Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding lower court's finding of gross negligence by bank employees regarding unauthorized withdrawals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a first-instance judgment ordering it to repay unauthorized withdrawals totaling 800,000 drachmas. The lower court found that bank employees committed gross negligence by failing to verify the identity of the person withdrawing funds and by not comparing signatures on payment orders, despite clear evidence of fraud. Consequently, the Supreme Court rejected the bank's arguments and upheld the lower court's decision to hold the bank liable for the losses caused by its employees' lack of due diligence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 of Law 17.7/13.8.1923; Art. 559(1) and 560(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may reject an appeal if the lower court correctly established that the defendant's employees committed gross negligence in verifying the identity of a third party and comparing signatures, thereby justifying the liability for unauthorized withdrawals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1765 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά, η οποία δήλωσε την τροποποίηση της επωνυμίας της παραπάνω εταιρείας σε "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6777/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 14950/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήτευση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ'αριθ. ..... και ..... και ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Νικολάου ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-11-2007, κατά την οποία αυτή αναβλήθηκε για την σημειουμένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 29-9-2008, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στις αναιρεσίβλητες προς τις οποίες επιδόθηκε νέα κλήση για εμφάνιση στην τελευταία δικάσιμο. Επομένως, εφ' όσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.α εδ.γ' ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξωφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και εάν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην εάν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω η εν μεγάλη αμέλεια".
Τέτοια απόδειξη κατάθεσης χρημάτων είναι και το βιβλιάριο κατάθεσης ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, τόσο η αρχική κατάθεση όσο και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια κατάθεσης ή ανάληψης χρημάτων που ο καταθέτης - δικαιούχος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της Τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.
Το βιβλιάριο αυτό εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδάφ. 3 του ΚΠολΔ, με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πλήρη απόδειξη για τα όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνο ανταπόδειξη κατά της αλήθειας των εγγραφών.
Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί, ολικά ή μερικά, απαίτηση του καταθέτη που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ' αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη -δικαιούχο το ποσό της κατάθεσης του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο που εμφανίστηκε ως δικαιούχος και πλαστογράφησε την υπογραφή του πραγματικού δικαιούχου, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της Τράπεζας και ότι τέτοια βαριά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του ποσού που αναλήφθηκε, δεν προέβησαν στην, επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας, μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου.
Η κρίση, αν είναι βαριά η αμέλεια που επιδείχθηκε, καταλείπεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και αποδείχθηκαν, θα κρίνει αν είναι βαριά η αμέλεια που επιδείχθηκε. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, μόνο ως προς το αν, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αμέλεια είναι βαριά, όχι δε και ως προς το αν είναι ή όχι ορθή η εκτιμητική από τις αποδείξεις κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των περιστατικών αυτών.
Γενικώς, η αμέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαριά, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα εις βάρος τρίτων αποτελέσματα της. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:
Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες τηρούσαν στο επί της οδού ....., στην ....., κατάστημα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, τον με αριθμ...... κοινό λογαριασμό καταθέσεων. Πριν από το λογαριασμό αυτό, οι ενάγουσες διατηρούσαν στο ίδιο κατάστημα της εναγομένης, τον με αριθμ...... κοινό, ομοίως, λογαριασμό, στο όνομα τους δε, είχε εκδοθεί, αντίστοιχα, και για τους δύο λογαριασμούς, βιβλιάριο κατάθεσης Ταμιευτηρίου.
Την 5-10-1993, εμφανίστηκε στο επί της οδού ....., κατάστημα της εναγόμενης, στη ....., η Α, η οποία με το βιβλιάριο καταθέσεων των εναγουσών και την ταυτότητα της πρώτης απ' αυτές, που -και τα δύο- είχε κλέψει από την τσάντα της τελευταίας, στο οδοντιατρείο της, ζήτησε την ανάληψη, από τον ως άνω λογαριασμό, του ποσού των 3.500.000 δραχμών, το οποίο η εναγομένη, δια των υπαλλήλων της κατέβαλε σ' αυτήν, χωρίς να γίνει αντιληπτή η έλλειψη ταυτοπροσωπίας μεταξύ της εμφανισθείσας προς είσπραξη και της πραγματικής δικαιούχου.
Για την ζημία, που υπέστησαν οι ενάγουσες και θεωρώντας ότι από βαρεία αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, καταβλήθηκε στην Α, το ανωτέρω ποσό, το οποίο, αν και ζήτησαν, την 18-2-1994, με κοινοποίηση εξωδίκου, να τους αποδοθεί, η εναγόμενη αρνήθηκε να τους το καταβάλει, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμ.
καταθ. 25261/26-7-1994 αγωγή, επί της οποίας και εκδόθηκε η με αριθμ. 27959/1998 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης και η διεξαγωγή αποδείξεων. Πριν από την άσκηση της ως άνω αγωγής, ωστόσο και συγκεκριμένα, στις 10-1-1994, οπότε η πρώτη απ' τις ενάγουσες έλαβε γνώση της κλοπής και της ανάληψης του ποσού των 3.500.000 δραχμών, ανοίχθηκε, κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη, νέος κοινός λογαριασμός, με το υπόλοιπο του προηγούμενου, από δρχ. 903.813, με αριθμό.....
και παρελήφθη απ' την πρώτη απ' τις ενάγουσες το νέο βιβλιάριο. Αφού είχαν συντελεστεί όλα τα παραπάνω περιστατικά, την 6.10.1994, στο επί της οδού ....., στη ....., κατάστημα της εναγόμενης, εμφανίσθηκε με το νέο βιβλιάριο και την ταυτότητα της πρώτης ενάγουσας, που έκλεψε και πάλι από την τσάντα της, στο οδοντιατρείο της τελευταίας, η Α, η οποία και ζήτησε την ανάληψη ποσού, ύψους 800.000 δραχμών, το οποίο και εισέπραξε υπογράφοντας με αριθ. .....
αναληπτήριο. Όταν, στη συνέχεια, το αναληπτήριο αυτό διαβιβάσθηκε στο επί της οδού Δωδεκανήσου κατάστημα της εναγόμενης, όπου και είχε ανοιχθεί ο παραπάνω λογαριασμός, διαπιστώθηκε ότι η υπογραφή του αναληπτηρίου ήταν η ίδια μ' αυτήν που είχε τεθεί και στο αναληπτήριο, με αριθ. ....., με το οποίο είχε προηγηθεί απ' το επί της οδού .....
κατάστημα, η ανάληψη των 3.500.000 δραχμών. Κατόπιν αυτού, η εναγόμενη, θεωρώντας ότι το πρόσωπο που είχε ενεργήσει και τις δύο αναλήψεις ήταν η πρώτη απ' τις ενάγουσες, υπέβαλε εναντίον της και εναντίον παντός υπευθύνου την από 9-3-1995 έγκληση. Με βάση την ως άνω έγκληση ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά, μεν της Α:
α) για απάτη κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και η οποία τελέσθηκε υπό περιστάσεις, που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και β) για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1β, 3 Π.Κ.), κατά δε της πρώτης από τις ενάγουσες, για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη της απάτης.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, που διενεργήθηκε και αφού για πρώτη φορά προβλήθηκαν βιντεοκασέτες της εναγόμενης, προέκυψε ότι το πρόσωπο που διενήργησε την ανάληψη ήταν η Α, στη συνέχεια, δε, μετά το πέρας της ανάκρισης, εκδόθηκε το με αριθμ. 862/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης, με το οποίο, η μεν πρώτη από τις ενάγουσες απαλλάχθηκε πάσης κατηγορίας, η δε Α παραπέμφθηκε να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης, το οποίο, με την με αριθμ. 17137/1998 απόφασή του, την κήρυξε ένοχη για τις παραπάνω πράξεις και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι οι προστηθέντες από την εναγόμενη υπάλληλοι δεν προέβησαν, όπως όφειλαν, σε έλεγχο της ταυτοπροσωπίας αυτής που προέβη στην ανάληψη και της δικαιούχου, της οποίας την ταυτότητα προσκόμισε, ταυτοπροσωπία, που μπορούσε να διαπιστωθεί από τον έλεγχο του προσώπου που απεικονιζόταν στην φωτογραφία της ταυτότητας σε σχέση με το πρόσωπο της ως δικαιούχου εμφανισθείσας, Α.
Ειδικότερα, αναφορικά, με τον τρόπο κατά τον οποίο γίνονται οι αναλήψεις, γενικά αλλά και ειδικά στην ένδικη υπόθεση, κατατέθηκαν τα εξής: Ο Β, Προϊστάμενος καταθέσεων στο επί της οδού ..... κατάστημα της εναγόμενης καταθέτει ότι "...Τη δεύτερη φορά (πρόκειται για την ανάληψη του ένδικου ποσού των 800.000 δρχ.), παρουσιάστηκε η ίδια δράστης (κ.
Α)στο κατάστημα ..... έχοντας πάλι το βιβλιάριο και ταυτότητα με τα στοιχείαΨ1 και ζήτησε να κάνει ανάληψη 800.000 δραχμών. Η συνάδελφος Α ζήτησε πρόβλεψη στο κατάστημα ..... που τηρείται ο λογαριασμός αν υπάρχει επαρκές υπόλοιπο να δώσουν τα χρήματα. Μίλησε με μένα, που ήμουν τότε προϊστάμενος στις καταθέσεις, την ερώτησα αν έχει μπροστά της την ταυτότητα και την κ.Ψ1 να γράψει όλα τα στοιχεία της ταυτότητας και έδωσα μία περιγραφή προσώπου, συγκεκριμένα αν πρόκειται για μία κυρία με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια.
Εφόσον με διαβεβαίωσε η συναδέλφισα ότι πρόκειται για την αυτή κυρία, έδωσα το έχει καλώς να πληρωθεί ....., επαναλαμβάνω όμως ότι δεν μπαίνει (ο υπάλληλος) στην διαδικασία αυτή ελέγχου φωτογραφιών, ζητά μόνο ταυτότητα για να σημειωθεί μόνο ο αριθμός ταυτότητας και να ελεγχθεί το όνομα του καταθέτου και ταυτότητας, δηλαδή εάν συμπίπτουν.
Ο υπάλληλος δεν ελέγχει, δηλαδή δεν συγκρίνει την υπογραφή που υπάρχει στην ταυτότητα με την υπογραφή στο αποδοτήριο της ανάληψης". Επί του ως άνω εγγράφου, η δεύτερη μάρτυρας της εναγόμενης Ε, από την οποία έγινε η ανάληψη των 3.500.000 δραχμών, καταθέτει ότι "Για την ανάληψη ποσού από άλλο κατάστημα, όπου τηρείται ο λογαριασμός, ελέγχουμε τον αριθμό ταυτότητας και ζητούμε πρόβλεψη αν υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα...
Αυτή η τακτική ακολουθείται σε όλες τις αναλήψεις... Βέβαια όταν δεν έχουμε δουλειά, μπορούμε να κάνουμε έναν κάποιον έλεγχο κάνοντας και ερωτήσεις, εγώ πάντως δεν κάνω τον έλεγχο αυτό όπως και όλοι οι υπάλληλοι...". Στο ίδιο, ως άνω έγγραφο, η μάρτυρας των εναγουσών, Ε, καταθέτει τα εξής: "Από το 1998 είμαι συνταξιούχος τραπεζική υπάλληλος.
Από τα 20 χρόνια της υπηρεσίας μου στην τράπεζα τα 8, ήμουν διευθύντρια υποκαταστήματος... Πριν γίνω διευθύντρια ήμουν προϊσταμένη... στο τμήμα καταθέσεων. Μπορώ να ισχυρισθώ ότι τις εργασίες καταθέσεων τις γνωρίζω άψογα. Σε περίπτωση που κάποιος εμφανίζεται με βιβλιάριο και ταυτότητα για να εισπράξει κατάθεση και δεν τον ξέρεις διότι δεν είναι πελάτης του καταστήματος ο έλεγχος γίνεται πολύ προσεκτικός ...
Γνωρίζω και την Α που έκανε την παράνομη ανάληψη και βεβαιώνω ότι δεν μοιάζει καθόλου με την α' ενάγουσα.... αλλά και οι δύο αυτές έχουν διαφορά, ηλικίας.... Πιστεύω πως ο υπάλληλος της εναγομένης, ο οποίος έδωσε τα χρήματα, τα έδωσε σε ώρα φόρτου εργασίας και από βαριά του αμέλεια, αλλά όχι σκοπίμως, δεν κοίταξε καθόλου την ταυτότητα.
Είμαι σίγουρη ότι αν έλεγχε προσεκτικά την ταυτότητα θα διαπίστωνε την έλλειψη ταυτοπροσωπίας μεταξύ του προσώπου που έκανε την ανάληψη και της α' ενάγουσας". Επίσης, η Δ, υπάλληλος της εναγόμενης στο επί της οδού ..... κατάστημά της, η οποία και πλήρωσε στην Α το ποσό των 800.000 δραχμών, στην από 29-3-1995 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον της Ανακρίτριας Α' Τμήματος καταθέτει τα εξής, αναφορικά με τον τρόπο κατά τον οποίο έγινε ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας: "Όταν είδα ότι το βιβλιάριο είχε εκδοθεί από το παραπάνω κατάστημα (της οδού .....), τηλεφώνησα στον Προϊστάμενο του Τμήματος Καταθέσεων κ.
Β και του είπα ότι έχω μία πελάτισσα του καταστήματός του, με το όνομα Ψ1 και αριθμό λογαριασμού ..... και τον ρώτησα αν έχει λεφτά στην καρτέλα της. Αυτός μου απάντησε θετικά και με ρώτησε αν η κυρία είναι μελαχροινή ή καστανή. Εγώ του απήντησα ότι είναι μάλλον ανοιχτή και ο παραπάνω υπάλληλος μου είπε να κρατήσω τα στοιχεία της ταυτότητάς της και να δώσω τα χρήματα που μου ζητά, πράγμα που εγώ έκανα ...".
Με βάση τα παραπάνω, (συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο) συνάγεται με ασφάλεια, ότι από την ακολουθούμενη παγίως τακτική των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, κατά τις αναλήψεις γενικά, εκτός από τον έλεγχο για την κατάφαση της σύμπτωσης του αριθμού της προσκομιζόμενης ταυτότητας με τον αριθμό ταυτότητας που έχει δηλωθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, ουδείς έλεγχος ταυτοπροσωπίας του καταθέτη και αυτού που κάνει την ανάληψη διενεργείται, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η ανάληψη γίνεται από άλλο κατάστημα, απ' αυτό, στο οποίο έχει ανοιχθεί ο λογαριασμός και το εμφανιζόμενο πρόσωπο δεν είναι γνωστό.
Δεν εξετάζεται, δηλαδή, η φωτογραφία του προσώπου επί του προσκομιζόμενου δελτίου ταυτότητας, ούτε συγκρίνεται η υπογραφή που τίθεται από τον εμφανισθέντα, στο ένταλμα πληρωμής με αυτήν που υπάρχει στο δελτίο ταυτότητας, ούτε ελέγχονται άλλα στοιχεία, όπως η ηλικία κλπ. Στην υπό κρίση, μάλιστα, περίπτωση, επειδή είχε προηγηθεί παράνομη ανάληψη από το ίδιο πρόσωπο, του ποσού των 3.500.000 δραχμών, από το επί της οδού .....
κατάστημα της εναγομένης, καθώς και η άσκηση σε βάρος της τελευταίας, της με αριθ. κατάθ. ..... αγωγής των εναγουσών, περιστατικά που, όμως δεν αμφισβητούνται ειδικώς, από την εναγομένη, συναγόμενης, έτσι, ομολογίας ως προς αυτά (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ήταν γνωστά στους υπαλλήλους της και συγκεκριμένα, τόσο στον Προϊστάμενο καταθέσεων Β, όσο και στην υπάλληλο - ταμία της εναγομένης, Δ, που πλήρωσε στην εμφανισθείσα Α, το ποσό των 800.000 δραχμών, επιπλέον δε, επειδή το ποσό αυτό της ανάληψης εξαντλούσε, σχεδόν, το ποσό της κατάθεσης (903.813 δρχ.), αλλά και επειδή η ανάληψη του εν λόγω ποσού επιχειρήθηκε από τραπεζικό κατάστημα διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός, όφειλαν οι προαναφερόμενοι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των εναγουσών, ως δικαιούχων του λογαριασμού, να επιδείξουν αυξημένη προσοχή και επιφυλακτικότητα και, πέραν του ελέγχου της σύμπτωσης του αριθμού ταυτότητας, να προβούν σε έλεγχο της ταυτοπροσωπίας της κομίστριας του βιβλιαρίου και της εκ των δικαιούχων, πρώτης από τις ενάγουσες, με προσεκτική εξέταση του προσώπου της φωτογραφίας της ταυτότητας και του προσώπου της εμφανισθείσας, καθώς και της ηλικίας τους, έλεγχος, ο οποίος, αν γινόταν, θα καταδείκνυε την διαφορετικότητα των δύο προσώπων, τα οποία, σύμφωνα με την κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρος, δεν έμοιαζαν καθόλου και είχαν και διαφορά ηλικίας, επτά ετών -η α' ενάγουσα ήταν γεννημένη το έτος 1945 και η εμφανισθείσα, το έτος 1952-, επιπλέον, δε, προκειμένου να εξακριβώσουν την πλαστότητα της υπογραφής που τέθηκε από την ως δικαιούχο εμφανισθείσα, στο εκδοθέν, με αριθμό .....
αναληπτήριο (ένταλμα πληρωμής), ενόψει του ότι η υπογραφή που τέθηκε σ' αυτό ήταν πανομοιότυπη με την υπογραφή της πρώτης ενάγουσας, να διαβιβάσουν άμεσα -τηλεομοιοτυπικά- στο επί της οδού Δωδεκανήσου τραπεζικό κατάστημα της εναγόμενης, όπου ετηρείτο ο λογαριασμός, αντίγραφο του εκδοθέντος αναληπτηρίου, προκειμένου να συγκριθεί η σ' αυτό τεθείσα υπογραφή με το υπόδειγμα της υπογραφής της πρώτης από τις ενάγουσες, που τηρούσε η εναγόμενη στο ως άνω κατάστημα της, οπότε και θα διαπιστωνόταν ευχερώς ότι πρόκειται για διαφορετική υπογραφή και ότι, στην πραγματικότητα, πρόκειται για την υπογραφή, που είχε τεθεί από την προαναφερόμενη δράστη στο προηγούμενο, με αριθμό .....
αναληπτήριο. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η σε τρίτο, μη νόμιμο δικαιούχο, πληρωμή του ποσού των 800.000 δραχμών, με απλή επίδειξη της ταυτότητας της πρώτης ενάγουσας, χωρίς περαιτέρω έλεγχο της ταυτοπροσωπίας, με συνέπεια την εξ αυτού, ισόποση ζημία των εναγουσών, οφείλεται σε βαρεία αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, οι οποίοι προέβησαν σε εξόφληση του εντάλματος πληρωμής χωρίς έλεγχο της ταυτοπροσωπίας αυτής που προέβη στην ανάληψη και της εκ των δικαιούχων πρώτης από τις ενάγουσες και χωρίς έλεγχο για την εξακρίβωση της πλαστότητας της υπογραφής, έλεγχος, ο οποίος ως μέτρον επιμέλειας, υπαγορευόμενο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν προϋπέθετε εξιδιασμένη επιμέλεια και ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιβεβλημένος.
Η κρίση αυτή για την παντελή έλλειψη ελέγχου της ταυτοπροσωπίας και της πλαστότητας των υπογραφών κατά την ανάληψη του επίδικου ποσού των 800.000 δραχμών, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της προηγηθείσας ανάληψης από το ίδιο πρόσωπο, του ποσού των 3.500.000 δραχμών, από διαφορετικό κατάστημα της εναγόμενης.
Στη συνέχεια, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας, δέχθηκε συνυπαιτιότητα της τελευταίας κατά ποσοστό 35%, δεχθέν ειδικότερα ότι όφειλε και η ίδια, ως κάτοχος του τραπεζικού βιβλιαρίου και του δελτίου ταυτότητας της, ενεργώντας όπως κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, με επιμέλεια και προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι, ήδη, είχε προηγηθεί κατά το παρελθόν, κλοπή των ίδιων εγγράφων και μάλιστα από το ίδιο πρόσωπο, την Α, που ήταν πρόσωπο γνωστό σ' αυτήν, να ασφαλίσει τα εν λόγω έγγραφα, τοποθετώντας τα σε χώρο απρόσιτο σε τρίτα πρόσωπα και κυρίως στην προαναφερόμενη δράστιδα και όχι απλώς να τα έχει τοποθετημένα στην τσάντα της, την οποία και άφηνε αφύλακτη, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Ε, σε ένα δωμάτιο, δίπλα στο ιατρείο της.
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την αγωγή κατά το ποσό των 520.000 (800.000-30%) δραχμών. Από τις παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο, πρωτοδικείο σαφώς δέχεται ότι η αναφερόμενη πιο πάνω ανάληψη του ποσού των 800.000 δρχ.
οφείλεται σε βαριά αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, οι οποίοι, αν και εγνώριζαν ότι πριν από ένα έτος είχε γίνει παράνομη ανάληψη από τρίτο μη δικαιούχο πρόσωπο (την Α) του ποσού των 3.500.000 δρχ. από τον κοινό λογαριασμό των εναγουσών, δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις αυξημένη προσοχή και επιφυλακτικότητα ώστε να αποτρέψουν παράνομη για δεύτερη φορά ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό των εναγουσών (αναιρεσιβλήτων).
Συγκεκριμένα Α) δεν προέβησαν, με τα μέσα που διέθεταν, σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας της εμφανισθείσας ως δικαιούχου, η οποία έκανε την ανάληψη, με την πραγματική δικαιούχο πρώτη ενάγουσα για την διαφύλαξη των συμφερόντων αμφοτέρων των δικαιούχων εναγουσών, δοθέντος ότι με απλό φυσιογνωμικό έλεγχο της εικονιζόμενης στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας γυναικός με την εμφανισθείσα προς είσπραξη του ποσού ήταν δυνατή η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται για το αυτό, αλλά για δύο διαφορετικά πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν καμία ομοιότητα μεταξύ τους και είχαν εμφανή διαφορά ηλικίας.
Κατέβαλαν δε στην εμφανισθείσα ως δικαιούχο το ανωτέρω ποσό παρόλον που 1) το ποσό αυτό ήταν σημαντικό, 2) αφορούσε το σύνολο σχεδόν του ποσού (των 903.813 δρχ.) του λογαριασμού του βιβλιαρίου καταθέσεων και 3) η συναλλαγή - ανάληψη αυτή ζητήθηκε και έγινε σε διαφορετικό κατάστημα (της οδού .....) της αναιρεσείουσας Τράπεζας από εκείνο (της οδού .....) που είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός και Β) αν και υπήρχε δείγμα υπογραφής της πραγματικής δικαιούχου - πρώτης ενάγουσας στο επί της οδού .....
κατάστημα της αναιρεσείουσας παρέλειψαν να διαβιβάσουν άμεσα (τηλεομοιοτυπικά) στο εν λόγω κατάστημα αντίγραφο του εντάλματος πληρωμής (αναληπτηρίου), προκειμένου να συγκριθεί η τεθείσα σε αυτό υπογραφή της εμφανισθείσας με το υπόδειγμα της υπογραφής της πρώτης ενάγουσας, οπότε και θα διαπίστωναν, αφενός ότι πρόκειται για διαφορετική υπογραφή και αφετέρου ότι η υπογραφή επί του εντάλματος πληρωμής (αναληπτηρίου) ήταν όμοια με την υπογραφή που είχε θέσει η δράστης Α στο προηγούμενο δελτίο πληρωμής (αναληπτήριο) κατά την παράνομη ανάληψη του ποσού των 3.500.000 δρχ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την παραπάνω διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, καθόσον, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ορθά έκρινε ότι συντρέχει βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσείσουας. Επομένως, ο μοναδικός από τα άρθρα 559 αριθ. 1 και 560 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" για αναίρεση της 14950/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ