1764/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4071/ΜΘ 452/21-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/9/2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1764/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευση του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή (ΑΠ 1052/2011 και 108/2003). Ακόμη η μισθωτική σχέση είναι μεταβιβαστή με πράξη εν ζωή σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την ανάληψη ενοχής και επίσης κληρονομητή, τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή, όσο και από την πλευρά του μισθωτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1764 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χας Α. Γ. και 2. Ν. συζ. Ι.Λ., θυγ. Α. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ελένης Σκόπα-Ζαγγανά, αφού ανακάλεσε την δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Κώτσο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4071/ΜΘ 452/21-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 9-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ που ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος κινητού ή ακινήτου είναι καθ' όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ότι μόνο ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές), να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή τη νομή.
Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση, κατ' άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995 (Κωδικοποίηση νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), με μόνες τις αναφερόμενες το άρθρ.14 του παραπάνω π.δ/τος (άρθρ. 7 παρ.2 του ν. 8134/1978), παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες επί εκμίσθωσης αλλότριου ακινήτου, η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφόσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης.
Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευση του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή (ΑΠ 1052/2011 και 108/2003). Ακόμη η μισθωτική σχέση είναι μεταβιβαστή με πράξη εν ζωή σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την ανάληψη ενοχής και επίσης κληρονομητή, τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή, όσο και από την πλευρά του μισθωτή.
Ειδικότερα η μίσθωση ως ενοχική σχέση δύναται να μεταβιβασθεί κατά τα άρθρα 455 επομ. ΑΚ και 471 επομ. ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 361 Α.Κ, δηλαδή με συνδυασμένη εκχώρηση και αναδοχή), κατόπιν συναινέσεως του μισθωτή (Α.Π 479/2001 ΝοΒ 50 σελ 519). Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων επικαλούμενος την εκχώρηση σ' αυτόν από τον εκμισθωτή πρέπει να επικαλείται τη συναίνεση τον εναγομένου μισθωτή και ταυτόχρονα και την αναδοχή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εκχωρούμενη μίσθωση διαφορετικά η αγωγή του είναι αόριστη.
Επίσης αόριστη είναι η αγωγή (για απαιτήσεις από τη σύμβαση μίσθωσης) και στην περίπτωση που ασκείται από τον κληρονόμο του εκμισθωτή ή του μισθωτή αν δεν αναφέρεται ότι αυτός αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος (ΑΠ 705/2004). Περαιτέρω, αν ο μισθωτής αθετεί την από το άρθρο 574 ΑΚ προβλεπόμενη υποχρέωσή του να καταβάλει το συμφωνημένο ο εκμισθωτής δικαιούται κατά το άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ να καταγγείλει τη μίσθωση .
Ο μισθωτής προκειμένου να ματαιώσει τα αποτελέσματα της καταγγελίας από τον εκμισθωτή, οφείλει να καταβάλει μέσα στην προθεσμία της Α.Κ 597 παρ.2 τα καθυστερούμενα μισθώματα, τους τόκους αυτών και τα έξοδα της καταγγελίας (Α.Π 1684/1997 Ε.Δ 28 σελ. 348). Οι τόκοι και τα έξοδα καταγγελίας καταβάλλονται μόνον εφόσον ορίζονται συγκεκριμένα (ΑΠ 174/1996, 1708/1991).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στη κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 36/2011 απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο μίσθιο είναι ένα κατάστημα το οποίο βρίσκεται στην Αταλάντη Λοκρίδας (οδός ... αριθ. 21) αποτελούμενο από ισόγειο αίθουσα εμβαδού 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων, δύο WC και υπόγειο αποθηκευτικό χώρο 150 περίπου τετραγωνικών μέτρων Το κατάστημα αυτό ο Δ.
Γ., γιος και αδελφός, αντίστοιχα, των εναγουσών, αλλά και μάρτυρας στην παρούσα δίκη, το είχε εκμισθώσει δυνάμει του από 01/07/1993 μισθωτηρίου και μέχρι τις 15/03/1999 στον εναγόμενον προκειμένου να εγκαταστήσει την επιχείρηση γυμναστήριο του. Εν συνεχεία το μίσθιο δυνάμει των από 15/03/1999 μισθωτηρίων εκμισθώθηκε στον εναγόμενο για τη λειτουργία της προαναφερομένης επιχείρησης του και ειδικότερα, όσον αφορά την ισόγεια αίθουσα από τον πατέρα του αρχικού εκμισθωτή, Α.
Γ. και όσον αφορά τον υπόγειο χώρο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον ίδιο εκμισθωτή (Α. Γ.) και κατά το υπόλοιπο ποσοστό (50%) από την δεύτερη ενάγουσα. Η τελευταία δε μίσθωση διήρκεσε μέχρι, τις 30/09/2004, οπότε ο αρχικός ως άνω εκμισθωτής Δ. Γ. δυνάμει του με την ίδια ημερομηνία (10/09/2004) ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως, το οποίο θεωρήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Αταλάντης εξεμίσθωσε το επίδικο μίσθιο ως ενιαίο χώρο (όπως και με το από 01/07/1993 μισθωτήριο) στην Ε.
Π., μητέρα του εναγομένου, προς εγκατάσταση της προαναφερομένης επιχείρησης (γυμναστήριο), η οποία (επιχείρηση) της είχε, εν τω μεταξύ, μεταβιβασθεί από τον εναγόμενο. Σε εκτέλεση δε της σύμβασης αυτής ο ανωτέρω συμβαλλόμενος εκμισθωτής παρέδωσε αμέσως στην αντισυμβαλλομένη του μισθώτρια τη χρήση του επιδίκου μισθίου, η οποία το παρέλαβε καταβάλλοντας σ' αυτόν το συμφωνημένο μίσθωμα.
Μετά απ' αυτά εκμισθωτής του μισθίου ακινήτου κατέστη από 10/09/2004 ο Δ. Γ. και μισθώτρια του η Ε. Π., πρόσωπα τα οποία (εκμισθωτής -μισθώτρια) δεν ήταν διάδικοι στην παρούσα δίκη ... . Το προαναφερόμενο δε από 10/09/2004 μισθωτήριο δεν είναι πλαστό και η υπογραφή του μάρτυρα εκμισθωτή είναι γνήσια, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος εναγομένου, ενισχούμενη και από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1780/05-09-2007 ένσταση ενώπιον του Πολεοδομικού Γραφείου Αταλάντης.
Ειδικότερα, την ανωτέρω ένσταση, η οποία κατατέθηκε με αφορμή βεβαίωση πολεοδομικής παράβασης στον υπόγειο χώρο του μισθίου, συνυπογράφουν ο Δ. Γ. και η δεύτερη ενάγουσα ως μισθώτρια αυτού. Αν δεν είχε καταρτισθεί η προαναφερόμενη σύμβαση μισθώσεως, οι ως άνω ιδιοκτήτες του μισθίου θ' απαιτούσαν να υπογραφεί η ένσταση αυτή από τον εναγόμενο (ως μισθωτή) και δεν θα την συνυπέβαλαν με την Ε.
Π. ως μισθώτρια. Εξάλλου, ο εκμισθωτής είναι αυτός που προέβη ενιαίως στη μίσθωση των μισθίων χώρων το έτος 1993. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο μίσθιο χώρο υπήρχαν αυθαίρετες κατασκευές, για τις οποίες έγιναν καταγγελίες στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Αταλάντης με συνέπεια την επιβολή προστίμου στους ιδιοκτήτες.
Η μισθώτρια δε αυτού (μισθίου) προέβη στην συνέχεια, με δικά της έξοδα (αμοιβή μηχανικού κ.λ.π) στην νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών αυτών προκειμένου ο υπόγειος βοηθητικός χώρος να μετατραπεί σε χώρο κύριας χρήσης . Μετά απ' αυτά, όμως , οι ομαλές σχέσεις των μέχρι τότε εκμισθωτών και μισθωτών διαταράχθηκαν και δημιουργήθηκαν έριδες και διαφωνίες αναφορικά με το ποιος έπρεπε να επιβαρυνθεί με τα έξοδα νομιμοποίησης και την καταβολή των προστίμων και αν όλα αυτά (έξοδα κ.λ.π) έπρεπε να αφαιρεθούν από το μίσθωμα.
Εν όψει της κατάστασης αυτής η προαναφερόμενη μισθώτρια δεν κατέβαλε τα μισθώματα για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 2007. Μετά την καθυστέρηση αυτή οι ενάγουσες, ως εκμισθώτριες. προέβησαν στην από 25/05/2007 δήλωση καταγγελίας της σύμβασης μισθώσεως, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 31/05/2007 με την οποία ζητούσαν την απόδοση σ' αυτές χρήσης των μισθίων χώρων μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 597 Α.Κ (ενός μηνός από την επίδοση) λόγω μη καταβολής των ως άνω μισθωμάτων συνολικού ποσού 2120 ΕΥΡΩ (4 μήνες Χ 530 ΕΥΡΩ).
Η καταγγελία όμως αυτή κατά τη προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν επέφερε τ αποτελέσματα της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης μισθώσεως του επιδίκου μισθίου, αφού ούτε οι καταγγέλλουσες - ενάγουσες ήταν οι εκμισθώτριες αυτού ούτε ο προς όν απευθύνθηκε (η καταγγελία) εναγόμενος, ο μισθωτής του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς την γνησιότητα και εγκυρότητα του ως άνω από 10-9-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης είχε σφάλει και ο σχετικός λόγος της έφεσης του εναγομένου (περί γνησιότητας και εγκυρότητας του ως άνω συμφωνητικού μίσθωσης έπρεπε να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να απορριφθεί ως ουσίαν αβάσιμος ο λόγος αντέφεσης των εναγουσών με τον οποίο ισχυρίζονται ότι αυτές είναι οι εκμισθώτριες του επιδίκου μισθίου και συνακόλουθα να απορριφθεί η αντέφεσή τους ως αβάσιμη.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως προς το κεφάλαιο των οφειλομένων μισθωμάτων τα ακόλουθα: "Τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα των μεν μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2007 συνολικού ποσού 1060 ΕΥΡΩ (530 ΕΥΡΩ Χ 2 μήνες) καταβλήθηκαν νομίμως με δημόσια παρακατάθεση στις 23/05/2007 (βλ . 15130/23-03-2007 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του γραφείου παρακαταθηκών Αταλάντης), ήτοι προ της επιδόσεως της προαναφερόμενης από 25/03/2007 δήλωσης καταγγελίας των εναγουσών - εφεσίβλητων και τα υπόλοιπα των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2007 συνολικού ποσού 1060 ΕΥΡΩ (530 ΕΥΡΩ Χ 2 μήνες) με δημόσια παρακατάθεση στις 25/06/2007 (βλ. 15138/25-06-2007 γραμμάτιο παρακαταθήκης του ίδιου ως άνω γραφείου), ήτοι εντός μηνός από την επίδοση της ως άνω δήλωσης καταγγελίας όπως εξάλλου, εξοφλήθηκαν και τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος Σεπτέμβριος 2007 -Μάρτιος 2008, λόγω αρνήσεως των εναγουσών εφεσίβλητων αλλά και του εκμισθωτή Δ.
Γ. να εισπράξουν τα προσηκόντως προσφερόμενα μισθώματα. Επομένως, η ως άνω καταγγελία, και με την εκδοχή της ότι οι διάδικοι συνδέονται με σύμβαση μισθώσεως του επιδίκου μισθίου, κατέστη έτσι (με καταβολή των μισθωμάτων εντός της προθεσμίας του ενός μηνός από την επίδοση) ανενεργής. Βέβαια στις ενάγουσες - εφεσίβλητες δεν καταβλήθηκαν εντός του ως άνω κρισίμου χρόνου οι τόκοι επί των καθυστερούμενων μισθωμάτων, των οποίων όμως ούτε καν απλή αναφορά (όχι ακριβής καθορισμός) γινόταν στην καταγγελία αυτή και ως εκ τούτου η μη καταβολή αυτών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου και δεν επηρέασε την αναποτελεσματικότητα της καταγγελίας".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές του (ως προς τη νομιμοποίηση των διαδίκων και την καταβολή των μισθωμάτων) το Εφετείου εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή και υποχρεώνει τον εκκαλούντα- εναγόμενο να αποδώσει στις ενάγουσες τη χρήση του μισθίου ακινήτου, και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τους τις παραπάνω προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (του ΑΚ και του π.δ/τος 34/1995), η δε απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ιδίων ως άνω διατάξεων, τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση πως εξελίχθηκε η επίδικη εμπορική μίσθωση ως προς τα πρόσωπα που συμβλήθηκαν σ' αυτήν και ως προς την αναποτελεσματικότητα της καταγγελίας λόγω μη της εμπρόθεσμης καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων.
Συνεπώς οι τέταρτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τις αναιρεσείουσες οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι απορριπτέες ως αβάσιμοι. Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 649, 650, 457 παρ. 2 και 3, 460 Κ.Πολ.Δ. συνάγονται τα ακόλουθα:
α) στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 Κ.Πολ,Δ., το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Έτσι, είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικόν τύπον, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια, β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ.), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητας του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, γ) εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξη της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ.), δ) η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η μη γνησιότητα του περιεχομένου, τούτο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α' του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (βλ.
και ΑΠ 825/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της από 18-7-2007 αγωγής των αναιρεσειουσών ως εκμισθωτριών, με την οποία ζητούσαν την απόδοση σ' αυτές των μισθίων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο μισθωτή λόγω καταγγελίας της μεταξύ της υφιστάμενης μίσθωσης εξαιτίας μη καταβολής από τον τελευταίο των μισθωμάτων των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2007 ποσού 2120 ευρώ, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος μισθωτής προσκόμισε στο ακροατήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και με ημεροχρονολογία 10-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που φέρεται ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του Δ.
Γ. ως εκμισθωτή και της Ε. Π. του Ε. (μητέρας του αναιρεσιβλήτου ως μισθώτριας και αφορούσε το ισόγειο ακίνητο, εμβαδού 100 τετρ. μέτρων περίπου που βρίσκεται στην Αταλάντη Φθιώτιδος και στην οδό ... αριθμ. 21. Το ως άνω έγγραφο προσκόμισε και επικαλέστηκε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς υποστήριξη του σχετικού ισχυρισμού του ως προς την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγουσών- εφεσίβλητων και αντεκκαλουσών για την άσκηση της ως άνω ένδικης αγωγής.
Το Εφετείο Λαμίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καταλήγοντας σε αντίθετο συμπέρασμα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του για το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής, το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, κρίνοντας ότι είναι γνήσιο και σ' αυτό περιέχεται η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων (Δ.
Γ. και Ε. Π.), με βάση όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι στο Εφετείο, απορρίπτοντας δε το σχετικό αίτημα των εναγουσών-αντεκκαλουσών να αναβληθεί η συζήτηση της έφεσης και της αντέφεσης μέχρι να περατωθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για κατάρτιση και χρήση πλαστού εγγράφου, κατ' άρθρο 250 Κ.Ποιν.Δ.
Επισημαίνεται ότι η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις αναιρεσείουσες υπ' αρ. 677/21-12-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας εκδόθηκε μεταγενέστερα από την προσβαλλόμενη 36/27-4-2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και επομένως απαράδεκτα προβάλλουν ως πρόσθετο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί μη γνησιότητας του παραπάνω μισθωτηρίου εγγράφου την παραπάνω ποινική απόφαση που δεν υπήρχε κατά τη συζήτηση της έφεσης και της αντέφεσης κατά της υπ' αριθμ. 31/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο για την εγκυρότητα και ισχύ του από 10-9-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών σχετικά με τη μη γνησιότητα αυτού, πλην όμως απέρριψε αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχόμενο ότι αυτό είναι γνήσιο και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ.8, 11 και 20 πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες τα αντίθετα των ανωτέρω και ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους προαναφερόμενους αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες α) της μη λήψης πραγμάτων που προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) της λήψης υπόψη από το δικαστήριο παράνομου αποδεικτικού μέσου και γ) της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 559 αρ.11 ΚΠολΔ η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα, για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων για τα οποία γίνεται λόγος, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 548/1993). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. τελευτ. ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του, αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1494/2009 και 1506/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, το ως άνω δικαστήριο, κατέληξε στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής ως αβάσιμης με επάλληλη σκέψη, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκύπτει αναμφίβολα ότι έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες πιστοποιητικά της ΔΟΥ Αταλάντης, τα φωτοαντίγραφα των υπ'αριθ. 10988/31-5-2007 και 11069/4-7-2007 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ..., την από 12-1-2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Μ. και την έγχρωμη φωτογραφία (που απεικονίζει το επίδικο μίσθιο ακίνητο), τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες στο Εφετείο Λαμίας, συνεκτιμώντας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει ιδιαίτερα την αποδεικτική δύναμη κάποιου αυτών, καθόσον δεν είχε τέτοια, μεγαλύτερη των λοιπών. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.τελ. ΚΠολΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων και εφόσον δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες ως ηττώμενες για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2011 αίτηση των: 1) Μ. χήρας Α. Γ. και 2) Ν. συζύγου Ι. Λ., θυγατέρας Α. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 36/2011 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ