 ο πρώτος ενάγων-πρώτος εφεσίβλητος ( ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) Π. Μ. διέθετε το ποσό των 20.000.000 δραχμών για την αγορά ενός διαμερίσματος και κατέφυγε στο μεσιτικό γραφείο με την επωνυμία "Ε." για να του υποδείξουν οι υπάλληλοι του γραφείου αυτού κάποιο διαμέρισμα που να καλύπτει τις στεγαστικές του ανάγκες.
Στο εν λόγω μεσιτικό γραφείο ο Π. Μ. γνώρισε τον Ι. Α., ο οποίος ήταν υπάλληλός του και γνωστός των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) Β. Π. και Κ. Π.. Ο Ι. Α. συνέστησε στον Π. Μ., αντί να προβεί στην αγορά διαμερίσματος, να επενδύσει τα χρήματά του στο Χρηματιστήριο με τη βοήθεια των γνωστών του Β. και Κ. Π., οι οποίοι ήταν έμπειροι περί τα χρηματιστηριακά και συνεργάζονταν με την εταιρία με την επωνυμία "ECOINVESTFINANNCIALSERVICESS.A.
ΑΕΛΔΕ" (εφεξής " ECOINVESTΑΕΛΔΕ"). Μετά από τις συζητήσεις αυτές ο Π. Μ. πείστηκε να συναντήσει τους εκκαλούντες Β. και Κ. Π. και συναντήθηκε πράγματι με αυτούς, περί τα μέσα Απριλίου 1999, στο ξενοδοχείο των Αθηνών INTERCONTINENTAL.Κατά τη συνάντηση αυτή, παρευρίσκονταν και ο Ι. Α., αλλά και σε μια μεταγενέστερη συνάντηση που επακολούθησε μετά από λίγες ημέρες στον …, στην οικία των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων), επί της οδού …, ο Π.
Μ. κατέστησε στου εκκαλούντες-εναγόμενους Β. και Κ. Π., γνωστή την οικονομική του κατάσταση, καθώς και την πρόθεσή του να αγοράσει διαμέρισμα. Οι τελευταίοι τον συμβούλευσαν να μη διαθέσει το ποσό των 20.000.000 δραχμών, που κατείχε σε μετρητά, στην αγορά διαμερίσματος, αλλά να το επενδύσει στο χρηματιστήριο και συγκεκριμένα σε προεγγραφές μετοχών.
Ακολούθως, κατά τις παραπάνω προσωπικές επαφές με τον Π. Μ., οι Β. Π. και ο Κ. Π., οι οποίοι είναι σύζυγοι, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι, αλλά και ο εναγόμενος Δ. Π. (δεν είναι διάδικος), παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού συστήθηκαν σ' αυτόν (Π. Μ.) με γνώση τους ψευδώς ως χρηματιστές και συνεργάτες της εδρεύουσας στη Αθήνα (οδός …) εταιρίας " ECOINVESTΑΕΛΔΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Δ.
Π., τον διαβεβαίωσαν ότι ασχολούνται με επενδύσεις χρημάτων τρίτων στο Χρηματιστήριο και ότι αν κατέθετε αυτός τα χρήματά του σε δικό τους λογαριασμό ή σε λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας, χωρίς ν' ανοίξει κωδικό στο όνομά του στο χρηματιστήριο, θα προμηθευόταν μετοχές εταιριών που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριο όχι σε περιορισμένο αριθμό, όπως γίνεται στη περίπτωση δημόσιας εγγραφής, αλλά τόσες μετοχές, όσες θα αντιστοιχούσαν στο κεφάλαιο που διέθετε και ότι αυτό θα καθίστατο δυνατό με τη βοήθεια θεσμικού επενδυτή, με τον οποίο συνεργάζονται.
Ο πρώτος ενάγων-πρώτος εφεσίβλητος Π. Μ. πείστηκε στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των δύο πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων, όπως πείστηκε και στις διαβεβαιώσεις τους ότι είναι δυνατόν να επενδύσει τα χρήματά του και σε μια άλλη μορφή επένδυσης, εξίσου ασφαλή και αποδοτική, την οποία προσφέρει μόνο η τρίτη εναγομένη εταιρία " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" και την οποία συνιστούν μόνο σε γνωστά τους πρόσωπα.
Ειδικότερα αυτοί ανέφεραν στον Π. Μ., ότι η ανωτέρω επένδυση υλοποιείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας έξι (6) μηνών, καταρτιζόμενη μεταξύ του ενδιαφερόμενου επενδυτή και της εταιρίας "ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ", και με απόδοση του κεφαλαίου σε ποσοστό 3% μηνιαίως, την οποία ο επενδυτής μπορεί να λαμβάνει κάθε μήνα, ενώ με τη λήξη της σύμβασης λαμβάνει και το κεφάλαιό του.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι εκκαλούντες Β. και Κ. Π. με γνώση τους παρέστησαν ψευδώς στον πρώτο εφεσίβλητο Π. Μ., ότι η ως άνω εταιρία ήταν ανθηρή και ο νόμιμος εκπρόσωπός της Δ. Π. ήταν φερέγγυο πρόσωπο και ότι τα χρήματά τους ήταν εξασφαλισμένα, τόσο από τον τελευταίο, όσο και απ' αυτούς. Έτσι, αφού πείστηκε ο πρώτος ενάγων - πρώτος εφεσίβλητος στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των δύο πρώτων εναγόντων-εκκαλούντων, προκειμένου να συμμετάσχουν στο σύστημα των προεγγραφών μετοχών, κατέβαλε στο λογαριασμό της εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ", που του υπέδειξαν αυτοί, το ποσό των 1.500.000 δραχμών και στις 30-4-1999 και το ποσό των 3.400.000 δραχμών στις 30-5-1999.
Τα παραπάνω ποσά επιστράφηκαν στον Π. Μ. προσαυξημένα, δηλαδή για το ποσό της πρώτης προεγγραφής έλαβε συνολικά 1.900.000 δραχμές και για το ποσό της δεύτερης ως άνω προεγγραφής έλαβε συνολικά 4.900.000 δραχμές. Στη συνέχεια ο Π. Μ., για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό, κατέθεσε στις 11-6-1999 στο λογαριασμό της εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" με αριθμό …, στην Τράπεζα ALPHABANK, το ποσό των 7.000.000 δραχμών και στις 6-7-1999 και 7-7-1999 κατέθεσε στο λογαριασμό της Β.
Π., με αριθμό …, τα ποσά των 2.100.000 και 3.150.000 δραχμών αντίστοιχα. Τα ποσά αυτά κατέθεσε η Β. Π. στις 7-7-1999 στο λογαριασμό του τέταρτου εναγομένου Δ. Π. στην ALPHABANK, με αριθμό …. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι μέσω του αδελφού του Π. Μ. γνώρισε τους εκκαλούντες Β. Π. και Κ. Π. (αναιρεσείοντες) και ο δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) Μ.
Μ. στις 31-5-1999. Η συνάντηση έγινε στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "SCOPLIFE A.E." στον …, επί της οδού …, όπου οι εκκαλούντες εργάζονταν ως ασφαλιστικοί πράκτορες. Κατά τη συνάντηση αυτή οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-εκκαλούντες παρέστησαν με γνώση τους ψευδώς στο Μ. Μ., ο οποίος δεν ενδιαφερόταν για το σύστημα της προεγγραφής μετοχών, αλλά για επένδυση με την κατάρτιση σύμβασης ορισμένης χρονικής διάρκειας, ότι είναι χρηματιστές και συνεργάζονται με την εταιρία " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" , της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Δ.
Π., αλλά και οι ίδιοι. Παρέστησαν επίσης ψευδώς εν γνώσει τους στο Μ. Μ., ότι είναι νόμιμη, ασφαλής και αποδοτική η επένδυση με τη μορφή της σύμβασης ορισμένης χρονικής διάρκειας, κατά την οποία το κεφάλαιό του θα είχε σταθερή μηνιαία απόδοση, την οποία θα λάμβανε κάθε μήνα και με τη λήξη της σύμβασης θα λάμβανε και ολόκληρο το προς επένδυση κεφάλαιο.
Έτσι, αφού πείστηκε ο Μ. Μ. στις παραπάνω διαβεβαιώσεις του ζεύγους Π., στις 14-5-1999 μετέβη, μαζί με αυτούς, στα γραφεία της εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" και εκεί γνώρισε και τον εναγόμενο Δ. Π., ο οποίος επιβεβαίωσε τους ως άνω ισχυρισμούς των εκκαλούντων-δύο πρώτων εναγονένων. Την ίδια ημέρα, στα γραφεία της παραπάνω εταιρίας, υπογράφηκε η σχετική επενδυτική σύμβαση, κατά τους όρους της οποίας το προς επένδυση ποσό ήταν 10.000.000 δραχμές, ο χρόνος λήξης της σύμβασης η 30-12-1999 και η σταθερή μηνιαία απόδοση του παραπάνω ποσού ήταν 240.000 δραχμές.
Μάλιστα, το κείμενο της εν λόγω σύμβασης ήταν γραμμένο από τους εκκαλούντες και ο Δ. Π., που υπέγραψε αυτή ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ", συμπλήρωσε μόνο τη μηνιαία απόδοση των 10.000.000 δραχμών μέχρι την 30-12-1999. Σε εκπλήρωση του σχετικού όρου της παραπάνω σύμβασης, ο Μ. Μ. κατέθεσε στις 14-5-1999 σε λογαριασμό της αντισυμβαλλομένης του εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" 10.000.000 δραχμές στην Τράπεζα ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ.
Ακολούθως, ο δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος, προκειμένου να συμμετάσχει στην επένδυση με τη μέθοδο της προεγγραφής μετοχών, αφού πείστηκε προηγουμένως από τους εκκαλούντες για τη νομιμότητα και ασφάλεια της επένδυσης αυτής, κατέθεσε στις 27-5-1999 το ποσό των 2.000.000 δραχμών στο λογαριασμό της εταιρίας " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" στην Τράπεζα ALPHA ΠΙΣΤΕΩΣ Πειραιώς, με αριθμό ….
προκειμένου να αποκτήσει 590 μετοχές της εταιρίας ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ προς 3.400 δραχμές την κάθε μία, αντί των 2.400 δραχμών, που ήταν η επίσημη τιμή εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο, ενώ στις 11-6-1999 κατέθεσε, στον ίδιο λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρίας 1.400.000 δραχμές, προκειμένου να αποκτήσει 200 μετοχές της εταιρίας UNISOFT προς 7000 δραχμές την κάθε μία, αντί των 3.500 δραχμών, που ήταν η επίσημη τιμή εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο.
Τον Αύγουστο του έτους 1999 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες κατέθεσαν στο λογαριασμό του Μ. Μ. το ποσό των 3.207.122 δραχμών, το οποίο δήθεν ήταν από τίμημα πώλησης των μετοχών της εταιρίας ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ, τις οποίες πώλησαν προς 5.731 δραχμές την κάθε μία, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 174.168 δραχμών από τίμημα (5.731 δραχμές Χ 590 μετοχές = 3.381.290 δραχμές - 3.207.122 = 174.168 δραχμές) αντιπροσώπευε έξοδα και δική του προμήθεια.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 οι εκκαλούντες ανακοίνωσαν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο Μ. Μ., ότι πώλησαν τις 200 μετοχές που αγόρασαν για λογαριασμό του της εταιρίας UNISOFT, αντί της τιμής των 23.474 δραχμών τη μία, και ότι τα χρήματα από την πώληση αυτή θα του απέδιδαν στα μέσα του επόμενου μήνα, κάτι το οποίο δεν συνέβη.
Σε σχετικές τηλεφωνικές επικοινωνίες του Μ. Μ. με τη Β. Π. η τελευταία τον διαβεβαίωνε ότι θα κατατεθούν τα χρήματα στο λογαριασμό του σταδιακά και ότι γινόταν έλεγχος στην εταιρία " ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ" και στο θεσμικό επενδυτή. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις έλαβε από τη Β. Π. και ο Π. Μ.. Μάλιστα, όταν και οι δύο ενάγοντες ζήτησαν από τους δύο πρώτους εναγόμενους να τους φέρουν σε επαφή με το Δ.
Π., αυτοί τους αρνήθηκαν και τους δήλωσαν ότι δεν πρέπει να ανησυχούν, διότι εγγυώνται οι ίδιοι για τα κεφάλαια που είχαν επενδύσει στην εταιρία "ECOINVESTΑΕΛΔΕ". Στη συνέχεια, στα μέσα του Δεκεμβρίου 1999, η Β. Π. συναντήθηκε στην οικία της στον … με τον Π. Μ. και του ζήτησε να της επιστρέψει τις δύο (2) αποδείξεις κατάθεσης ποσού δραχμών 2.100.000 και 3.150.000 στον ατομικό της λογαριασμό, που έγινε στις 6-7-1999 και 7-7-1999, και αυτή με τη σειρά της να του δώσει απόδειξη κατάθεσης των παραπάνω ποσών σε λογαριασμό της εταιρίας "ECOINVESTΑΕΛΔΕ".
Αντ' αυτού, όμως, η Β. Π. παρέδωσε στον Π. Μ. την προαναφερόμενη απόδειξη της 7-7-1999, από την οποία προέκυπτε ότι το ποσό των 5.250.000 δραχμών είχε κατατεθεί στον ατομικό λογαριασμό του Δ. Π.. Μετά και από την εξέλιξη αυτή, οι ενάγοντες εφεσίβλητοι ζήτησαν επιτακτικά από τους εναγόμενους- εκκαλούντες να τους ορίσουν μία συνάντηση με τον Δ.
Π.. Η συνάντηση αυτή έγινε στις 16-12-1999, με τη μεσολάβηση της Β. Π., στα γραφεία της ECOINVESTστη Αθήνα (…), κατά την οποία δεν παρέστησαν η Β. Π. και Κ. Π.. Ο τέταρτος εναγόμενος Δ. Π., στον παραπάνω τόπο και χρόνο, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και οι εκκαλούντες παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε με γνώση ψευδώς στους ενάγοντες Π.
και Μ. Μ., ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία, είναι οικονομικά εύρωστοι, ότι δεν κινδυνεύουν τα κεφάλαια που ήδη είχαν επενδύσει στην εν λόγω εταιρία και δεν τους έχουν αποδοθεί και ότι, αν τους κατέβαλαν επί πλέον ο μεν Π. Μ. το ποσό των 4.000.000 δραχμών, ο δε Μ. Μ. το ποσό των 10.000.000 δραχμών, στις 16-6-2001 θα τους απέδιδε συνολικά 40.000.000 και 25.000.000 δραχμές αντίστοιχα.
Έτσι, αφού πείσθηκαν οι ενάγοντες στις άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του Δ. Π., κατάρτισαν αυθημερόν μαζί του, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "ECOINVESTΑ ΕΛΔΕ", από μία επενδυτική σύμβαση ο καθένας, σύμφωνα με την οποία τα ποσά των 4.000.000 και 10.000.000 δραχμών, που κατέβαλαν σ' αυτόν ο Π. και Μ. Μ. αντίστοιχα, θα διαχειριζόταν η παραπάνω εταιρία για το διάστημα 16-12-1999 έως 16-6-2001 και θα τους επέφεραν μηνιαία απόδοση 3,7%, ενώ στις 16-6-2001 θα λάμβαναν τα ποσά των 40.000.000 και 25.000.000 δραχμών αντίστοιχα.
Στις 16-1-2000 οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ανέμεναν να λάβουν την ως άνω μηνιαία απόδοση του κεφαλαίου που είχαν επενδύσει στις 16-12-1999 και όχι μόνον δεν έλαβαν τέτοια απόδοση, αλλά αντίθετα πληροφορήθηκαν ότι η εταιρία "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" τελούσε υπό αναστολή λειτουργίας με πιθανότητα βάσιμη οριστικής παύσης της λειτουργίας της από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπως και πράγματι έγινε το Φεβρουάριο του έτους 2000.
Ακολούθως, διαπίστωσαν οι ενάγοντες ότι όλα σχεδόν τα περιστατικά που παρέστησαν σ' αυτούς οι εναγόμενοι Β. Π., Κ. Π. και Δ. Π. ήταν ψευδή και ή αλήθεια, την οποία αν γνώριζαν δεν θα προέβαιναν στις ανωτέρω περιουσιακές διαθέσεις, ήταν τελείως διαφορετική και συγκεκριμένα: Η εταιρία "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" ήταν εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών με αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα μόνο (π.χ.
για αγορά ή πώληση μετοχών, ομολόγων και ανώνυμων δημόσιων χρεογράφων) και δεν είχε δικαίωμα να κατέχει κεφάλαια, κινητές αξίες και χρηματιστηριακά μέσα πελατών. Δεν υπήρχε θεσμικός επενδυτής, όπως διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες οι εναγόμενοι, και κατά συνέπεια δυνατότητα εξασφάλισης μετοχών εταιριών που εισήγοντο για πρώτη φορά στο Χρηματιστήριο εκτός δημόσιας εγγραφής.
Σημειώνεται εδώ, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - εκκαλούντες, με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν ανέφεραν καν το όνομα κάποιου θεσμικού επενδυτή. Με την κρινόμενη έφεσή τους αναφέρουν ως θεσμικό επενδυτή την εταιρία με την επωνυμία "LAIDLAW GLOBAL CORPORATION", την οποία, επίσης, ανέφερε ως θεσμικό επενδυτή και ο Δ.
Π., καθώς και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εκκαλούντων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ο Ε. Π.. Όμως, από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι ενάγοντες, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει τέτοια εταιρία. Ειδικότερα, από το έγγραφο με αριθμό Κ2-5091/29-4-2004 της Διεύθυνσης ΑΕ και ΠΙΣΤΕΩΣ της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, αποδεικνύεται ότι δεν έχει καταχωρηθεί ανώνυμη εταιρία ή εγκατάσταση στη Ελλάδα υποκαταστήματος αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την ως άνω επωνυμία στο Κεντρικό Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, που τηρείται στην Υπηρεσία αυτή.
Επίσης, από το έγγραφο με αριθμό …/11-5-2004 της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, αποδεικνύεται ότι, σύμφωνα με τα μηχανογραφικά αρχεία της παραπάνω Υπηρεσίας, όπως αυτά ενημερώνονται από της αρμόδιες ΔΟΥ, δεν υπάρχουν στοιχεία για επιχείρηση με επωνυμία "LAIDLAW GLOBAL CORPORATION", ενώ, από την με αριθμό 8736/18-4-2004 βεβαίωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι δεν καταχωρήθηκε έως την ως άνω ημερομηνία επιχείρηση με τέτοια επωνυμία ή διακριτικό τίτλο στα Μητρώα που τηρεί το Επιμελητήριο.
Εξ άλλου, από τις από 6-5-2004 και 14-7-2004 βεβαιώσεις των εταιριών INTREAMERICANΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" και "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" αντίστοιχα, προκύπτει ότι δεν υπήρξε μέτοχος των εταιριών αυτών η εταιρία "LAIDLAW GLOBAL CORPORATION", ούτε έγινε ιδιωτική τοποθέτηση των ως άνω εταιριών. Παρά ταύτα, στις 7-7-1999, η Β. Π.
λαμβάνει ως αμοιβή από την εταιρία "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" για την εξωχρηματιστηριακή απόκτηση μετοχών των εταιριών INTREAMERICAN και ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ (όπως και των εταιριών EUROBANK, ΠΑΠΑΦΙΛΗΣ και UNISOFT) το ποσό των 2.440.000 δραχμών, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό έγγραφο, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και φέρει τη μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφή αυτής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ψευδής ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων περί φερεγγυότητος του Δ. Π., αφού αυτός, κατά το διάστημα Μαΐου-Δεκεμβρίου 1999, είχε διαπράξει σωρεία απατών και υπεξαιρέσεων σε βάρος τρίτων προσώπων που γνώριζαν αυτοί λόγω της συνεργασίας τους. Η συνεργασία τους ήταν στενή, καθόσον για κάθε πελάτη που υποδείκνυαν οι εκκαλούντες στην εταιρία "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" και ο οποίος κατέθετε σ' αυτή χρήματα για επένδυση, λάμβαναν ιδιαίτερη αμοιβή-προμήθεια.
Στην περίπτωση μάλιστα των εναγόντων, η Β. Π. ατομικά έλαβε ως αμοιβή για τη διαμεσολάβησή της στη σύναψη σύμβασης μεταξύ των εναγόντων και της εταιρίας για το χρονικό διάστημα από 14-5-1999 έως 30-12-1999, το ποσό των 50.000 δραχμών, όπως αποδεικνύεται από την από 7-7-1999 απόδειξη πληρωμής, που φέρει τη μη αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφή της.
Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ψευδής η διαβεβαίωση των εκκαλούντων προς τους εφεσίβλητους, ότι αυτοί είναι χρηματιστές. Αυτοί, όπως εκτέθηκε παραπάνω, ήσαν απλώς ασφαλιστικοί πράκτορες της εταιρίας SCOPLIFE, αλλά δεν δίσταζαν να συστήνονται στους πελάτες τους, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας αποδείξεως Α.
Χ., ως χρηματιστές, με μεγάλη εμπειρία στα χρηματιστηριακά ζητήματα. Για να πείθουν δε τους υποψήφιους επενδυτές είχαν συντάξει και ένα εγχειρίδιο, το οποίο διένειμαν σε αυτούς και στο οποίο εξηγούσαν τι είναι και πως λειτουργεί το Χρηματιστήριο, τι είναι οι κινητές αξίες, πόσα είδη μετοχών υπάρχουν και πόσες είναι οι αξίες αυτών (ονομαστική, εσωτερική, χρηματιστηριακή κλπ), τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι χρηματιστηριακές εταιρίες και τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι ΑΕΛΔΕ.
Όπως, δε καταθέτει, μεταξύ άλλων, και ο μάρτυρας Ε. Π., συνεργάτης των εκκαλούντων, το γραφείο της εταιρίας SCOPLIFE στο οποίο αυτοί εργάζονταν κατά τον επίμαχο χρόνο, λειτουργούσε από το Μάρτιο 1999 ουσιαστικά ως υποκατάστημα της εταιρίας "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ". Επομένως, ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι η Β. Π. και ο σύζυγός της δεν είχαν άλλη προσωπική επαφή με το Δ.
Π. έως τις 27-12-1999 αποδεικνύεται, ενόψει των προεκτεθέντων, ουσιαστικά αβάσιμος. Εξ άλλου, τη συνεχή συνεργασία και προσωπική επικοινωνία μεταξύ των Β. και Κ. Π. αφενός και του Δ. Π. αφετέρου αποδεικνύει και το γεγονός ότι οι πρώτοι έστελναν στο δεύτερο τακτικά λίστες με τα ονόματα των πελατών της εταιρίας "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ", σαν αυτές που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, στις οποίες (λίστες) ανέγραφαν δίπλα από το όνομα κάθε πελάτη και έναν αριθμό τραπεζικού λογαριασμού, προκειμένου να καταθέσει σ' αυτόν χρήματα ο Δ.
Π., από τις υποτιθέμενες αποδόσεις του κεφαλαίου ή την πώληση μετοχών. Περαιτέρω, ψευδής ήταν και η διαβεβαίωση των εκκαλούντων προς τους εφεσίβλητους, ότι η διαδικασία της μεθόδου προεγγραφής μετοχών είναι νόμιμη, ενώ ήταν παράνομη, παραχρηματιστηριακή δραστηριότητα και δεν επιτρεπόταν να κατατεθούν κεφάλαια σε λογαριασμό της "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ", που ήταν αποκλειστικά και μόνο εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Επίσης, ψευδής ήταν η διαβεβαίωση αυτών ότι είναι ασφαλείς και ακίνδυνες οι επενδύσεις κεφαλαίων που υπέδειξαν στους ενάγοντες, καθώς και ότι με τα χρήματα που οι τελευταίοι τους κατέβαλαν αγοράσθηκαν μετοχές εταιριών, που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Γι' αυτό και δεν υπάρχει κωδικός στο όνομα του Π.
Μ. και του Μ. Μ. σε κάποια χρηματιστηριακή εταιρία. Οι εκκαλούντες, αλλά και ο Δ. Π., γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να αγοραστούν από την "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" μετοχές των ως άνω εταιριών, αλλά επέμεναν στον ισχυρισμό αυτό για να πείσουν τους πελάτες να εμπιστευθούν τις οικονομίες τους. Σημειώνεται εδώ, ότι οι ενάγοντες Π.
και Μ. Μ. είναι απόφοιτοι Λυκείου και δεν είχαν, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνον, εμπειρία και γνώσεις γύρω από τις συναλλαγές στο χρηματιστήριο. Το γεγονός αυτό, βέβαια, όπως και ότι αυτοί δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί και συνετοί στις επαφές τους με τους εναγόμενους, δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των διαβεβαιώσεων των δύο πρώτων εναγομένων και της πλάνης που δηνιουργήθηκε σ' αυτούς και η οποία τους οδήγησε στις προαναφερόμενες πράξεις, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι ζημιογόνες πράξεις της Β.
Π. και του συζύγου της Κ. Π., κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άνθηση του Χρηματιστηρίου και μεγάλα κέρδη στους επενδυτές μέχρι το φθινόπωρο του έτους 1999), ήταν πρόσφορες να επιφέρουν τα επιζήμια αποτελέσματα που επήλθαν. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν επεδίωκαν μεν την πρόκληση ζημίας στους ενάγοντες, όμως αποδέχονταν την επέλευση της ζημίας σε αυτούς ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς των ίδιων και του Δ.
Π.. Το γεγονός δε ότι οι ψευδείς παραστάσεις των εναγομένων-εκκαλούντων αναφέρονται σε μελλοντικά γεγονότα δεν σημαίνει ότι αυτοί δεν τέλεσαν το αδίκημα της απάτης σε βάρος των εναγόντων, όπως ισχυρίζονται, καθόσον η αποτελούσα την απάτη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται και σε παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο μέλλον...σε αντίθεση με την απάτη του ποινικού δικαίου.....
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το Δεκέμβριο του έτους 1999 οι ενάγοντες Π. και Μ. Μ. θέλησαν να παρακάμψουν τους εκκαλούντες Β. και Κ. Π. και να έρθουν οι ίδιοι σε προσωπική επαφή με τον Δ. Π.. Απόδειξη τούτου αποτελεί η από 15-12-1999 επιστολή, που απηύθυνε προς αυτούς ο ενάγων Π. Μ., η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: "Κύριοι.
Με το παρόν θα ήθελα να σας γνωρίσω-δηλώσω ότι αποφάσισα να διευθετήσω τα οικονομικά μου δεδομένα μόνος μου με την εταιρία "ECOINVEST FINANNCIAL SERVICESS.A.", η οποία νομίμως εκπροσωπείται από τον κ. Δ. Π. του Ι.. Με την επιφύλαξη ότι το παρόν θα ισχύσει με την υπογραφή σύμβασης μεταξύ εμού και του κ. Δ. Π. για το οφειλόμενο ποσό".
Την επομένη ημέρα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, υπογράφονται από τους ενάγοντες με το Δ. Π. δύο (2) νέες επενδυτικές συμβάσεις...... Ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν ειδοποίησαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) τους ενάγοντες το Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του έτους 1999 και πάντως μέχρι την 15-12-1999, ότι κινδυνεύουν τα χρήματα που είχαν επενδύσει στην εταιρία ECOINVEST, διότι κυκλοφορούσαν φήμες στην αγορά για την αφερεγγυότητα της εταιρίας αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή (Ε. Π.) δεν κατέθεσε ότι αυτοί προειδοποίησαν έως τις 15-12-1999 τους ενάγοντες για τον κίνδυνο που διέτρεχε το κεφάλαιο που ήδη είχαν καταβάλει για επένδυση στην παραπάνω εταιρία. Ο μάρτυρας Α. Χ., στενός φίλος του ενάγοντος Π.
Μ., κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή ότι δεν έγινε τέτοιου είδους προειδοποίηση στους ενάγοντες και αυτοί μέχρι τις 16-12-1999 δεν έδειχναν προβληματισμό ή ανησυχία ως προς τα χρήματα που κατέβαλαν στην "ECOINVESTΑΕΛΔΕ". Ομοίως και η άλλη μάρτυρας αποδείξεως, σύζυγος του δεύτερου ενάγοντος (Μ. Τ.), ουδέν κατέθεσε περί προειδοποίησης στους ενάγοντες από τους δύο πρώτους εναγόμενους.
Ούτε, άλλωστε, συνάγεται το αντίθετο από την κατάθεση του Δ. Μ., στις 17-10-2000, ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω, διότι αυτός δεν έχει προσωπική αντίληψη για το ζήτημα αυτό σε σχέση με τη συμπεριφορά των εκκαλούντων απέναντι των εφεσιβλήτων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, από κοινού με τον τέταρτο εναγόμενο Δ.
Π., προκειμένου να επιτύχουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των εναγόντων, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτούς τα παραπάνω και έτσι αυτοί προέβησαν στις επίμαχες καταβολές, στις οποίες δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση. Αποτέλεσμα δε της όλης απατηλής και εντεύθεν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν να υποστούν περιουσιακή ζημία οι ενάγοντες, ανερχόμενη στο ποσό των 16.250.000 δραχμών ή 47.688,92 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 20.000.000 δραχμών ή 58.694,05 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, προς αποκατάσταση της οποίας υπεύθυνοι είναι όλοι οι εναγόμενοι, διότι αν δεν είχαν προηγηθεί οι ψευδείς παραστάσεις και υποσχέσεις των εναγομένων Β.
και Κ. Π. οι ενάγοντες δεν θα υπέγραφαν στις 16-12-1999 με τον εναγόμενο Δ. Π. την τελευταία επενδυτική σύμβαση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία της αδικοπραξίας της απάτης, δηλαδή υπαιτιότητα (δόλος) των εναγομένων-εκκαλούντων, παράνομη συμπεριφορά αυτών έναντι των εφεσιβλήτων και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς τους και της ζημίας των εφεσιβλήτων, και ότι η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που προβάλουν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι ενώπιόν του, αναφορικά με τη ζημία των 4.000.000 και 10.000.000 δραχμών που επήλθε στις 16-12-1999, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, με τον πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσής τους, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα>>.
Το Εφετείο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, και αφού έκανε δεκτό το λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων ως προς το μεγαλύτερο ποσό που επεδίκασε στους αναιρεσίβλητους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για χρηματική ικανοποίηση, εξαφάνισε την απόφαση του τελευταίου, και ακολούθως, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, με την οποία επιδιώκετο από τους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), η εις ολόκληρον, σε βάρος των εναγομένων (αναιρεσειόντων), επίδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης συνεπεία της άνω αδικοπραξίας τους (απάτης), υποχρεώνοντας τους τελευταίους (εναγόμενους) να καταβάλουν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον ο καθένας, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 50.688,92 ευρώ (47.688,92 ευρώ αποζημίωση και 3000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση), στον δε δεύτερο, το ποσό των 61.694,05 ευρώ (58.694,05 ευρώ αποζημίωση και 3000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της υπαιτιότητας (ενδεχόμενος δόλος) και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην πρώτη από τις νομικές αυτές έννοιες, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 914, 926, 932, 330, 297, και 298 του ΑΚ.
και 27, 45 και 386 Π.Κ. Έχει δε η απόφαση νόμιμη βάση αφού εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν, την υπαιτιότητα (ενδεχόμενο δόλο) και τον αιτιώδη σύνδεσμο του επελθόντος εξ αιτίας αυτής ζημιογόνου αποτελέσματος εις βάρος των εναγόντων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αιτιώδης σύνδεσμός της ζημίας των εναγόντων, που καθιστά υπόχρεους τους αναιρεσείοντες σε αποζημίωσή τους, αφού η ζημία αυτή συνδέεται με την αξιόποινη πράξη της απάτης που τέλεσαν αυτοί (αναιρεσείοντες), εις βάρος των εναγόντων, από κοινού με τον Δ.
Π., με τον οποίο, έχοντας κοινό δόλο, κατά την προρρηθείσα έννοια, συνέπραξαν στην εκτέλεση της άνω αξιόποινης πράξης της απάτης, με τις προαναφερόμενες συγκλίνουσες επί μέρους διαδοχικές πράξεις τους, σε τρόπον ώστε και οι τελευταίες επενδυτικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και του Δ.
Π., με την καταβολή των 4.000.000 δραχμών από τον πρώτο ενάγοντα και των 10.000.000 δραχμών από τον δεύτερο, που επέφερε ισόποση ζημία σ' αυτούς, να ανάγονται στα πλαίσια της σύμπραξης όλων στην απάτη με ενδεχόμενο δόλο, ενόψει του ότι μία από τις συγλίνουσες διαδοχικές πράξεις των ανωτέρω, αποτελούσε και η κατάρτιση των τελευταίων αυτών συμβάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά ανελέγκτως από την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την προηγούμενη σύμπραξη των αναιρεσειόντων, με τις εν γνώσει τους ψευδείς παραστάσεις αυτών προς τους αναιρεσίβλητους, ότι η εταιρία "ECOINVEST ΑΕΛΔΕ", της οποίας ο Δ.
Π. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και με την οποία συνεργάζονταν, ότι είχε δικαίωμα να κατέχει κεφάλαια, κινητές αξίες και χρηματιστηριακά μέσα πελατών, καθώς και ότι υπήρχε θεσμικός επενδυτής και ότι ο Δ. Π. ήταν φερέγγυο πρόσωπο και δεν κινδύνευαν τα κεφάλαιά τους, δεν θα επήρχετο η ζημία των εναγόντων και ως προς τα τελευταία αυτά ποσά.
Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνεργασίας των αναιρεσειόντων με την εταιρία "ECOINVESTΑΕΛΔΕ", της οποίας ο Δ. Π. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, και για την οποία δέχεται ότι η συνεργασία των εναγόντων μ' αυτήν ήταν στενή, με τη σαφή όμως διευκρίνιση ότι αυτή συνίστατο στην ιδιότητά τους ως ασφαλιστικών πρακτόρων της εταιρίας SCOPLIFE και την δυνατότητα να παρέχουν υπηρεσίες υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι εκείνη των χρηματιστών, ιδιότητα την οποία δεν είχαν και ψευδώς παρέστησαν στους ενάγοντες ότι συνεργάζονται με την άνω ΑΕΛΔΕ υπό την ιδιότητα αυτή.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθ. 300 ΑΚ, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, ως προς την επέλευση της ζημίας των αναιρεσίβλητων συνεπεία των επενδυτικών συμβάσεων που καταρτίσθηκαν στις 16-12-1999 μεταξύ αυτών και του Δ.
Π., με την καταβολή κεφαλαίων 4.000.000 δραχμών από τον πρώτο ενάγοντα και 10.000.000 δραχμών από το δεύτερο, κρίνοντας και εκ των πραγμάτων ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν βαρύνονταν με συντρέχον πταίσμα, αφού δεν δέχεται οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά τους που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση των ιδίων ζημιογόνων συνεπειών.
Οι προαναφερθείσες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι ενάγοντες Π. και Μ. Μ. είναι απόφοιτοι Λυκείου και δεν είχαν, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, εμπειρία και γνώσεις από συναλλαγές στο χρηματιστήριο, ότι μέχρι και τις 15-12-1999 δεν είχαν καμία πληροφόρηση από τους εναγόμενους ότι κινδυνεύουν τα χρήματα που είχαν επενδύσει στην εταιρία ECOINVEST ΑΕΛΔΕ λόγω αφερεγγυότητας της εταιρίας αυτής, και ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μέχρι το φθινόπωρο του έτους 1999 υπήρχε άνθηση του Χρηματιστηρίου και μεγάλα κέρδη στους επενδυτές, σε συνδυασμό προς τις ως άνω διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων και της πλάνης που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες απ' αυτές, δικαιολογούσαν την απόφαση των τελευταίων να προχωρήσουν στην κατάρτιση των άνω (από 16-12-1999) επενδυτικών συμβάσεων, και δεν δημιούργησαν αντίστοιχη υποχρέωση αυτών, κατά τους κανόνες της καλής πίστης και της επιμελούς διαχείρισης των υποθέσεών τους, να απέχουν από την κατάρτισή τους.
Μόνη δε η παραδοχή της προσβαλόμενης απόφασης, ότι οι ενάγοντες Π. και Μ. Μ. "δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί και συνετοί στις επαφές τους με τους εναγόμενους", ούτε μπορούσε να δημιουργήσει υποχρέωση αυτών να απέχουν από τις ως άνω επενδυτικές συμβάσεις, ώστε να συντρέχει πταίσμα των ίδιων στην προκληθείσα απ' αυτές ζημία, ούτε όμως και απέκλειε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των διαβεβαιώσεων των αναιρεσειόντων και της πλάνης που δημιουργήθηκε σ' αυτούς και τους οδήγησε στις προαναφερόμενες πράξεις, αφού στην περίπτωση της αδικοπρακτικής απάτης, δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο η ελαφρότητα, η αμέλεια και το ευεπίφορο του παθόντος στη δημιουργία πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο (ΑΠ 16/2005).
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ` αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων και του αιτιώδους συνδέσμου της θετικής ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την από κοινού αδικοπραξία τους (απάτη), καθώς και του συντρέχοντος πταίσματος των τελευταίων στην επέλευση της ζημίας τους από τις τελευταίες επενδυτικές συμβάσεις και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: 1) με το ότι η εν γένει συμπεριφοράς τους συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία των αναιρεσίβλητων από την κατάρτιση των από 16-12-1999 επενδυτικών συμβάσεων με τον Δ.
Π., που έγινε χωρίς τη διαμεσολάβησή τους και 2) ότι η ζημία των αναιρεσίβλητων από τις τελευταίες αυτές επενδυτικές συμβάσεις δεν οφείλεται σε συντρέχον πταίσμα αυτών, ενώ δεν δικαιολογείτο η κατάρτισή τους, ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης του Δ. Π. και της εταιρίας του, καθώς και της κάμψης του Χρηματιστηρίου κατά την περίοδο εκείνη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωση της (Ολ.
ΑΠ 294/1981). Ο λόγος, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε και ήταν νόμιμος, προκειμένου δε για αγωγικό ισχυρισμό που στηρίζει βάση της αγωγής, ή περιστατικών που προτείνονται προς θεμελίωσή της, προς διαπίστωση αυτού, επισκοπείται το δικόγραφο της τελευταίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, σε ότι αφορά την δεύτερη και τρίτη εις βάρος του δεύτερου ανερεσίβλητου Μ. Μ. απάτη, όπως αυτές περιγράφονται στη δεύτερη σκέψη της παρούσης, τα εξής: " ....Ακολούθως, ο δεύτερος ενάγων - δεύτερος εφεσίβλητος, προκειμένου να συμμετάσχει στην επένδυση με τη μέθοδο της προεγγραφής μετοχών, αφού πείστηκε προηγουμένως από τους εκκαλούντες για τη νομιμότητα και ασφάλεια της επένδυσης αυτής, κατέθεσε στις 27-5-1999 το ποσό των 2.000.000 δραχμών στο λογαριασμό της εταιρίας " ECOINVEST ΑΕΛΔΕ" στην Τράπεζα ALPHA ΠΙΣΤΕΩΣ Πειραιώς, με αριθμό ….
προκειμένου να αποκτήσει 590 μετοχές της εταιρίας ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ προς 3.400 δραχμές την κάθε μία, αντί των 2.400 δραχμών, που ήταν η επίσημη τιμή εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο, ενώ στις 11-6-1999 κατέθεσε, στον ίδιο λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρίας, 1.400.000 δραχμές, προκειμένου να αποκτήσει 200 μετοχές της εταιρίας UNISOFT προς 7000 δραχμές την κάθε μία, αντί των 3.500 δραχμών, που ήταν η επίσημη τιμή εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο.
Τον Αύγουστο του έτους 1999 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες κατέθεσαν στο λογαριασμό του Μ. Μ. το ποσό των 3.207.122 δραχμών, το οποίο δήθεν ήταν από τίμημα πώλησης των μετοχών της εταιρίας ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ, τις οποίες πώλησαν προς 5.731 δραχμές την κάθε μία, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 174.168 δραχμών από τίμημα (5.731 δραχμές Χ 590 μετοχές = 3.381.290 δραχμές - 3.207.122 = 174.168 δραχμές) αντιπροσώπευε έξοδα και δική του προμήθεια".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης από 14-07-2000 αγωγή των αναιρεσίβλητων, σ' αυτήν εκτίθενται, ως προς τις δύο ως άνω απάτες, τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται και στην προσβαλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα, με παράλειψη της λέξης "δήθεν", στην τελευταία πρόταση αυτής.
Ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα Μ. Μ. ότι: "Τον Ιούλιο του 1999 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι μου ανακοίνωσαν, ότι πώλησαν τις μετοχές μου των Αστικών Ακινήτων αντί 5.731 δραχμών εκάστη και ότι συνολικά η αξία της πωλήσεως μείον τα έξοδα - που δεν κατάλαβα, τι ακριβώς πλήρωνα - ήταν 3.340.580 δραχμές. "Τον Αύγουστο του 1999 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κατέθεσαν στο λογαριασμό μου το ποσόν των 3.207.122 δραχμών το δε υπόλοιπο ποσό κράτησαν οι ίδιοι ως προμήθεια για την "διευκόλυνση", που μου έκαναν".
Εν κατακλείδι δε της ένδικης αγωγής εκθέτουν οι αναιρεσίβλητοι, ότι όλα τα περιεχόμενα σ' αυτήν περιστατικά, συνιστούσαν ψευδείς και απατηλές παραστάσεις των αναιρεσειόντων, για τις οποίες χρησιμοποίησαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της απάτης εις βάρος τους, συνεπεία της οποίας υπέστησαν την αναφερόμενη σ' αυτήν ζημία.
Ο τελευταίος αυτός αγωγικός ισχυρισμός, σε συνδυασμό με την προρρηθείσα φράση "που δεν κατάλαβα, τι ακριβώς πλήρωνα", εμπεριέχει σαφή αμφισβήτηση και ως προς το παραπάνω περιστατικό, του αν δηλαδή η προαναφερόμενη κατάθεση προήρχετο από το τίμημα της πώλησης των μετοχών της εταιρίας ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ, ή συνιστούσε τέχνασμα για την περαιτέρω εξαπάτηση των αναιρεσίβλητων.
Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με τον να χρησιμοποιήσει το Εφετείο τη λέξη "δήθεν" στην ως άνω παραδοχή του έλαβε υπόψη μη περιεχόμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο απέδωσε υπαιτιότητα (δόλο) στους αναιρεσείοντες στην τέλεση της άνω συγκεκριμένης πράξεως, και σε συσχετισμό της παραδοχής αυτής προς τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς την τέλεση των υπολοίπων πράξεων απάτης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, υπήρχε στην αγωγή σαφής αμφισβήτηση ως προς την παραπάνω χρηματιστηριακή συναλλαγή και την απόδοσή της, και επομένως το Εφετείο, με την παραδοχή της αμφισβήτησης αυτής, χρησιμοποιώντας την λέξη "δήθεν", δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-03-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 215/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ