Legislator Case Law & Legislation
1765/2009 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal on priority of labor claims in bankruptcy auction distribution.

Case Number 1765/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against the lower court's decision regarding the priority of labor claims in a bankruptcy auction. The court held that labor claims must be calculated based on the date the auction was originally scheduled, not the actual execution date. This interpretation prevents the erosion of the six-month priority window by delays in the auction process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975(3) and 31 of the Code of Civil Procedure; Article 6(16a) of Law 2479/1997: Labor claims qualify for priority in bankruptcy distribution if they arise within the two years preceding the date the auction was originally scheduled, not the date it was actually executed.

Keywords

AI generated
bankruptcy priority labor claims auction scheduling priority period bankruptcy law civil procedure distribution order

Cited Legislation

AI generated
Article 975(3) of the Code of Civil Procedure
Article 31 of Law 1545/1985
Article 6(16a) of Law 2479/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1765 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεωργία Λοκρίδου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2.Ψ2, 3.Ψ3, 4.Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κονταξή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 975 περ. 3 του ΚΠολΔικ στην τρίτη τάξη προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του ν.1545/1985 ορίσθηκε, ότι στην τρίτη τάξη προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔικ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστό, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔικ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής. 'Ετσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.

Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κλ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔικ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.

Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσης του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή) και όχι και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.

Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει με το προνόμιο αυτό τις εργασιακές απαιτήσεις ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, θα όριζε τούτο κατά τρόπο ρητό και σαφή, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.

ΑΠ 22/2000). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάσαν επί της από 21-4-2003 ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθ. .../12-3-2003 πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμ/φου Ιωαννίνων Στ. Φραγκά-Στάθη, με την οποία εζητείτο να καταταγεί η αναιρεσείουσα ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια επί του ποσού που κατέταξε η ως άνω Συμ/φος της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα :

Με επίσπευση του ... και ...ικατοίκων ..., δανειστών του Ε1, κατασχέθηκε αναγκαστικώς ακίνητο του τελευταίου, δια της υπ' αριθ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... και ορίσθηκε ως ημέρα διενέργειας του πληστειριασμού του η 9-1-2002. Κατά τη χρονολογία αυτή, ο πλειστηριασμός δεν έγινε και μετά από τρεις διαδοχικές αναβολές του πλειστηριασμού, δια ισαρρίθμων περιλήψεων της αρχικής περιλήψεως, διενεργήθηκε την 13-11-2002 και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 44.800 ευρώ.

Στην επί του πλειστηριασμού αυτού υπάλληλο, συμβ/φο Ιωαννίνων Σταματική Φράγκα - Στάθη, αναγγέλθηκαν η αναιρεσείουσα, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια του οφειλέτη Ε1 για ποσό οφειλής 94.894,36 ευρώ, η ανώνυμη Εταιρία "Κων/νος Λαμπρούλης" για ποσό οφειλής 10.580 ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο για ποσό οφειλής 6.094,68 ευρώ, το ΙΚΑ ...για ποσό οφειλής 154.461,49 ευρώ και οι αναιρεσίβλητοι, εργαζόμενοι στην επιχείρηση του Ε1;

α) Ψ2 για ποσό 7.336,76 ευρώ, β) Ψ3 για ποσό 11.768,16 ευρώ, γ) Ψ4 για ποσό 11.050,13 ευρώ, δ) Ψ5 για ποσό 6.789,92 ευρώ και ε) Ψ1 για ποσό 4.556,76 ευρώ και οι επισπεύδοντες τον πλειστηριασμό για ποσό 27.005,35 ευρώ. Η εν λόγω συμβ/φος συνέταξε τον υπ' αριθ. ... πίνακα; στον οποίο κατέταξε: 1) οριστικά, σύμμετρα και προνομιακά την Ψ1, για ποσό 4426.,02 ευρώ και 2) σύμμετρα, προνομιακά και τυχαία τους υπόλοιπους εργαζομέους στην επιχείρηση του Ε1(καθ' ου ο πλειστηριασμός) για τα παρακάτω ποσά:

την Ψ2 για 7.126,27 ευρώ, τον Ψ3 για 11.430,10 ευρώ, τον Ψ4 για 10.733,10 ευρώ και την Ψ5 για 6.595,15 ευρώ, επειδή δε δεν απέμεινε πλειστηρίασμα, έπαυσε την περαιτέρω κατάταξη των υπόλοιπων δανειστών. Στην ως άνω κατάταξη η συμβολαιογράφος προέβη, θεωρώντας τις απαιτήσεις αυτές, ως προερχόμενες από εξαρτημένη εργασία και, συνεπώς, προνομιακά υπαγόμενες στην κατάταξη δανειστών, κατ' επιταγή του άρθρου 975 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ..

Κατά του εν λόγω πίνακα η αναιρεσείουσα άσκησε την από 21-4-2003 (αριθ. κατ. 496/2003) ανακοπή, ζητώντας την ακύρωσή του, κατά το μέρος που κατατάχθηκαν σ' αυτόν προνομιακά οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων και προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής και το γεγονός ότι οι απαιτήσεις αυτές, κατά ένα μέρος τους δεν ανάγονται στην τελευταία διετία πριν από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού, με συνέπεια να μην είναι εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

Επί της ανακοπής της αυτής εκδόθηκε η 168/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της.. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-12-2005 έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας επανέφερε τον προβληθέντα με την ανακοπή ισχυρισμό, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τις απαιτήσεις των εφεσίβλητων στο προνόμιο που θεσπίζεται με το ανωτέρω άρθρο, ενώ θα έπρεπε να τις κατατάξει μετά την απαίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) που είναι πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια του καθού ο πλειστηριασμός, καθώς οι απαιτήσεις αυτές των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσιβλήτων) δημιουργήθηκαν μετά την πρώτη χρονολογία ορισμού του πλειστηριασμού (9-1-2000), ήτοι εκτός της διετίας από τη χρονολογία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζοντο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρεία που διατηρούσε στα ... ο καθού ο πλειστηριασμός, Ε1. Επί αγωγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά του Ε1 εκδόθηκε η 22/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία, καταστάσα τελεσίδικη, επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 4.510,50 ευρώ, που αφορούσε αποδοχές της από τον Οκτώβριο 2001 μέχρι τον Φεβρουάριο 2002, αποδοχές άδειας του έτους 2002, δώρο Πάσχα 2002 και επίδομα Χριστουγέννων 2001.

Οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι άσκησαν την 15-6-2002 αγωγή κατά του καθ' ου ο πλειστηριασμός, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την καταβολή οφειλόμενων αποδοχών από 9-1-2002 μέχρι 31-5-2002 αποδοχών άδειας 2002 και δώρου Πάσχα 2002. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, παρόλο που ορίσθηκε ως χρονολογία διενέργειας του πρώτου πλειστηριασμού η 9-1-2000 και οι ως άνω απαιτήσεις έχουν προκύψει κατά την περίοδο μετά την τελευταία χρονολογία (9-1-2000), αυτές (απαιτήσεις) υπάγονται στην προνομιακή ρύθμιση του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, ορθά έγινε η προνομιακή τους κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την τροποποιηθείσα με το άρθρο 35 του ν. 1545/1985 ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντα πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, γι' αυτό και πρέπει, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

Κατά τη γνώμη του αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Ζώη ο λόγος αυτός είναι aβάσιμος. Και τούτο, διότι το άρθρο 975 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, ορίζει ότι "Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά. Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατατάσσονται 1).....2).....3) οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού".

Επακολούθησε ο ν. 1545/1985; με το άρθρο 31 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Στην Τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένη εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Τέλος, με το άρθρο 6 παρ.16α του επακολουθήσαντος ν. 2479/1997 ορίστηκαν τα εξής: "Στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε κατά περιοδική αμοιβή.

Προκειμένου περί εμμίσθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την εξυπηρέτηση κοινωνικού σκοπού συνιστάμενου στην παροχή ισχυρής και δίκαιης προστασίας των εργαζομένων, οι οποίοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, διευρύνθηκαν σημαντικά κατά χρόνο οι κατατασσόμενες προνομιακές απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, με καθορισμού απώτατου χρονικού σημείου, εντεύθεν του οποίου και μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού πρέπει να έχουν γεννηθεί απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, για να κατατάσσονται προνομιακώς κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ.

Ορίσθηκε δε το χρονικό αυτό σημείο, διετία από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού και όχι εκείνου που πράγματι διενεργήθηκε, με σκοπό να αποτραπεί η φαλκίδευση του προνομίου των εργατικών απαιτήσεων από τη συμπαικτική ματαίωση του πλειστηριασμού κατά τον αρχικώς καθορισθέντα χρόνο διενέργειας αυτού και τη διενέργεια του σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο όμως ήταν δυνατό να έχει παρέλθει η διετία και οι εργατικές απαιτήσεις να μη απολάμβαναν της προνομιακής κατάταξης.

Το ότι δε πράγματι αυτός είναι ο σκοπός του νομοθέτη της άνω διάταξης του άρθρου 31 ν. 1545/85 και όχι να απολαμβάνουν του προνομίου, μόνο εκείνες από τις εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την προδιαρρεύσασα του αρχικώς ορισθέντος χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού διετία, συνάγεται και εκ του ότι, αν ήθελε γίνει δεκτή η τελευταία αυτή άποψη, θα εμφανίζετο το λογικώς παράδοξο να κατατάσσονται προνομιακά μόνο οι εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διετία πριν τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού και να μη κατατάσσονται στην ίδια σειρά και τάξη ίδιες απαιτήσεις των αυτών ή και άλλων εργαζομένων που ανέκυψαν μετά τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού και μέχρι του χρόνου που πράγματι διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 112.2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητoυς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ