Legislator Case Law & Legislation
1765/2007 AI generated

1765/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1765/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1765/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την άνω διάταξη προκύπτει, ότι για την υποχρέωση συμβολής στις ανάγκες της οικογένειας - η οποία κατά την ΑΚ 1389 εδ. α΄, βαρύνει μόνο τους συζύγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή επικουρικά τα τέκνα ή τους ανιόντες αυτών - απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων, δηλαδή εκείνη της ύπαρξης (νόμιμου) γάμου και εκείνη της συμβίωσης, ενώ δεν απαιτείται η απορία του δικαιούχου και η ευπορία του υπόχρεου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1765 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1765/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαγκανό.

Του αναιρεσιβλήτου : ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλευρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174217/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 965/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2006 αίτησή της και του από 4-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 30-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, β) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώσθηκε, γ) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι (πρώτο μέρος αυτών) με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 288, 361, 374, 503, 904 ΑΚ 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1, 8 παρ.2, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ με τη μη εφαρμογή τους, ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, αν το Εφετείο εφήρμοζε όλες τις άνω ουσιαστικές διατάξεις, και δεν ερμήνευε και εφάρμοζε εσφαλμένα την ΑΚ 806 εδ.

β΄, θα προσέδιδε στην ένδικη σχέση το νομικό χαρακτηρισμό της δωρεάς (ΑΚ 496) ή δωρεάς υπό τρόπο (ΑΚ 503) ή ανωνύμου συναλλάγματος με τη μορφή κάποιας "μικτής σύμβασης" (ΑΚ 361), είναι αόριστοι, προεχόντως γιατί η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο καθόλου τις κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα) κρίσιμες, εν προκειμένω, πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το ουσιαστικά βάσιμο της αγωγής και, κυρίως, το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται στις παραδοχές του Εφετείου η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα, και συγκεκριμένα σ' εκείνες που εν προκειμένω δέχθηκε ότι "έλαβε χώρα πράγματι η σύναψη της επικαλούμενης από τον ενάγοντα σύμβασης ατόκου δανείου με την εναγομένη και ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής αυτός της κατέβαλε συνολικά το ποσό των δρχ. 18.500.000".

Για δε το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του αριθ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αν ο λόγος αφορά ασαφείς και ανεπαρκής αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται οι αιτιολογίες αυτές, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο ανάγονται και η διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση, και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, αλλιώς ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος.

Εν προκειμένω, ο αυτός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμος μεν κατά την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται αιτιολογιών, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η τελευταία έχει αιτιολογίες, αόριστος δε κατά την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς (ασαφείς) αιτιολογίες, αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει τις παραδοχές του Εφετείου και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά του, και την περιουσία τους. Με την υπόψη διάταξη, η οποία είναι προσαρμοσμένη στη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων (άρθρ. 4 παρ. 2 Συντ.) καθιερώνεται η υποχρέωση συνεισφοράς των συζύγων για την από κοινού αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, η οποία ταυτίζεται εννοιολογικώς με την υποχρέωση διατροφής της οικογένειας.

Από την άνω διάταξη προκύπτει, ότι για την υποχρέωση συμβολής στις ανάγκες της οικογένειας - η οποία κατά την ΑΚ 1389 εδ. α΄, βαρύνει μόνο τους συζύγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή επικουρικά τα τέκνα ή τους ανιόντες αυτών - απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων, δηλαδή εκείνη της ύπαρξης (νόμιμου) γάμου και εκείνη της συμβίωσης, ενώ δεν απαιτείται η απορία του δικαιούχου και η ευπορία του υπόχρεου.

Βασική, λοιπόν, νόμιμη υποχρέωση για συνεισφορά είναι η ύπαρξη συμβίωσης των συζύγων, η οποία συνιστά ηθική και νομική υποχρέωση που απορρέει από το γάμο (1386 ΑΚ). Επομένως, η υπόψη διάταξη, όπως και η της ΑΚ 1390, ρυθμιστική της συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές ανάγκες, εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και αναφορικά μόνο για την αξίωση των συζύγων, ενώ άλλοι είναι οι ρυθμιστικοί κανόνες για τη διατροφική αξίωση συζύγου κατά τη διάρκεια διακοπής της συμβίωσης (1391, 1392 ΑΚ) ή μετά το διαζύγιο (μεταγαμιαία, 1442 επ.

ΑΚ). Τέλος, από την ΑΚ 1389 σε συνδυασμό με τις ΑΚ 1390 και 1391 συνάγεται ότι η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων και ότι η ιδιάζουσα φύση της αξίωσης συνεπάγεται και ιδιάζουσες συνέπειες στην περίπτωση παραβίασης, ολικής ή μερικής, της ανωτέρω υποχρέωσης του άλλου συζύγου, όπως είναι και η γέννηση αξίωσης καταβολής χρηματικής διατροφής, δηλαδή ο εκχρηματισμός της διατροφικής αξίωσης (ΑΚ 1391), οπότε στην τελευταία περίπτωση διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από την υπερημερία κατά τις ΑΚ 1392 και 1498.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η εφεσίβλητη- εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα αμυνομένη κατά της εφέσεως και κατά της αγωγής εκ δανείου επανέφερε, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις της, τον ισχυρισμό της, ότι έχει ανταπαίτηση κατά του εκκαλούντος-εναγομένου και τώρα αναιρεσιβλήτου συζύγου της, μετά του οποίου έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση και βρίσκονται σε διάσταση, ποσού 19.680.000 δραχμών ή 57.755 Ευρώ, η οποία προέρχεται από την υποχρέωση αυτού προς συνεισφορά στις οικογενειακές τους ανάγκες από 30-8-1997 μέχρι τις 26-2-2003, που έληξε η συμβίωσή τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένσταση αυτή συμψηφισμού, όσον αφορά την αποτίμηση της προσφοράς της προσωπικής της εργασίας στο συζυγικό οίκο μηνιαίως, το ύψος των αποδοχών του εκκαλούντος-ενάγοντος μηνιαίως, το ύψος των δαπανών για τις οικογενειακές τους ανάγκες μηνιαίως και την αναλογία της συνεισφοράς του εκκαλούντος-ενάγοντος στις οικογενειακές τους ανάγκες (στερουμένων τέκνων), την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό κατά της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης του εκκαλούντος-ενάγοντος.

Το Εφετείο εκτίμησε ότι με την ένστασή της αυτή η εφεσίβλητη-εναγομένη προβάλλει σε συμψηφισμό κατά της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης του εκκαλούντος-ενάγοντος την αξίωσή της προς διατροφή της εκ μέρους αυτού στο διάστημα από 30-8-1997 μέχρι 26-2-2003, που διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, στο οποίο μάλιστα διάστημα περιλαμβάνει και το πριν από το γάμο τους διάστημα.

Εκτιμάται δε (από το Εφετείο) ότι με την ένστασή της αυτή η αναιρεσείουσα προβάλλει σε συμψηφισμό την επικαλούμενη αξίωση διατροφής της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου στο διάστημα αυτό, γιατί μόνο η αξίωσή της αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου τους είναι αποτιμητή σε χρήμα και συνεπώς επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 440 Α.Κ., η προβολή της προς συμψηφισμό με την ασκούμενη με την αγωγή αξίωση, γιατί είναι ομοειδής με αυτή.

Το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα, η ενισταμένη δεν έχει αξίωση διατροφής κατά του εκκαλούντος-ενάγοντος για το επικαλούμενο διάστημα, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 1392 και 1498 ΑΚ προκύπτει, ότι μεταξύ συζύγων διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, η δε αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη όχληση του αναιρεσιβλήτου στο διάστημα αυτό, ούτε άσκηση αγωγής στο ίδιο διάστημα εναντίον του προς καταβολή διατροφής, ώστε να δικαιούται διατροφή για το μετά την όχληση ή την άσκηση της αγωγής και μέχρι 26-2-2003 χρονικό διάστημα.

Έτσι που εκτίμησε και απέρριψε την εν λόγω ένσταση το Εφετείο και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, δεν παραβίασε τις ΑΚ 1389, 1391, 1392, 1498, 440, 442 και 443 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, ούτε παραβίασε, το Εφετείο, με τη μη εφαρμογή τους τις εν προκειμένω μη εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 713, 722, 730 και 736 ΑΚ, εντεύθεν δε οι αποδιδόμενες σχετικώς με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αλλά και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους (δεύτερο μέρος), αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης, από τον αρ. 1 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμες.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 1 και 19 της ΚΠολΔ 559, στην πραγματικότητα, όπως εκτιμάται, πλήττει την εν λόγω απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας από την ΑΚ 281 ως κατ' ουσίαν αβάσιμης (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 11 και 19 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις τους, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού ανταπαίτησης της από διατροφή.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 14-4-2006 αίτηση της ...... και τους πρόσθετους λόγους από 4-1-2007 για αναίρεση της 965/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ