Legislator Case Law & Legislation
1764/2014 AI generated

1764/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1764/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1764/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ) Με το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώραν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 983 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1764 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ ΑΘΗΝΩΝ που κατοικοεδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Χρήστο Μητκίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ο. και Σια ΟΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΛΙΓΝΙΤ ΑΜΕΤΒΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση , η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της 'Εφη Βατάλη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2002 ανακοπή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7000/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε στο Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών όπου εξέδωσε την 4382/2005 οριστική απόφασή του. Κατόπιν εφέσεως εκδόθηκε η 770/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 30-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 8-2-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 30-9-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 770/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η κατά της 4382/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρείας ως προς τους 1ο, 3η και 4η των καθών (Ελληνικό Δημόσιο, ΔΕΗ, "ΒΙΟΛΙΓΝΙΤ ΑΜΕΤΒΕ") και ακυρώθηκε το κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ΔΕΗ ως τρίτης, ενώ η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τον 2ο των καθών Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

ΦΑΒΕ Αθηνών (εδώ μη διάδικο). Κατά την έννοια του άρθρου 10 του Διατάγματος της 26-6/10.7.1944 "Περί Κωδικός των Νόμων περί Δικών του Δημόσιου", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ ( άρθρο 50 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης για το Ελληνικό Δημόσιο είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά δε την έννοια του άρθρου 11 του ίδιου Διατάγματος (που επίσης διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ), όπως το πρώτο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν 3514/2006, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου η προθεσμία για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου, επομένως και της αναίρεσης, αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν 1756/1988 "Κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών", από την 1η Ιουλίου έως την 15η Σεπτεμβρίου ( ΑΠ 1573/2010).

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ), εφόσον η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης έλαβε χώρα την 4-8-2009 (10990Γ'/2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Σ. Π.) και η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών έγινε την 9-10-2009 (αρ. κατ. 1056/2009). Είναι δε παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται κατάθεση θετικής γνωμοδότησης του ΝΣΚ διότι με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009 καταργήθηκε το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντ/κε με άρθρο 42 ν. 2721/1999 (ΑΠ 249/2011). Επομένως, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Με το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώραν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 983 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία. Κατά το άρθρο 984 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο.

Κατά το άρθρο 985 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό.

Κατά δε το άρθρο 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.

Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ.1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσας απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση.

Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 3/1993, Α.Π. 688/2010). Εξάλλου, εφόσον ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν τοποθετείται με σαφήνεια σχετικά με το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να επιβληθούν οι περισσότερες κατασχέσεις ώστε να συνυπολογισθούν προκειμένου να εξακριβωθεί η επάρκεια ή όχι του κατασχεθέντος ποσού, ως χρόνος συμπλήρωσης του διαστήματος αυτού θα ληφθεί εκείνος της συμπλήρωσης της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., οπότε και γεννάται η υποχρέωση του τρίτου προς καταβολή, δηλαδή η πάροδος οκτώ ημερών, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και η πάροδος τριάντα ημερών, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του.

Συνεπώς οι μεν κατασχέσεις που επιβλήθηκαν μέσα στην πιο πάνω προθεσμία συνυπολογίζονται, εκείνες δε που επιβλήθηκαν μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη, ως επιβληθείσες σε αντικείμενο που δεν ανήκει πλέον στον καθ' ου η κατάσχεση. Η κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου ρυθμίζεται επίσης από τα άρθρα 982 επ.

Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 95 ν. 2362/1995 "περί του κώδικα δημοσίου λογιστικού". Η προθεσμία της δήλωσης εκ μέρους του Δημοσίου ως τρίτου είναι τριάντα ημερών (άρθρο 10 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου η ίδια προθεσμία ισχύει για την καταβολή στον κατασχόντα ή για τη δημόσια κατάθεση μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του Δημοσίου.

Με το άρθρο 1 ν.1468/ 1950 ιδρύθηκε η "Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.), η οποία είχε ως σκοπό την παραγωγή και διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούσε δημόσια επιχείρηση που ανήκε εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσε χάριν του δημοσίου συμφέροντος αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολάμβανε διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσε όμως υπό την ανώτατη εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους.

Με το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι η Δ.Ε.Η. απολαμβάνει ειδικών φορολογικών ατελειών καθώς και των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, ενώ με το άρθρο 36 παρ.1 του β.δ. της 28/28-1-1951, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω νόμου, ορίσθηκε ότι "Η Δ.Ε.Η. απολαύει απάντων των δικαστικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον".

Στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ.1 του π.δ. 333/2000, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ.1 ν. 2773/1999, η Δ.Ε.Η. μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και ορίστηκε ότι αυτή διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του καταστατικού της, που περιελήφθη στην παρ.2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου του ως άνω Π.Δ/τος, και συμπληρωματικά από το ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε αυτός ισχύει.

Κατά το άρθρο 3 του Καταστατικού της, σκοπός αυτής είναι : α) η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, β) η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και η παροχή υπηρεσιών οργάνωσης και πληροφορικής προς τρίτες επιχειρήσεις, καθώς και η εκμετάλλευση κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, γ) Η ίδρυση εταιρειών, η συμμετοχή σε κοινοπραξίες καθώς και η απόκτηση μετοχών άλλων εταιρειών, ελληνικών ή ξένων και εν γένει η συμμετοχή σε επιχειρήσεις που έχουν σκοπό παρεμφερή με αυτούς που περιγράφονται στα στοιχεία α και β της παρούσας παραγράφου, ή των οποίων η δραστηριότητα συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τους σκοπούς της εταιρείας ή που έχουν ως σκοπό την αξιοποίηση της περιουσίας, κινητής ή ακίνητης, της εταιρείας και την εκμετάλλευση των πόρων της.

Για δε την πραγμάτωση των σκοπών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η Δ.Ε.Η. Α.Ε. μπορεί ιδίως (α) να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς, (β) να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφιστάμενων ή ιδρυόμενων εταιρειών, να δανειοδοτεί τις εταιρείες αυτές και να εγγυάται υπέρ αυτών, (γ) να εκδίδει ομολογιακά δάνεια κάθε φύσεως και να συμμετέχει στο κεφάλαιο εταιρειών που δανειοδοτούνται από αυτή με μετατροπή ή μη σε Μετοχές των ομολογιών των δανείων αυτών. 3.

Η εταιρεία δύναται να προβαίνει σε κάθε άλλη ενέργεια και πράξη προς επιδίωξη των σκοπών της εντός των ορίων του παρόντος Καταστατικού και των κειμένων διατάξεων, στην ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξεως ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας.

Κατά το άρθρο 5 του καταστατικού Το σύνολο των μετοχών ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το άρθρο 8 του καταστατικού, σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.10 ν. 2941/2001 "Κάθε διάταξη νόμου, γενική ή ειδική, που αφορά τη Δ.Ε.Η., προ της μετατροπής της σε ανώνυμη εταιρεία με το π.δ. 333/2000, εξακολουθεί να ισχύει εφόσον δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ν. 2773/1999, του π.δ. 333/2000 και του άρθρου αυτού". Ενόψει τούτων, οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες η ΔΕΗ απολάμβανε των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, έρχονται σε αντίθεση με τις τελευταίες, με τις οποίες αυτή μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί πλέον κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, αναπτύσσοντας και επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας, δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού της να προβαίνει, μεταξύ άλλων σε ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξης ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας, όπως και να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς και να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφιστάμενων ή ιδρυόμενων εταιρειών, να δανειοδοτεί τις εταιρείες αυτές και να εγγυάται υπέρ αυτών.

Εξ άλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε τη διατήρηση υπέρ της ΔΕΗ των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, θα το όριζε ρητά στο άρθρο 9 παρ. 8 Ν. 2941/2001, όπως έπραξε για άλλες διατάξεις που ήθελε να παραμείνουν σε ισχύ. Επομένως, σε περίπτωση κατάσχεσης απαίτησης στα χέρια της Δ.Ε.Η. ως τρίτης, η προθεσμία για να προβεί αυτή σε δήλωση όπως και σε καταβολή στον κατασχόντα ή σε δημόσια κατάθεση της απαίτησης μετά την τυχόν καταφατική δήλωσή της είναι η προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 985 παρ. 1 και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ των οκτώ (8) ημερών.

Ως εκ τούτου, ο χρόνος συμπλήρωσης του διαστήματος εντός της οποίου μπορούν να επιβληθούν περισσότερες κατασχέσεις ώστε να συνυπολογισθούν προκειμένου να εξακριβωθεί η επάρκεια ή όχι του κατασχεθέντος στα χέρια της ως τρίτης ποσού είναι εκείνος της συμπλήρωσης της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

των οκτώ (8) ημερών.

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-7-2002 ανακοπή της, η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Ο. και Σια Ο.Ε." εξέθετε: Ότι κατά της τέταρτης καθ' ης η ανακοπή και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΛΙΓΝIT ΑΜΕΤΒΕ" είχε απαίτηση ποσού 273.547,71 ευρώ, που της είχε επιδικαστεί με διαταγή πληρωμής.

Ότι με το από 29-5-2002 κατασχετήριο κατέσχε αναγκαστικά στα χέρια της τρίτης καθ' ης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Η., ως τρίτης, το ποσό το οποίο η τελευταία όφειλε να καταβάλει στην προαναφερθείσα οφειλέτριά της (τέταρτη καθ' ης), τη σχετική δε πράξη επέδωσε στην τρίτη καθ' ης στις 30-5-2002 και στην τέταρτη καθ' ης στις 31-5-2002.

Ότι στις 10-6-2000 η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, δια του προϊσταμένου της δευτέρου καθ' ου και ήδη μη διαδίκου, ενεργούντος για λογαριασμό του πρώτου καθ' ου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επέδωσε στην τρίτη καθ' ης το αναφερόμενο έγγραφό της περί αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης κάθε ποσού που όφειλε στην τέταρτη καθ' ης.

Ότι (με βάση τον τρίτο λόγο της ανακοπής της που ενδιαφέρει εν προκειμένω) η κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ' ης στα χέρια της τρίτης, την οποία επέβαλε το πρώτο καθ' ου, είναι άκυρη διότι έλαβε χώραν μετά την παρέλευση οκταημέρου από την κοινοποίηση της κατάσχεσης την οποία επέβαλε η ίδια στην καθ' ης η εκτέλεση.

Ζήτησε δε, κατά την εκτίμηση του αιτήματος της ανακοπής, να ακυρωθεί η επιβληθείσα από το πρώτο καθ' ου αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ' ης στα χέρια της τρίτης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως προς το δεύτερο καθ' ου, την δέχθηκε δε ως προς τους λοιπούς καθ' ων κατά τον πιο πάνω (τρίτο) λόγο της και ακύρωσε την αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης της τέταρτης καθ' ης, την οποία επέβαλε το πρώτο καθ' ου στα χέρια της τρίτης.

Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη για το λόγο ότι οι διατάξεις περί δικαστικών προνομίων της Δ.Ε.Η., μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, έπαυσαν να ισχύουν, με συνέπεια να εφαρμόζονται ως προς αυτήν οι οκταήμερες προθεσμίες δηλώσεως και καταβολής των άρθρων 985 παρ.1 και 988 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

και όχι οι αντίστοιχες τριακονθήμερες που ισχύουν για το Ελληνικό Δημόσιο και επομένως ότι ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη η ανωτέρω επιβληθείσα από το πρώτο καθ' ου αναγκαστική κατάσχεση. Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά έκρινε απαράδεκτη την επίμαχη κατάσχεση, γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (κατά το νοηματικό περιεχόμενό του), με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για την μη εφαρμογή της διάταξης περί της προθεσμίας των 30 ημερών και στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αβάσιμος.

IV) Αβάσιμοι είναι επίσης οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 8, αντιστοίχως). Τούτο δε, προεχόντως διότι έχουν ως έρεισμα στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το εδώ αναιρεσείον είχε προβάλει, με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι "το παραπάνω κατασχετήριο του Δημοσίου επιδόθηκε στη ΔΕΗ ... εντός της νομίμου οκταήμερης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 988 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ", πράγμα που, από την επισκόπηση της εφέσεώς του προκύπτει ότι είναι ανακριβές. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του, μειωμένα κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 770/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για τον καθένα στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ