Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, upholding lower court's finding of timely litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous fund management company's appeal against the Third Instance Court of Dodecanese. The lower court rejected the fund manager's claim for damages based on the statute of limitations, finding the plaintiff knew of the loss in July 2010 and filed suit in July 2015. The Supreme Court agreed that the plaintiff had sufficient knowledge of the damage and the liable party at the time of filing, rendering the limitation defense invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible if filed within the statutory period, but the substantive claim is barred if the plaintiff knew or should have known of the damage and the liable party within the limitation period, as established by the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1764 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και διακριτικό τίτλο "... ΑΕΔΑΚ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πέρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Κ. Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: 1) Λ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 2) Ε. Ζ. του Δ. - Α., κάτοικο ..., 3) Σ. Τ. του Μ., κάτοικο ..., 4) Ε. Σ. του Γ., κάτοικο ..., 5) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Γ. Σ. του Α., κάτοικο ... και 7) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9-3-2016 και με αριθ. κατάθεσης 43/31-5-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 49/2022 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 201/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 49/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H υπό κρίση από 12-5-2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" για αναίρεση της υπ'αριθ. 201/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έχει ασκηθεί κατά της εν μέρει νικήσασας ενάγουσας/εκκαλούσας Μ. Α. νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-4-2022 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου στις 12-5-2022 μαζί με το παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσίβλητη Μ. Α. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 29-6-2015 αγωγή της κατά: 1) του Λ.
Κ., 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕΔΑΚ", η οποία μετονομάστηκε εν τω μεταξύ σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείουσας), 3) της Ε. Ζ. του Δ. - Α., 4) της Σ. Τ. του Μ., 5) της Ε. Σ. του Γ., 6) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε.", 7) του Γ.
Σ. του Α. και 8) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ως αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα ποσά κατά τις ειδικότερες διακρίσεις της αγωγής.
Επί της ανωτέρω αγωγής και της συνεκδικασθείσας με αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής - προσεπίκλησης των 1) ALPHA BANK Α.Ε., 2) Ε. Ζ., 3) Σ. Τ. του Μ. και 4) Ε. Σ. του Γ. κατά του Λ. Κ., το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 99/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμότοκα τα εις αυτήν αναφερόμενα κατ'ιδίαν ποσά.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις κάτωθι εφέσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου: α) Η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) Μ. Α. άσκησε την από 4.09.2018 έφεση κατά όλων των (εναγομένων) αντιδίκων της, β) Η αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) ... ΑΕΔΑΚ άσκησε την από 27.09.2018 έφεση κατά της αναιρεσίβλητης, γ) Ο Λ.
Κ. άσκησε την από 15.10.2018 έφεση κατά της αναιρεσίβλητης. δ) Οι τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων (Ε. Ζ., Ε. Σ. και ALPHA BANK) άσκησαν την από 1.10.2018 έφεση μετά των από 26-5-2021 προσθέτων λόγων κατά της αναιρεσίβλητης, ε) Η τέταρτη των εναγομένων (Σ. Τ.) άσκησε την από 21.09.2018 έφεση κατά της αναιρεσίβλητης. στ) Οι έβδομος και όγδοη των εναγομένων (Γ.
Σ. και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ) άσκησαν την από 12.10.2018 έφεση κατά της αναιρεσίβλητης. Επίσης ο έβδομος των εναγόμενων άσκησε τους από 19.11.2020 πρόσθετους λόγους έφεσης. Οι ως άνω εφέσεις συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 11.6.2021 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκάνησου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 201/2021 απόφασή του, με την οποία απέρριψε στην ουσία την υπό στοιχείο α' έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις υπό στοιχεία β' έως στ' εφέσεις των αντιδίκων της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο και όγδοη των εναγομένων (Ε.
Ζ., Σ. Τ., Ε. Σ., ALPHA BANK ΑΕ, Γ. Σ. και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ), ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους Λ. Κ. και ... ΑΕΔΑΚ, υποχρεώνοντάς τους να καταβάλουν στην ενάγουσα/αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 246.170,273 ευρώ, νομιμοτόκως. Κατά το μέρος που το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της, η ενάγουσα Μ. Α. άσκησε την από 2.12.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 201/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία, ενώ είχε προσδιορισθεί προς συζήτηση στο Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στην δικάσιμο της 29-5-2023 με αριθμό πινακίου 26, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9-12-2023.
Αντίθετα, κατά το μέρος έγινε δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης, άσκησε κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης την υπό κρίση από 12-5-2022 αίτηση της η 2η εναγόμενη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ". Η τελευταία, με το υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ζήτησε την κατ'άρθ. 246 ΚΠολΔ αναβολή της συζήτησης της παρούσας υπόθεσης προκειμένου να συνεκδικασθεί αυτή με την ανωτέρω από 2-12-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας αποφάσεως, που άσκησε η νυν αναιρεσίβλητη κατά των λοιπών (3ης έως και 8ης) εφεσιβλήτων.
Οι αναιρέσεις στρέφονται μεν κατά της ίδιας αποφάσεως, πλην όμως κατά διαφορετικών διαδίκων, πλήττοντας διαφορετικά κεφάλαια της εφετειακής αποφάσεως και προσάπτοντας διαφορετικά η κάθε μια σφάλματα σ'αυτήν. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η συνεκδίκαση, ούτε διευκολύνει αλλά ούτε και επιταχύνει τη διεξαγωγή της δίκης.
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.
Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013).
Αίρεται όμως η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 686/2008, ΑΠ 995/2008, ΑΠ 191/2008, ΑΠ 941/2006, ΑΠ 924/2007), περιστατικά που πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ο εναγόμενος προστήσας (ΑΠ 272/2008). Σχέση πρόστησης, κατά την ανωτέρω διάταξη, δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.
Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του.
Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος, εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.
Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος, ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.
Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ' αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1440/2014).
Από την ίδια διάταξη (922 ΑΚ) προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση των υποθέσεών του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτόν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 9/2011).
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Σχέση προστήσεως υπάρχει και μεταξύ της εταιρίας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός και του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος) αφετέρου, εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού.
Και ναι μεν από τη διάταξη του άρθρου 20 § 4 του ν. 1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 § 5 του v.2533/1997, ως προς το οποίο, μετά την κατάργησή του με το άρθ. 47 §§ 2 και 3 ν.3283/2004 εφαρμόζονταν οι αντίστοιχες, ως προς το περιεχόμενο των καταργημένων διατάξεων, διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιριών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά τη διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε και φυσικά πρόσωπα, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διαθέσεως των τίτλων.
Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ` εκπροσώπηση της εταιρείας διαχειρίσεως, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 § 4 του ν.1969/1991 και, συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (ΑΠ 1359/2019, AΠ 188/2015, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1671/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 17 και 18 του Ν.1969/1991, όπως ίσχυσαν, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 § 1, 2 και 20 §§ 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα.
Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1396/2011, 331/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 334 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 2 § 2 του ν. 3043/2002, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και για την ευθύνη του προστήσαντος από πράξεις του προστηθέντος κατά τα άρθρα 914 και 922 ΑΚ, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα (παρ. 1).
Η ευθύνη μπορεί από πριν να περιοριστεί ή να αποκλειστεί, εκτός αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής (παρ. 2). Στην περίπτωση κατά την οποία οι όροι που καθιερώνουν τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό της εν λόγω ευθύνης (απαλλακτικές ρήτρες), που μπορεί να αφορούν και σε ευθύνη από πρόστηση, αποτελούν περιεχόμενο εγγράφου, αυτοί είναι έγκυροι εφόσον το έγγραφο υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο εκείνου υπέρ του οποίου έχουν τεθεί (ΑΠ 924/2007).
Αυτή η αντιπροσώπευση είναι, κατά κάποιο τρόπο, σε δεύτερο βαθμό, πλην όμως δημιουργείται σχέση προστήσεως μεταξύ της εταιρείας διαχείρισης και του προστηθέντος από την αντιπρόσωπό της εταιρεία, εφόσον μάλιστα η πρώτη ελέγχει με οποιοδήποτε τρόπο την αντιπρόσωπό της και δια μέσου αυτής τον προστηθέντα.
Και τούτο διότι ως νομικό πρόσωπο η αντιπρόσωπος εταιρεία είναι αναγκασμένη να αναθέσει την υπηρεσία διαθέσεως αμοιβαίων κεφαλαίων σε φυσικά πρόσωπα, που στην προκειμένη περίπτωση θεωρούνται, κατ` άρθρο 922 AK προστηθέντες της εταιρείας διαθέσεως, εφόσον είναι προστηθέντες της αντιπροσώπου της. Στην πράξη ακολουθείται αυτό το πλέγμα των συμβάσεων αντιπροσώπευσης σε δύο βαθμούς, διότι διευρύνεται έτσι το δίκτυο διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, χωρίς να υφίσταται πεδίο αμφισβήτησης της εγκυρότητας των σχετικών συμβάσεων.
Η εταιρεία διαχείρισης που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη των αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο οφείλει να ασκεί εποπτεία του συνολικού δικτύου διάθεσης, επιβάλλοντας και στον αντιπρόσωπό της την ενάσκηση αυστηρού ελέγχου στη δραστηριότητα των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό. Η εταιρεία διαχείρισης, όμως, δεν δικαιούται να επέμβει άμεσα στη σφαίρα της δραστηριότητας των τελευταίων αυτών προσώπων.
Στην πράξη, εξάλλου, οι εταιρείες διαχείρισης απαγορεύουν στους αντιπροσώπους σε δεύτερο βαθμό να αναλαμβάνουν χρήματα ή άλλες αξίες από τους επενδυτές σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, υπαγορεύοντας στην αίτηση συμμετοχής συγκεκριμένους τρόπους καταβολής του αντιτίμου για την απόκτηση μεριδίων. Επιπρόσθετα, απαιτούν στην προσυπογραφή της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο από εκπρόσωπο του αντιπροσώπου τους σε πρώτο βαθμό, ως διασφάλιση ενός ελάχιστου ελέγχου της δραστηριότητας των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο της εταιρείας διαχείρισης.
Η αντιπροσώπευση για τη διάθεση μεριδίων, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, είναι ευρέως διαδεδομένη στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων δια μέσου ασφαλιστικών δικτύων. Σε αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία (αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης) συνάπτει χωριστές συμβάσεις με ορισμένα πρόσωπα που χρησιμοποιεί ως πράκτορες ή παραγωγούς της για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου.
Οι πράκτορες ή οι παραγωγοί διαθέτουν τα μερίδια ως αντιπρόσωποι της ασφαλιστικής εταιρείας. Με την εταιρεία, όμως, διαχείρισης δεν συνδέονται με άμεση συμβατική σχέση, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με αυτήν δια μέσου της εργοδότιδάς τους ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με σχέση προστήσεως με αυτήν.
Ο παραγωγός δεν συνδέεται με την ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία προσδίδει στον παραγωγό και την εμπορική ιδιότητα. Ήδη οι παραγωγοί ασφαλίσεων μετονομάσθηκαν σε ασφαλιστικούς συμβούλους και ρητά ορίσθηκε ότι η σχέση που τους συνδέει με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σύμβαση έργου, χωρίς να έχουν δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης (άρθρο 16 § 1 ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 § 24 ν. 2496/1997).
Το άρθρο 922 AK είναι δυνατό να εφαρμοσθεί στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ασφαλιστικό σύμβουλο (AΠ 1198/2009). Η έννοια της προστήσεως είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 686/2008).
Εξάλλου, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από αυτόν υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από αδικοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ` αιτιώδη συνάφεια να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Και τούτο, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 203/2023, ΑΠ 368/2011). Για το ορισμένο της ανωτέρω ενστάσεως απαιτείται η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, AΠ 39/2023, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 131/2013), για τη νομιμότητά της δε απαιτείται τα αναφερόμενα περιστατικά να συγκροτούν την έννοια συντρέχοντος πταίσματος κατ` άρθρα 330 και 300 ΑΚ, συνδεόμενου αιτιωδώς με τη ζημία ή την έκτασή της.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμότητα της σχετικής ενστάσεως υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όταν δε αυτή ερευνήθηκε στην ουσία της και κατά τις διατάξεις του αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 414/2019, ΑΠ 655/2019, ΑΠ 1633/2018, ΑΠ 210/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Οπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 99/2010, ΑΠ 967/2010, ΑΠ 884/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος (Λ.Κ.) συνδεόταν ήδη από το έτος 1992 με την ασφαλιστική εταιρία ...
AEAZ με σύμβαση έργου, ως ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι το έτος 2004, οπότε προήχθη σε συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων δυνάμει της από 1-03-2004 μεταξύ τους σύμβασης έργου. Η δεύτερη εναγομένη (νυν αναιρεσείουσα) εντάχθηκε στον οργανισμό πωλήσεων της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, με αντικείμενο της δραστηριότητάς της την επιδίωξη και προώθηση στην εταιρία αυτή, αιτήσεων ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, οι οποίες θα καταρτίζονταν με τη διαμεσολάβησή της.
Εξάλλου, δυνάμει της από 31-05-1996 πρόσθετης σύμβασης μεταξύ της ... ΑΕΑΖ και του πρώτου εναγόμενου, αυτός ανέλαβε τη διαμεσολάβηση για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης (... ΑΕΔΑΚ), της οποίας αντιπρόσωπος ήταν η ... ΑΕΑΖ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 2/462/7-02-2008 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.), συνάπτουν έγγραφες συμβάσεις με τους αντιπροσώπους τους και διασφαλίζουν ότι οι αντιπρόσωποι και οι διαμεσολαβητές αυτών έχουν συνάψει αντίστοιχες συμβάσεις με τους συνεργάτες τους.
Στο πλαίσιο αυτό, συνήφθη μεταξύ της ... ΑΕΑΖ και της δεύτερης των εναγομένων η από 15-02-1997 σύμβαση αντιπροσώπευσης, η οποία ευρισκόταν σε ισχύ και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με μεταγενέστερες συμβάσεις μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων, σύμφωνα με την οποία η ... ΑΕΑΖ, είχε αναλάβει το έργο της διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγόμενης, διαμέσου του δικτύου της και ως αντιπρόσωπός της, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
Ειδικότερα, η ... ΑΕΑΖ (ασφαλιστική εταιρεία), δυνάμει της ως άνω σύμβασης έθεσε στη διάθεση της δεύτερης εναγόμενης (εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων) το δίκτυο που απαρτιζόταν από τις αντιπροσωπείες που διατηρούσε ανά την επικράτεια. Το δίκτυο αυτό μπορούσε να επεκταθεί περαιτέρω, με τη σύναψη συμβάσεων με φυσικά πρόσωπα της επιλογής της δεύτερης εναγόμενης, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 3283/2004 (που αντικατέστησε το, ομοίου περιεχομένου, καταργηθέν δια του ως άνω νόμου προγενέστερο άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 1969/1991), ως αντιπρόσωποι της εταιρίας διαχείρισης για τη διάθεση μεριδίων μπορούν να ενεργούν μόνο τράπεζες, και ασφαλιστικές εταιρίες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Έναντι της σχετικής αυτής δυνατότητας, προβλέφθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε το δικαίωμα να αντιταχθεί στην επιλογή συγκεκριμένου προσώπου για τη διάθεση και εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, και μάλιστα κατά την απόλυτη κρίση της, ενώ το κείμενο της σχετικής σύμβασης γνωστοποιείται στη εταιρεία διαχείρισης πριν την υπογραφή της, η τελευταία δε, μπορεί να επιβάλλει την προσθήκη ή την αφαίρεση οποιουδήποτε όρου κατά την κρίση της.
Στο πλαίσιο αυτό συνεπώς, εντάσσεται τόσο η από 31-05-1996 πρόσθετη σύμβαση μεταξύ της (αντιπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης) ... ΑΕΑΖ, και του πρώτου εναγομένου Λ. Κ., όσο και η από 27-10-1998 επιγραφόμενη "Σύμβαση Διάθεσης Μεριδίων Αμοιβαίου Κεφαλαίου", μεταξύ των ιδίων προσώπων. Στην τελευταία, περιλήφθηκε και ο όρος 5, κατά τον οποίο "ο δεύτερος συμβαλλόμενος [ήτοι ο πρώτος εναγόμενος, Λ.
Κ.] δηλώνει ότι έχει λάβει γνώση... ...καθώς και των κανονισμών των Αμοιβαίων Κεφαλαίων της ... ΑΕΔΑΚ [δεύτερης εναγόμενης], τους οποίους υπόσχεται να τηρεί σε κάθε περίπτωση χωρίς καμία παρέκκλιση". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της δραστηριότητας αυτής, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στο πλαίσιο της οποίας είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών για αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει.
Επομένως, τον συνέδεε με αυτήν σχέση πρόστησης,... εφόσον τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, δοθέντος ότι αυτός είχε μεν δικαίωμα να ενεργεί ελευθέρως ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο ανεύρεσης πελατών, πλην, όμως, για την υλοποίηση της απόφασης του κάθε πελάτη να αγοράσει κάποια αμοιβαία κεφάλαια, εφαρμοζόταν και ίσχυε αποκλειστικά, το πλέγμα των δεσμευτικών καθηκόντων αυτού, από τα οποία, όπως προελέχθη, δεν μπορούσε να αποκλίνει.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, Μ. Α., απασχολείτο στην σχολή οδηγών που διατηρούσε ο σύζυγός της, Κ./νος Α., στη … επί της οδού .... Στην ίδια οικοδομή διατηρούσε γραφείο ο πρώτος κατηγορούμενος (ενν. εναγόμενος), ο οποίος δραστηριοποιείτο ως ασφαλιστικός πράκτορας στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.Α.Ζ." και έτσι γνωρίστηκε με την πολιτικώς ενάγουσα (ενν. ενάγουσα) και το σύζυγό της. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε φιλία, αλλά και συνεργασία επαγγελματική, διότι ασφάλισαν τα αυτοκίνητά τους στην άνω ασφαλιστική εταιρία. Στη συνεχεία, ήδη από το έτος 1997, οπότε ο πρώτος κατηγορούμενος (ενν.εναγόμενος) είχε δραστηριοποιηθεί και ως πράκτορας της δεύτερης εναγόμενης, η ενάγουσα έχοντας εμπιστοσύνη στον πρώτο κατηγορούμενο (ενν.εναγόμενο), ο οποίος εμφανιζόταν ότι είχε εμπειρία σε χρηματοοικονομικά θέματα και στις επενδύσεις και τη συμβούλευσε ότι οι επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια ήταν ασφαλείς και συμφέρουσες ως προς τις αποδόσεις, του κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς να συγκεκριμενοποιήσει το ακριβές επενδυτικό προϊόν, καθώς δεν είχε σχετικές γνώσεις και ο πρώτος κατηγορούμενος (ενν.εναγόμενος) τα επένδυσε σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας "...
Α.Ε.Δ.Α.Κ.". Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι με την υπόδειξη του πρώτου εναγόμενου, ως επενδυτικού συμβούλου, η πολιτικώς ενάγουσα (ενν.ενάγουσα) συμβλήθηκε με την δεύτερη εναγόμενη σε επτά λογαριασμούς (μητρώα) αμοιβαίων κεφαλαίων (...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 έως και τον Ιούλιο του 2007, υποδείκνυε στην ενάγουσα τον κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενο τρόπο τραπεζικής συναλλαγής σε κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας - απορροφηθείσας πλήρως από τη διάδοχό της έκτη εναγόμενη "ALPHA BANK ΑΕ", κατά τον οποίο αυτή (η ενάγουσα), μετά σχετική αίτηση που της έδιδε ο πρώτος, υπέγραφε ένταλμα πληρωμής προς λογιστική ανάληψη εκ μέρους της χρηματικών ποσών εξαγοράς μεριδίων της αμοιβαίων κεφαλαίων μετοχικού χαρακτήρα, και μετά αφού υπέγραφε γραμμάτιο είσπραξης, η ενάγουσα μετέφερε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά σε δήθεν λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης που τάχα τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα η Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
ως θεματοφύλακας των αμοιβαίων κεφαλαίων της 2ης εναγόμενης- προστήσασας τον 1° ενάγομενο, προς επανεπένδυση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ομολογιακού χαρακτήρα. Ωστόσο, τα χρηματικά ποσά που εξαγόραζε η ενάγουσα, κατατίθεντο στην πραγματικότητα σε λογαριασμό του ίδιου του 1ου εναγόμενου ή σε λογαριασμούς τρίτων- άσχετων προσώπων, των οποίων οφειλέτης ήταν ο πρώτος, και η ως άνω τραπεζική συναλλαγή εξαγοράς και επανεπένδυσης των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της ενάγουσας ήταν ψευδής παράσταση σε αυτήν εκ μέρους του 1ου εναγόμενου, από αυτήν δε, που ακολουθήθηκε κατ' επανάληψη, ο 1ος εναγόμενος τεχνηέντως ζημίωσε την περιουσία της κατά το συνολικό χρηματικό ποσό των 345.973,48 ευρώ ως θετική ζημία, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του (...).
Ειδικότερα, η ενάγουσα ήταν γνώστης της νόμιμης διαδικασίας συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια, δεδομένου ότι υπήρξε αντισυμβαλλόμενος της δεύτερης εναγομένης, και μάλιστα σε χρονικό σημείο αλληλοκαλυπτόμενο με το χρονικό διάστημά που αναφέρεται στην αγωγή, καθώς συμμετείχε στα αμοιβαία κεφάλαια της ...
Α.Ε.Δ.Α.Κ. και δη στο Α/Κ "... ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΜΕΤΟΧΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" και στο Α/Κ "... ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" εκδοθέντων των σχετικών βεβαιώσεων έκδοσης τίτλου ονομαστικών μεριδίων. Για τη συμμετοχή της αυτή κατέβαλε διάφορα ποσά στους υπ' αριθμ. ...280 και ...393 τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους τηρούσε η ΑΕΔΑΚ στην Εμπορική Τράπεζα..., ενώ υπέγραψε και αιτήσεις συμμετοχής, στις οποίες αναγράφονταν μεταξύ άλλων: "Η ...
Α.Ε.Δ.Α.Κ. δεν φέρει καμία ευθύνη για ποσά που θα καταβληθούν με οποιονδήποτε τρόπο πέραν της κατάθεσης στους παραπάνω αναγραφόμενους Τραπεζικούς Λογαριασμούς Αμοιβαίων Κεφαλαίων" (με έντονα γράμματα) και "Τα αμοιβαία κεφάλαια δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και οι προηγούμενες αποδόσεις δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές" (επίσης με έντονα κεφαλαία γράμματα).
Τα παραπάνω η ενάγουσα ανέγνωσε και κατενόησε, άλλως από αμέλειά της δεν έπραξε, δεδομένου του ότι πρόκειται για μια επιχειρηματία με γνώση των οικονομικών σχέσεων. Επομένως, η ενάγουσα ήταν γνώστης τόσο της νόμιμης διαδικασίας για την αγορά και την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, η οποία περιλάμβανε υποχρεωτικά την κατάθεση του επενδυόμενου ποσού σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς αμοιβαίων κεφαλαίων και ουδέποτε την καταβολή χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε τρίτο, όσο και του είδους και της μορφής των αντίστοιχων εγγράφων, τα οποία της παρέδωσε ο τρίτος εναγόμενος κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς.
Παρόλα αυτά όταν έδιδε τις εντολές τραπεζικών συναλλαγών προς τους εναγόμενους υπαλλήλους των 6ης και 8ης εναγόμενων τραπεζών δεν ήλεγξε όλα τα παραστατικά με επιμέλεια, ώστε να διασταυρώνει ότι τα εντάλματα πληρωμής που υπέγραφε συνοδεύονταν από τα επόμενα γραμμάτια είσπραξης με λογαριασμό αυτόν που ζητούσε και κατόπιν της επιβεβαίωσης ότι το ποσό που αναλάμβανε λογιστικά από τον λογαριασμό της κατατίθετο κανονικά σε αυτόν που επιθυμούσε, ούτε κράτησε όλα τα παραστατικά αυτά.
Επίσης, η ενάγουσα από το άνοιγμα του ως άνω λογαριασμού (μητρώου) της στην δεύτερη εναγόμενη, με την πρώτη κίνηση της ως μεριδιούχος, λάμβανε ταχυδρομικά, ανά ημερολογιακό τρίμηνο, αντίγραφο κίνησης (statement) του επενδυτικού λογαριασμού μητρώου, όπως ρητά προβλεπόταν από τις σχετικές αποφάσεις της Ε.Κ., στη γνωστοποιηθείσα στην δεύτερη εναγόμενη διεύθυνσή του πρώτου δικαιούχου, που εμφαίνεται στην προσαγόμενη και επικαλούμενη ακριβή εκτύπωση του μητρώου επενδυτών, ενώ επιπλέον στην ενημερωτική έκθεση των μεριδίων της που τής έδωσε ο πρώτος εναγόμενος τον Ιανουάριο του 2006, δεν πρόσεξε αυτή ότι έφερε την επωνυμία της ...
ΑΕΑΖ. Ωστόσο, το εν λόγω πταίσμα παραμένει συντρέχον και όχι αποκλειστικό, διότι εύλογα η ενάγουσα είχε εμπιστοσύνη στον πρώτο εναγόμενο ως επικεφαλής της δεύτερης εναγόμενης στη Ρόδο, ο οποίος την ενημέρωνε για όλες τις αναγκαίες διαδικασίες ελέγχου των προαγόμενων επενδύσεών της, άρα και την ως άνω πολιτική της δεύτερης εναγόμενης, διαδικασία που διέφυγε εξάλλου, παρομοίως και από άλλους επενδυτές που καλόπιστα έδωσαν πίστη στον πρώτο εναγόμενο, ενώ αυτός τους ζημίωσε με παρόμοιους τρόπους, όπως αποδεικνύεται από σχετικές ποινικές δίκες για πράξεις απάτης, υπεξαίρεσης, πλαστογραφίας και απιστίας κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκε ο τελευταίος με πλείονες άλλους παθόντες.
Το εν λόγω συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας εκτιμάται πως ανέρχεται σε 30% και κατ' αυτό το ποσοστό θα μειωθεί η αποζημίωση που θα της επιδικαστεί....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε και ως προς αυτή την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την κατ' αυτής αγωγή της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο Λ.
Κ., το ποσό των 246.170,273 ευρώ, νομιμοτόκως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του (μη διαδίκου εδώ πρώτου εναγομένου) Λ. Κ. και της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνει την αντικειμενική ευθύνη αυτής προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, αφού η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ανωτέρω προστηθέντος (πρώτου) εναγομένου εκδηλώθηκε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση των υποθέσεών της, υφίσταται δε εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσας αδικοπραξίας του προστηθέντος και της ως άνω υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την αναιρεσείουσα, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, χωρίς την υπηρεσία, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της.
Και τούτο, διότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας ... ΑΕΑΖ και της αναιρεσείουσας από 15-2-1997 σύμβασης αντιπροσώπευσης, με την οποία η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία είχε αναλάβει, διαμέσου του δικτύου της και ως αντιπρόσωπος, το έργο της διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της αναιρεσείουσας, ο ανωτέρω Λ.
Κ., έχοντας καταρτίσει την από 31-5-1996 πρόσθετη σύμβαση με την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία ... ΑΕΑΖ, ενεργούσε, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου αυτής, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της δραστηριότητας της τελευταίας, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στο πλαίσιο της οποίας είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών γι'αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει, τελώντας έτσι υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, δοθέντος ότι αυτός είχε μεν δικαίωμα να ενεργεί ελευθέρως ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο ανεύρεσης πελατών, πλην, όμως, για την υλοποίηση της απόφασης του κάθε πελάτη να αγοράσει κάποια αμοιβαία κεφάλαια, εφαρμοζόταν και ίσχυε αποκλειστικά, το πλέγμα των δεσμευτικών καθηκόντων αυτού.
Σημειωτέον, ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και με ποιόν τρόπο, ισχυρισμός περί της γνώσης της αναιρεσίβλητης γι' αυτήν την κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προστηθέντος, ούτως ώστε να τεθεί θέμα άρσης της ευθύνης της προστήσασας αυτόν αναιρεσείουσας, σε κάθε δε περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη ήταν μεν γνώστρια της νόμιμης διαδικασίας συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια, δεδομένου ότι υπήρξε αντισυμβαλλόμενη της δεύτερης εναγομένης, ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε και ότι ο Λ.
Κ. ενεργούσε κατά παρέκκλιση της νόμιμης διαδικασίας και προς ίδιον όφελος, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ώστε αυτή να μην ευθύνεται ως προστήσασα για τη ζημία που εκείνος προκάλεσε στην αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο είναι αβάσιμος, καθόσον μόνη η κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας ενέργεια του προστηθέντος δεν αίρει την ευθύνη της προσήσασας αυτόν, αν δεν συντρέχει και το στοιχείο της γνώσης της κατάχρησης εκ μέρους του ζημιωθέντος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 922 ΑΚ, καθόσον διέλαβε επαρκείς, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας του ανωτέρω προστηθέντος (από την αναιρεσείουσα) και της αναιρεσίβλητης και της έλλειψης αποκλειστικής υπαιτιότητας της τελευταίας, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε μεν τη νόμιμη διαδικασία αναφορικά με την αγορά και εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, η οποία περιλάμβανε υποχρεωτικά την κατάθεση του επενδυόμενου ποσού σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς αμοιβαίων κεφαλαίων και ουδέποτε την καταβολή χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε τρίτο, πλην, όμως, αυτή εύλογα είχε εμπιστοσύνη στον πρώτο εναγόμενο ως επικεφαλής της αναιρεσείουσας στη Ρόδο, ο οποίος την ενημέρωνε για όλες τις αναγκαίες διαδικασίες ελέγχου των προαγόμενων επενδύσεών της, άρα και την ως άνω πολιτική της αναιρεσείουσας, διαδικασία, εξάλλου, που διέφυγε παρομοίως και από άλλους επενδυτές, οι οποίοι καλόπιστα έδωσαν πίστη στον προστηθέντα από την αναιρεσείουσα, ενώ αυτός τους ζημίωσε με παρόμοιους τρόπους, τα περιστατικά δε αυτά δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε περί συνδρομής συντρέχουσας υπαιτιότητας του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα και, συνακόλουθα, της ευθύνης αυτής προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης.
Η εν λόγω παραδοχή, αναφερόμενη στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γνώση της προβλεπόμενης από τη σύμβαση διαδικασίας σχετικά με τον τρόπο καταβολής των χρημάτων στην αναιρεσείουσα, δεν αντιφάσκει προς την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον Λ.
Κ. "διάφορα χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς να συγκεκριμενοποιήσει το ακριβές επενδυτικό προϊόν, καθώς δεν είχε σχετικές γνώσεις", καθόσον η τελευταία αυτή παραδοχή αφορά τον τρόπο επένδυσης των χρημάτων από την αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά τη νοηματική εκτίμηση της απόφασης, σε αντίθεση με τον Λ.
Κ., δεν ήταν έμπειρη επενδύτρια. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, 1158/2017).
Επιπλέον δε προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει ορισμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων προσώπων με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 659/ 2018, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 711/2011).
Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 866/2017). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 41/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ως προς το σημείο έναρξης της γνώσης του ζημιογόνου γεγονότος και του ζημιώσαντος εκ μέρους του ζημιωθέντος, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις ίδιες τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα γνώριζε πριν την 9-7-2010, ήτοι πριν την κοινοποίηση της από 21-6-2010 εξώδικης δήλωσής της, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν επένδυσε σε αμοιβαία κεφάλαια ομολογιακού χαρακτήρα, όπως νόμιζε, και συγκεκριμένα ήδη από τις 7-5-2010 ότε αυτή αναιρεσείουσα γνωστοποίησε τη διακοπή της συνεργασίας της με τον Λ.Κ..
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα διέλαβε τα εξής: "Από όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι στα τέλη του έτους 2005 η ενάγουσα και ο σύζυγος της ζήτησαν από τον πρώτο των εναγομένων να τους ενημερώσει για την πορεία των επενδύσεων τους, δίδοντας τους νόμιμα έγγραφα της δεύτερης απ' αυτούς, από τα οποία να αποδεικνυόταν το σύνολο των αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης.
Μετά από μερικές ημέρες τους είπε ότι η δεύτερη των εναγομένων θα έστελνε τα έγγραφα αυτά πολύ σύντομα. Στις 11.01.2006 ο πρώτος από τους εναγομένους παρέδωσε στην ενάγουσα έγγραφο που είχε συνταχθεί σε έντυπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής" και το διακριτικό τίτλο "...
ΑΕΑΖ", γεγονός που τότε δεν αντιλήφθηκε αυτή, στο οποίο όπως την διαβεβαίωσε, αποτυπωνόταν το σύνολο των επενδύσεών της. Στο έγγραφο αυτό, του οποίου φωτοτυπικός αντίγραφο προσάγει και επικαλείται (βλ. σχετικό με αριθμό 64), το oποίο δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, φαίνεται ότι η επένδυση της συνίστατο σε 12.350 μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων τίτλων αναπτυξιακού εσωτερικού, 18.000 μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων τίτλων εσωτερικού μεταβλητού και σε ομόλογα εσωτερικού ύψους κεφαλαίου 300.000 € με επιτόκιο 6,75% από τις 11.01.2006 έως και 30.03.2006.
Παρά δε το ότι αυτό δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, είναι προφανές ότι το έγγραφο αυτό συντάχθηκε τον Ιανουάριο του έτους 2006, αφού στο χρόνο αυτό αναφέρεται το ύψος των επενδύσεων της. Τελικά, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, το έγγραφο αυτό είχε συντάξει ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να την πείσει ότι είχε συνταχθεί από τη δεύτερη των εναγομένων, ενώ το απέστειλε από την Αθήνα ο ίδιος με συστημένη επιστολή.
Περαιτέρω, η ενάγουσα στα τέλη του 2008 οπότε χρειάστηκε μετρητά και ζήτησε από τον 1° εναγόμενο εξαγορά μέρους των επενδύσεων της, αυτός προφασίσθηκε διαφορά στον υπολογισμό της ζητούμενης εξαγοράς μεταξύ του ίδιου και της εταιρείας - προστήσασάς του και για το λόγο αυτό ζήτησε και πήρε όλα τα πρωτότυπα έντυπα των αιτήσεων που η ενάγουσα είχε κρατήσει για όλες τις προαναφερόμενες εξαγορές των κεφαλαίων της, κίνηση που ο 1ος εναγόμενος έκανε για να της αποσπάσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που κατείχε σε βάρος του για την τελεσθείσα εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά του.
Στα μέσα Μαίου του έτους 2010 η ενάγουσα, ο σύζυγος της και οι θυγατέρες τους έλαβαν την από 07.05.2010 επιστολή της δεύτερης από τους εναγομένους, την οποία υπέγραφαν ο Γ. Κ. και η Ε. Σ., διευθύνων σύμβουλος της και υπεύθυνη εξυπηρέτησης μεριδιούχων αντίστοιχα, και με την οποία αυτή τους ενημέρωσε αφενός ότι από τις 06 Μαίου του 2010 είχε διακόψει τη συνεργασία της με τον πρώτο απ' αυτούς, γεγονός για το οποίο λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά από το υποκατάστημα της στη … και την καλούσε, ως κάτοχο μεριδίων κεφαλαίων της, να απευθυνθεί στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της για οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την πορεία της επένδυσης της.
Η ενάγουσα υπέβαλε στις 28.05.2010 αίτηση προς τον ασφαλιστικό και χρηματοοικονομικό όμιλο εταιρειών ... και στη συνέχεια, την από 11.06.2010 αίτηση της στη δεύτερη από τους εναγόμενους, με τις οποίες ζήτησε να της χορηγήσουν αναλυτική κατάσταση όλων των συναλλαγών που έγιναν στο όνομα της με αυτήν, όσον αφορά μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και την πορεία όλων των επενδύσεων της σε οποιονδήποτε επενδυτικό πρόγραμμα της.
Σε απάντηση των αιτήσεων της αυτών, στις 09.07.2010 της κοινοποιήθηκε η από 21.06.2010 εξώδικη γνωστοποίηση - ενημέρωση απάντηση της δεύτερης από τους εναγόμενους, με την οποία αυτή της γνωστοποίησε ότι μετά από έρευνα που διεξήγαγαν αρμόδιοι υπάλληλοι της στα αρχεία της προέκυψε ότι, κατά τη χρονική περίοδο εκείνη, δεν ήταν μεριδιούχος της και το όνομα της δεν εμπεριεχόταν σε καμία ενεργή κατάσταση μεριδιούχων αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι, κατά το παρελθόν υπήρξε αντισυμβαλλόμενη της σε επτά (7) λογαριασμούς/μητρώα και συγκεκριμένα αυτούς που αναφέρονται ανωτέρω.
Τέλος, ο πρώτος από τους εναγόμενους, για να εφησυχάσει την ενάγουσα, σταδιακά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της κατέβαλε δήθεν ως αποδόσεις (μερίσματα) των κεφαλαίων που την διαβεβαίωνε ότι είχε επενδύσει στο όνομα και για λογαριασμό της σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης απ' αυτούς το ποσό των 99.657,19 ευρώ.
Συνεπώς με την από 09-7-2010 γνωστοποίηση της ... ΑΕΔΑΚ η ενάγουσα έμαθε, ότι δεν υφίσταντο επενδύσεις Α/Κ της. Η αγωγή επιδόθηκε στην δεύτερη εναγόμενη στις 7-7-2015, ήτοι οριακά, αλλά εντός της πενταετίας της διάταξης του άρθ.937 παρ.1 ΑΚ. Επομένως, η ένσταση παραγραφής της δεύτερης εναγόμενης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη(...)".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου της γνώσης από την αναιρεσίβλητη της ζημίας της και του υπόχρεου προς αποζημίωση προσώπου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή εν προκειμένω, των περιστατικών, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της ζημίας της στις 9-7-2010, οπότε της κοινοποιήθηκε η από 21-6-2010 εξώδικη γνωστοποίηση - ενημέρωση απάντηση της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή της γνωστοποίησε ότι μετά από έρευνα που διεξήγαγαν αρμόδιοι υπάλληλοί της στα αρχεία της, προέκυψε ότι, κατά τη χρονική περίοδο εκείνη, δεν ήταν μεριδιούχος της και το όνομά της δεν εμπεριεχόταν σε καμία ενεργή κατάσταση μεριδιούχων αμοιβαίων κεφαλαίων, νωρίτερα δε, δεν είχε ακριβή γνώση του υπαιτίου και της ζημίας της, ούτως ώστε να δύναται βάσιμα να υποστηριχθεί ότι μπορούσε να κινηθεί δικαστικά εναντίον του, με συνέπεια, εφόσον, κατά τις ίδιες παραδοχές, η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 7-7-2015, ήτοι πριν παρέλθει πενταετία, να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της προβληθείσας ένστασης παραγραφής, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης και για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού η αναφορά και άλλων περιστατικών.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ.1 και, κατ'εκτίμηση, και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" για την αναίρεση της υπ'αριθ. 201/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ