Legislator Case Law & Legislation
1765/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific procedural grounds under Civil Procedure Code.

Case Number 1765/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a disputed promissory note. The appellants argued the lower court violated substantive law by accepting evidence not formally submitted, yet the court found the appeal inadmissible because the specific complaints regarding the promissory note's content and the court's findings were never formally raised in the appeal. Consequently, the court ruled that without these specific procedural objections, the appeal lacked the necessary legal basis for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds for appeal were not specifically raised in the appeal petition, as the court is not bound to examine issues not formally presented by the parties.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Promissory Note Dispute Evidence Submission Procedural Objections

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1765 / 2006 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1765/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαυροματίδη.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό καταθέσεως 31773/10-9-1997 αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20882/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3207/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Νοεμβρίου 2002 αίτησή τους και τους από 21 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 26 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσεκομίσθησαν.

Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, διά της οποίας εζητείτο η καταψήφιση του ποσού μη πληρωθείσης ακάλυπτης επιταγής, εκδοθείσης από τους εναγομένους εις διαταγήν του, τίτλω αποζημιώσεως του, καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως και την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως, ένεκα της αδικοπραξίας. Το Εφετείο έλαβε υπόψη και το από 10.4.1997 ιδιωτικό έγγραφο που είχε καταρτισθεί μεταξύ του ενάγοντος και της εκπροσωπουμένης από τους αναιρεσείοντες ανώνυμης εταιρίας, το οποίο προσεκομίσθη στο Δικαστήριο, όπως βεβαιώνει με την πληττόμενη απόφαση του. Του εγγράφου τούτου έγινε αμφοτέρωθεν επίκληση διά των εκκλήτων προτάσεων των διαδίκων, όπως προκύπτει εκ του κειμένου αυτών. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη επικληθείσα και προσκομισθείσα απόδειξη και συνεπώς ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, μόνος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για την πληρότητα του λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται ο φερόμενος ως παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας, οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί του βασίμου ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα βάσει αυτών έννομη συνέπεια και τέλος το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζον ή ερμηνεύον τον φερόμενον ως παραβιασθέντα κανόνα.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι κατά παραβίαση των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, εδέχθη "ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία από την αδικοπραξία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα αν και δεν αναφέρεται μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως όχι μόνο ότι η επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή του αναιρεσιβλήτου, αλλά και ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κομιστής της επιταγής κατά την εμφάνιση της στην πληρώτρια Τράπεζα". Δεν διαλαμβάνουν όμως ότι προέβαλαν σχετικούς ισχυρισμούς στο Δικαστήριο τούτο, οπότε και μόνον θα είχε το Εφετείο υποχρέωση να κρίνει τη βασιμότητά τους. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνει και προβολή διά λόγου εφέσεως των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων σχετικού παραπόνου (που όντως δεν προεβλήθη, των λόγων εφέσεως αφορώντων άλλες αιτιάσεις) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία διέγνωσε την αξίωση του ενάγοντος, ως κομιστή της εκδοθείσης από τους εναγομένους εις διαταγήν του επιταγής, ώστε να είναι δυνατή παραβίαση των ανωτέρω κανόνων δικαίου από το Εφετείο.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος, πρέπει, εκτός άλλων, να διαλαμβάνει και ότι προεβλήθη στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός περί του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου και ότι το εν λόγω περιεχόμενο είναι ουσιώδες προς διάγνωση της ένδικης διαφοράς.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο το σφάλμα της παραμορφώσεως της ένδικης επιταγής, επειδή εδέχθη, κατ' αντίθεση προς τα βεβαιούμενα στο σώμα της, ότι αυτή ενεφανίσθη προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να ισχυρίζονται όμως και ότι είχαν προβάλει αντίθετο ισχυρισμό (που όντως δεν είχαν προβάλει, μεμφθέντες με την έφεσή τους για άλλους λόγους την πρωτόδικη απόφαση, με συνέπεια να μην ασχοληθεί με το ζήτημα τούτο το Εφετείο), ώστε να είναι κρίσιμο το περιεχόμενο της επιταγής (που πράγματι δεν ήταν, ως μη απτόμενο των διά της εφέσεως τεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζητημάτων). Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 21.11.2002 αίτηση και τους από 21.7.2006 προσθέτους λόγους των .... για την αναίρεση της 3207/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ