Legislator Case Law & Legislation
1764/2011 AI generated

1764/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1764/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1764/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1764 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Commercial Value Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.11.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 35/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής (πρώτος και δεύτερος).

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.

γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 6589Γ'/11-09-2009 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Μ. Κ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 01 Νοεμβρίου 2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100/2007). Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής (ΑΠ 187/2006, ΑΠ 1198/2009).

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος η ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (άρθρα 117, 118 ΚΠολΔ), πρέπει επιπλέον να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν τη άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στα οποία να θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Τέτοια έκθεση των απαραίτητων κατά νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια, που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθαρισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται.

Εντεύθεν έπεται ότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά ή αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτήν (αγωγή) τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή, της έννοιας αυτής, γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από τον προστήσαντα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του (ΑΠ 1507/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της παρούσης δίκης εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην ένδικη, από 11-11-2003 αγωγή του, που απευθύνετο εναντίον των Γ. Σ. (μη διαδίκου) και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ScoplifeΑνώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής ΑΕΑΕΖ", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης είναι η ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε τα εξής:

Η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, που δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλειών ζωής και λοιπών ασφαλειών και εν γένει επενδυτικών συμβάσεων (αμοιβαία κεφάλαια), η οποία διατηρούσε στη Ρόδο και επί της οδού ..., υποκατάστημα, στο οποίο εργαζόταν ο πρώτος εναγόμενος (πρόκειται για τον μη διάδικο Γ.

Σ.) ως υπάλληλός της (υποδιευθυντής) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά τη διάρκεια του έτους 1997 προέβαινε σε διαφημίσεις στη Ρόδο ασφαλιστικών και επενδυτικών συμβάσεων, με αυξημένες αποδοχές λόγω συμμετοχής του ασφαλίστρου σε αμοιβαία κεφάλαια. Ότι αυτός (ενάγων) αφού από τις διαφημίσεις αυτές πείστηκε για τη σοβαρότητα της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αποφάσισε να επενδύσει ορισμένα κεφάλαιά του, και άρχισε διερευνητικές επαφές με τα στελέχη της δεύτερης εναγομένης που εργαζόντουσαν στο υποκατάστημά της στη Ρόδο, και ειδικότερα με τον πρώτο εναγόμενο που είχε τη θέση του υποδιευθυντή στο εν λόγω υποκατάστημά της.

Στη συνέχεια αφού του δόθηκαν περαιτέρω διευκρινήσεις αποφάσισε να καταρτίσει το επενδυτικό συμβόλαιο, και προς τούτο, αφού υπέγραψε τα αντίστοιχα έντυπα που του δόθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της δεύτερης εναγομένης, έλαβε ύστερα από λίγες ημέρες το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ισόβιας ασφάλειας ζωής (ActivePlan) με περιοδικό ασφάλιστρο 514.560 δραχμές και με βασικό ασφάλιστρο 1.000.000 δραχμές.

Αφού έμεινε ικανοποιημένος από την επένδυσή του αυτή, την 17.2.1998 αποφάσισε ύστερα από τις υποδείξεις των αρμοδίων υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης στο υποκατάστημά της στη Ρόδο, να καταρτίσει και ένα δεύτερο επενδυτικό συμβόλαιο. Έτσι, την ίδια ημέρα (17.2.1998) με τον πρώτο εναγόμενο, μετέβησαν στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο εστεγάζετο στο ισόγειο του κτιρίου όπου στεγάζεται το υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στη Ρόδο, όπου αυτός (ενάγων) κατέθεσε, ύστερα από υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό του στην εν λόγω Τράπεζα το ποσό των 7.000.000 δραχμών, και ταυτόχρονα ο πρώτος εναγόμενος με την κατάθεση του ως άνω ποσού του παρέδωσε στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων ποσού 7.000.000 δραχμών. Ύστερα από λίγες ημέρες ο πρώτος εναγόμενος του παρέδωσε αντίγραφο του νέου επενδυτικού προγράμματος στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επικεφαλίδα "Πρόσθετη πράξη καταβολής πρόσθετων ασφαλίστρων" με αριθμό ...

με ημερομηνία έκδοσης ..., με πρόσθετο μικτό ασφάλιστρο 7.000.000 δραχμές. Έκτοτε, από την 17.2.1998 αυτός (ενάγων), δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα μετέβαινε στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης στη Ρόδο, όπου ο πρώτος εναγόμενος πληκτρολογούσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τον αριθμό του αρχικού συμβολαίου και του εξηγούσε τις αποδόσεις (αυξομειώσεις) των επενδύσεών του (ενάγοντος) επειδή όπως του έλεγε (ο πρώτος εναγόμενος), τα ανωτέρω επενδυτικά προγράμματα, είχαν συνδεθεί με διάφορα αλλοδαπά νομίσματα (δολάρια ΗΠΑ, λίρες Αγγλίας και γερμανικά μάρκα) και οι αποδόσεις τους αυξομειωνόντουσαν κατά καιρούς ανάλογα με την ισοτιμία της δραχμής προς έκαστο των νομισμάτων αυτών, όπως επίσης και από τις επενδυτικές επιλογές σε διεθνή αμοιβαία κεφάλαια που πραγματοποιούσε η ως άνω δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.

Ακολούθως, επειδή εξακολουθούσε να μένει ικανοποιημένος από τις αποδόσεις των δύο πιο πάνω επενδυτικών του προγραμμάτων, τον Απρίλιο του 1998 αποφάσισε να καταρτίσει νέο τρίτο επενδυτικό πρόγραμμα. Για το σκοπό αυτό την 23.4.1998 μαζί με τον πρώτο εναγόμενο, μετέβησαν στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Ρόδο, όπου αυτός (ενάγων) κατέθεσε, ύστερα από υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό που τηρούσε η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 25.000.000 δραχμών, σε δύο δόσεις και δη 20.000.000 δραχμές η μία δόση και 5.000.000 δραχμές η δεύτερη δόση. Ύστερα από λίγες ημέρες ο πρώτος εναγόμενος του παρέδωσε το υπ' αριθμ. ... επενδυτικό νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, συνολικού ασφαλίστρου 25.000.000 δραχμών.

Τέλος, τον Απρίλιο του 1999 αποφάσισε να καταρτίσει νέο τέταρτο επενδυτικό πρόγραμμα με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Για το σκοπό αυτό την 26.4.1999 κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο σε μετρητά το ποσό των 4.400.000 δραχμών ταυτόχρονα δε ο τελευταίος του παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων ποσού 4.400.000 δραχμών και συγχρόνως του δήλωσε ότι όπως είχε συμβεί και τις προηγούμενες φορές θα ελάμβανε ύστερα από λίγες ημέρες και το αντίστοιχο συμβόλαιο.

Έκτοτε, κάθε φορά που μετέβαινε στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγόμενης στη Ρόδο και ζητούσε από τον πρώτο εναγόμενο να του παραδώσει το τελευταίο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αυτός απαντούσε ότι θα του το παρέδιδε σε λίγες ημέρες. Εν τω μεταξύ, ενώ είχε πληροφορηθεί μέσα στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης στη Ρόδο, ότι ο πρώτος εναγόμενος ετύγχανε πολύ μεγάλης εκτίμησης απ' όλα τα διευθυντικά στελέχη της δεύτερης εναγομένης, λόγω της εξαιρετικής απόδοσης που είχε στην προσέλκυση πελατών και στην κατάρτιση επενδυτικών προγραμμάτων, και από το 1995 που άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, ήταν πρώτος σε παραγωγή συμβολαίων της δεύτερης εναγομένης σε όλη την Ελλάδα, την 25.6.1999 πληροφορήθηκε ότι είχε δημιουργηθεί πρόβλημα με τα επενδυτικά προγράμματα που είχε καταρτίσει ο πρώτος εναγόμενος.

Κατόπιν αυτού επισκέφθηκε τα γραφεία της δεύτερης εναγομένης στη Ρόδο και ο νομικός της σύμβουλος και τα λοιπά αρμόδια στελέχη της του δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν ως έγκυρες μόνο την πρώτη και τρίτη από τις παραπάνω επενδυτικές συμβάσεις, ενώ δεν είχαν καταρτισθεί και δεν υπήρχαν στα αρχεία της εταιρείας οι δύο άλλες επενδυτικές συμβάσεις, δηλαδή η δεύτερη ποσού 7.000.000 δραχμών και η τέταρτη ποσού 4.400.000 δραχμών.

Ισχυρίσθηκε δε περαιτέρω ο ενάγων ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας πράξης του πρώτου εναγομένου, η οποία συνιστά την αξιόποινη πράξη της απάτης, ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 11.400.000 δραχμών, το οποίο ανέλαβε να του επενδύσει ως διευθυντικό στέλεχος της δεύτερης εναγομένης, μέσω των επενδυτικών προγραμμάτων που προσέφερε η τελευταία, η οποία, υπό την ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους της τον είχε προστήσει να διεκπεραιώνει υποθέσεις ασφαλιστικών επενδύσεων σ' αυτήν διά της καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβολαίων, μετά από πρόταση προς την τελευταία της βούλησης προς τούτο διαφόρων πελατών, όπως συνέβη και στη δική του περίπτωση.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε, ότι η σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, είχε την μορφή της εξάρτησης του πρώτου από τη δεύτερη, αφού η τελευταία τον ήλεγχε ως προς την πρόοδο των εργασιών του, επέμβαινε στις συμφωνίες που αυτός έκλεινε για λογαριασμό της , είχε δε το δικαίωμα να τις εγκρίνει, να τις τροποποιεί ή να μη συναινεί σ' αυτές, ενώ τον είχε βραβεύσει για την παραγωγικότητά του στην υπηρεσία της.

Στα πλαίσια δε αυτά, και καθ' ό χρόνο ο πρώτος εναγόμενος είχε την ιδιότητα του υποδιευθυντή στο υποκατάστημα της δεύτερης εξ αυτών στη Ρόδο, ενεργώντας για λογαριασμό της, είχαν συμφωνηθεί τα προαναφερόμενα τέσσερα επενδυτικά προγράμματα, πλην όμως ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος), υπαίτια με δόλο και παρά το νόμο, εξαπάτησε αυτόν (ενάγοντα), εισπράττοντας το ποσό των 11.400.000 δραχμών, που αποτελούσε αντάλλαγμα για τη σύναψη των δύο ως άνω επενδυτικών συμβολαίων, αντί όμως αυτού το καρπώθηκε για λογαριασμό του παράνομα και υπαίτια και κατά κατάχρηση της θέσης που κατείχε στη δεύτερη εναγομένη.

Τέλος, εκθέτει στην αγωγή του, ότι ενόψει της κατά τα άνω πρόστησης του πρώτου εναγομένου από την δεύτερη, είναι υπόχρεη και η τελευταία (δεύτερη εναγομένη), να αποκαταστήσει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον πρώτο την επελθούσα σ' αυτόν θετική (ως άνω) ζημία του, καθώς και την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την άνω αδικοπραξία των εναγομένων.

Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο δε πρώτος τούτων και με προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσόν των 33.456 ευρώ ( 11.400.000 δραχμές), ως αποζημίωση για την ως άνω ζημία του, καθώς και το ποσό των 4000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Με βάση το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, κατά την εκ των άρθρων 914, 922, 926, 932, 297, 298 ΑΚ μοναδική της βάση, από αδικοπραξία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτήν: 1) η μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας σχέσης πρόστησης, θεωρουμένου με την ιστορική αναφορά σ` αυτή (αγωγή) της αναμφίβολης γνωστής έννοιας της πρόστησης, ότι προβάλλονται με την αγωγή τα χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από την προστήσασα (αναιρεσείουσα) του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα πρώτο εναγόμενο σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) η ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος η οποία πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) ότι η ως άνω ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, την ανεύρεση δηλαδή υποψηφίων επενδυτών να εγγραφούν σαν δικαιούχοι - μερισματούχοι σε αμοιβαία κεφάλαια με την μορφή επένδυσης χρημάτων τρίτων σε ασφαλίσεις ζωής ισόβιας διάρκειας, με εφάπαξ καταβολή ασφαλίστρων, των οποίων το κεφάλαιο συνδέεται με επενδύσεις σε διεθνή αμοιβαία κεφάλαια, εργασία για την οποία τον είχε εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα και με έντυπο υλικό, είναι ορισμένη και νόμιμη.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη αυτή, και ο τρόπος κατά τον οποίο ο ασφαλειομεσίτης- ασφαλιστικός σύμβουλος πρώτος εναγόμενος έδρασε στην συγκεκριμένη περίπτωση με σχέση πρόστησης, παρά το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων του ν. 1569/1985, και με ποια στοιχεία πρόστησης, αφού η ιδιότητά του αυτή δεν απέκλειε την ανάθεση σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα υπό καθεστώς πρόστησης (για την οποία δεν ήταν αναγκαία η επίκληση άλλων στοιχείων) και των καθηκόντων της ανεύρεσης υποψηφίων επενδυτών για να εγγραφούν σαν δικαιούχοι στα αμοιβαία μετοχικά της κεφάλαια, αν και εν προκείμενω, σύμφωνα με το προπεριγραφέν περιεχόμενο της αγωγής, επαρκώς εκτίθεται σ' αυτήν με συγκεκριμένα περιστατικά και η διατήρηση από την προστήσασα (αναιρεσείουσα) του δικαιώματος να δίδει εντολές και οδηγίες στον πρώτο εναγόμενο, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, και την βούλησή της να υφίσταται μεταξύ τους η σχέση αυτή της προστήσεως.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει ρητά τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής, που είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η συγχωνευθείσα σ' αυτήν εταιρία, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτό, και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ , και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίο το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Ετέρωθεν, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1933 και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή του με το ν. 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρησης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων , είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για το σκοπό αυτό.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ίδιου νόμου (1969/1991) προκύπτει ότι η περιουσία αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ κα προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα.

Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερή καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζας) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του ίδιου νόμου 1989/1991, σε περίπτωση ασφαλίσεως ζωής μπορούσε να συμφωνηθεί ότι η ασφαλιστική αποζημίωση δεν θα καταβάλλεται σε μετρητά, αλλά με τη μεταβίβαση στο δικαιούχο αριθμού μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ή μετοχών εταιρειών επενδύσεως χαρτοφυλακίου.

Στο πλαίσιο της πιο πάνω διάταξης αλλά και εκείνων των άρθρων 13 παρ. 2 περ.

ΙΙΙ και 13 γ' του Ν.Δ. 400/1979 οι ασφαλιστικές εταιρείες διέθεταν ως ασφαλιστικά προϊόντα και ασφαλίσεις ζωής, στις οποίες οι προβλεπόμενες παροχές καθορίζονταν από την αξία μονάδων, συνδεομένων με μια συγκεκριμένη αξία μεριδίων αμοιβαίων ή εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων, που οργάνωναν και διαχειρίζονταν οι ίδιες ασφαλιστικές εταιρείες ως οιονεί αμοιβαία κεφάλαια (ασφαλιστήρια ζωής).

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία για την εκπλήρωση του έργου της διάθεσης των πιο πάνω ασφαλιστικών επενδυτικών προϊόντων (όπως άλλωστε γινόταν και με τη μεσολάβηση στη σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου του ν. 1969/1991), μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης, επιτρεπτής πληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων και πρακτόρων, παράλληλα και εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 2170/1993, και του νόμου 1569/1985, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 παρ.1 και 2 του π.δ. 298/1996 "περί των ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών και παραγωγών ασφαλίσεων", οι οποίες στο σύνολό τους δεν απέκλειαν την λειτουργία της παράλληλης σχέσης, αφ' ενός ασφαλιστικού συμβούλου συνδεόμενου με σύμβαση έργου, με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και αφ' ετέρου ιδιαίτερης παραγωγικής συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των πελατών τους για την αγορά ασφαλίσεων ζωής συνδεομένων κατά την προαναφερθείσα έννοια με την αξία των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1425/2007, ΑΠ 1507/2005), ή εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων που οργανώνουν και διαχειρίζονται οι ίδιες ασφαλιστικές εταιρείες ως οιονεί αμοιβαία κεφάλαια.

Περιεχόμενο της ανατεθείσας στον ασφαλιστικό σύμβουλο ως αντιπρόσωπο της υπηρεσίας στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής πληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων αγοράς των παραπάνω ασφαλίσεων ζωής, όσο συνδεόταν με την αξία μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε η είσπραξη των ασφαλίστρων με την μορφή προκαταβολής τους στο όνομα και διά χειρός του ασφαλιστικού συμβούλου, το δε αντικείμενό της μεταξύ της συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου στη διάθεση των ασφαλιστηρίων, δηλαδή στην ενημέρωση του πελάτη επενδυτή, στην παροχή σ' αυτόν οικονομικοτεχνικών συμβουλών και τη διαβίβαση της εντολής στην ασφαλιστική εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεσή της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης προς αυτήν.

Πάντως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος με την ιδιότητα εκείνη του αντιπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρείας ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον υποψήφιο πελάτη επενδυτή παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης ασφάλισης ζωής μέσω της αξίας μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ' άρθρο 922 ΑΚ και την αντιπροσωπευόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίστατο στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση των ασφαλίστρων σύναψης της σύμβασης που κατέβαλε σ' αυτόν ο επενδυτής ατομικά, καίτοι με βάση τη μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του αντιπροσώπου της σύμβασης δεν παρεχόταν στον τελευταίο τέτοιο δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή ο αντιπρόσωπος, καταχρώμενος την υπηρεσία του υπερβαίνει τα καθήκοντά του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή συμβατική απαγόρευση είσπραξης ατομικά του τιμήματος διάθεσης των πιο πάνω ασφαλιστηρίων (ασφαλίστρων), η κατάχρηση δε αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ' αυτόν ευθύνης διαμεσολάβησης της σύναψης ασφάλισης ζωής με την έννοια που προαναφέρθηκε ( ΑΠ 331/2010, ΑΠ 337/2010).

Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος η ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως "προστηθείς", για αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου αυτού (922 ΑΚ) προκύπτει, ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Από την ίδια επίσης διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1507/2005, ΑΠ926/2004, ΑΠ 1876/1999).

Τέλος, από το άρθρο 300 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην περίπτωση ευθύνης προστήσασας ασφαλιστικής εταιρείας από υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος ασφαλιστή στη διάθεση των πιο πάνω ασφαλιστηρίων, όπως άλλωστε και προκειμένου για τη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων, που τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων του και κατά παράβαση των εντολών που του είχαν δοθεί, συνάγονται τα εξής:

Σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιο ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτoύ του πταίστη, θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (ζημία), και έτσι παρέλειψε αυτός να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 1537/2002).

Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια , υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 35/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ScoplifeΑνώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", η οποία έχει ήδη απορροφηθεί λόγω συγχώνευσης από την ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλειών ζωής και λοιπών ασφαλειών και εν γένει επενδυτικών συμβάσεων (αμοιβαία κεφάλαια), η οποία διατηρούσε στη Ρόδο επί της οδού ...

υποκατάστημα, στο οποίο από το έτος 1995 εργαζόταν ο πρώτος εναγόμενος Γ. Σ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ως υπάλληλός της και δη ως υποδιευθυντής, με καθήκοντα μεταξύ άλλων τη διαμεσολάβησή του για την επένδυση χρημάτων τρίτων σε ασφαλίσεις ζωής ισόβιας διάρκειας, με εφάπαξ καταβολή ασφαλίστρων, των οποίων το κεφάλαιο συνδέεται με επενδύσεις σε διεθνή αμοιβαία κεφάλαια, με την ειδικότερη ονομασία BonusPortofolio, τις οποίες η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία περιελάμβανε στα προϊόντα της, ήταν δε ένας εκ των καλυτέρων συνεργατών της με προσωπικό γραφείο στο ως άνω υποκατάστημά της στη Ρόδο.

Για τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, αυτός ελάμβανε οδηγίες από τη δεύτερη εναγομένη και τελούσε υπό την επίβλεψη των νομίμων εκπροσώπων και λοιπών οργάνων της. Η τελευταία εφοδίαζε αυτόν με έντυπες αιτήσεις συμμετοχής στην επενδυτική ασφάλιση BonusPortofolio, στις οποίες ήταν τυπωμένες μεταξύ άλλων η επωνυμία της, ειδικό ερωτηματολόγιο, που έπρεπε υποχρεωτικά να συμπληρώνουν οι επενδυτές και στην πρώτη σελίδα ο αύξων αριθμός της αίτησης.

Κάθε αίτηση συνοδευόταν από ταυτάριθμη απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων, κατά τη συμπλήρωση δε των εντύπων ο πρώτος εναγόμενος χρησιμοποιούσε τον ειδικό κωδικό αριθμό ... που του είχε χορηγήσει η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Η τελευταία είχε δώσει ρητές οδηγίες των καθηκόντων του, διατάσσοντάς τον να μην εισπράττει μετρητά για τις καταβολές που έκαναν οι πελάτες της για την κατάρτιση ασφαλιστικού συμβολαίου.

Μεταξύ των πελατών της δεύτερης εναγομένης στη Ρόδο ήταν και ο ενάγων, ο οποίος κατόπιν επαφών και συνεννοήσεων με τον πρώτο εναγόμενο, την 22-4-1997 υπέγραψε την έντυπη αίτηση που του έδωσε ο τελευταίος στην οποία αναγράφεται ο ως άνω ασφαλιστικός κωδικός αριθμός του ... και η επωνυμία της δεύτερης εναγομένης και κατέβαλε το ποσό των 1.000.000 δραχμών.

Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβε το υπ' αριθμ. ... επενδυτικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ισόβιας ασφάλειας ζωής (Activeplan) με περιοδικό ασφάλιστρο 514.560 δραχμές και βασικό ασφάλιστρο 1.000.000 δραχμές, στο οποίο (συμβόλαιο) αναγράφεται η επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, έχει τεθεί σφραγίδα της και φέρει τις υπογραφές του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου D.

E. W. του διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή Ι. Τ.. Αφού έμεινε ικανοποιημένος από την επένδυσή του αυτή, αποφάσισε περί τον Φεβρουάριο του 1998 να καταρτίσει και ένα δεύτερο επενδυτικό συμβόλαιο με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για το ποσό των 7.000.000 δραχμών. Προς τούτο την 17.2.1998 έκανε ανάληψη από τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό του, που τηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα, του ποσού των 6.980.000 δραχμών, πρόσθεσε ακόμα 20.000 δραχμές και με το ποσό αυτό των 7.000.000 δραχμών σε μετρητά μετέβη στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης στη Ρόδο, όπου μαζί με τον πρώτο εναγόμενο μετέβησαν στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, όπου αυτός (ενάγων) κατέθεσε, ύστερα από υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, στον υπ' αριθμ....

λογαριασμό που τηρούσε ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος) στην εν λόγω τράπεζα, το ποσό των 7.000.000 δραχμών. Αμέσως μετά την κατάθεση των χρημάτων, ο πρώτος εναγόμενος πήρε στα χέρια του το σχετικό αποδεικτικό κατάθεσης και στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης, παρέδωσε στον ενάγοντα την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων ποσού 7.000.000 δραχμών, στην οποία (απόδειξη) αναγράφεται ο ανωτέρω ασφαλιστικός κωδικός αριθμός ...

και η επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, και ύστερα από λίγες ημέρες του παρέδωσε την υπ' αριθμ. .../... πρόσθετη πράξη καταβολής πρόσθετων ασφαλίστρων BonusPortofolio, με τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε λάβει το πρώτο επενδυτικό πρόγραμμα που είχε καταρτίσει την 23.4.1997 με πρόσθετο μικτό ασφάλιστρο 7.000.000 δραχμές, στην οποία (πρόσθετη πράξη) αναγράφεται η επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, έχει τεθεί η σφραγίδα της και φέρει τις υπογραφές του προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου D.

E. W. του διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή της Ι. Τ., διαβεβαιώνοντάς τον κατ' αυτόν τον τρόπο ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) είχε την εντολή από τη δεύτερη εναγομένη είσπραξης ασφαλίστρων και ότι είχε ήδη προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες προς την τελευταία (δεύτερη εναγομένη), προς την οποία εκείνος δήθεν είχε καταβάλει το πιο πάνω εισπραχθέν ποσό, ώστε να καταρτισθεί η πρόσθετη αυτή πράξη καταβολής πρόσθετων ασφαλίστρων, ισόβιας ασφάλειας ζωής BonusPortofolio, με πρόσθετο μικτό ασφάλιστρο 7.000.000 δραχμές.

Ο ενάγων τον Απρίλιο του 1998 αποφάσισε να καταρτίσει νέο τρίτο επενδυτικό πρόγραμμα. Προς τούτο την 23.4.1998 έκανε ανάληψη από τον ως άνω (υπ' αριθμ. ...) λογαριασμό του στην Αγροτική Τράπεζα ποσού 25.000.000 δραχμών και αυθημερόν (23.4.1998) μετέβη στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης, όπου υπέγραψε την έντυπη αίτηση που του έδωσε ο πρώτος εναγόμενος στην οποία αναγράφεται "Αίτηση επενδυτικής ασφάλισης BonusPortofolio" και ο ως άνω ασφαλιστικός κωδικός αριθμός ...

και την ίδια ημέρα μαζί με τον τελευταίο (πρώτο εναγόμενο) μετέβησαν στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Ρόδο, όπου αυτός (ενάγων) κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που του υπέδειξε ο πρώτος εναγόμενος. Αμέσως μετά την κατάθεση των χρημάτων ο τελευταίος πήρε στα χέρια του το σχετικό αποδεικτικό κατάθεσης, και ύστερα από λίγες ημέρες παρέδωσε στον ενάγοντα το υπ' αριθμ. ...

επενδυτικό νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ισόβιας ασφάλειας ζωής BonusPortofolio συνολικού ασφαλίστρου 25.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο ενάγων τον Απρίλιο του 1999 αποφάσισε να καταρτίσει νέο τέταρτο επενδυτικό πρόγραμμα με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Προς τούτο την 19.4.1999 έκανε ανάληψη του ποσού των 4.000.000 δραχμών και την 20.4.1999 του ποσού των 555.385 δραχμών από τον ανωτέρω λογαριασμό του στη Αγροτική Τράπεζα και την 26.4.1999 μετέβη στο κατάστημα της τελευταίας στη Ρόδο, όπου κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο σε μετρητά το ποσό των 4.400.000 δραχμών.

Ταυτόχρονα ο τελευταίος του παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων ποσού 4.400.000 δραχμών, στην οποία (απόδειξη) αναγράφεται ο παραπάνω ασφαλιστικός κωδικός αριθμός ... και η επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, διαβεβαιώνοντάς τον ότι αμέσως θα προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες προς τη δεύτερη εναγομένη, στην οποία εκείνος θα κατέβαλε το εισπραχθέν ποσό των 4.400.000 δραχμών ώστε να καταρτισθεί η νέα σύμβαση, και ότι, όπως είχε συμβεί και τις προηγούμενες φορές θα ελάμβανε ύστερα από λίγες ημέρες και το αντίστοιχο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο ενάγων όμως δεν παρέλαβε τέτοιο συμβόλαιο.

Οι παραπάνω διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου (Γ. Σ.), αφενός περί της εξουσίας του να εισπράττει ασφάλιστρα των επενδυτών πελατών της δεύτερης εναγομένης και αφετέρου περί της άμεσης αποστολής των ως άνω ποσών στη δεύτερη εναγομένη και δη των 7.000.000 δραχμών που κατέθεσε ο ενάγων στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Ρόδο στον τραπεζικό λογαριασμό αυτού (πρώτου εναγόμενου) που του υπέδειξε ο ίδιος και των 4.400.000 δραχμών που ο ενάγων κατέβαλε σε μετρητά στα χέρια του (πρώτου εναγόμενου), ήταν ψευδείς, αφού αυτός είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί παράνομα τα ποσά αυτά, με αποτέλεσμα η δεύτερη εναγομένη όταν περί τα τέλη Ιουνίου 1999, έγινε γνωστό στην κοινωνία της Ρόδου ότι ο πρώτος εναγόμενος (Γ.

Σ.) είχε ιδιοποιηθεί παράνομα εισπραχθέντα ασφάλιστρα για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ότι πολλά επενδυτικά συμβόλαια που είχαν καταρτισθεί με τη διαμεσολάβησή του ήταν πλαστά, δεν βρέθηκε στα αρχεία της δεύτερης εναγομένης, η παραδοθείσα στον ενάγοντα υπ' αριθμ. ...

απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων ποσού 7.000.000 δραχμών, η οποία προφανώς καταρτίσθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, και δεν είχαν ποτέ καταβληθεί στο ταμείο της δεύτερης εναγομένης τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 7.000.000 δραχμών και 4.400.000 δραχμών, ενώ η τελευταία δεν αμφισβήτησε από τα προαναφερθέντα τέσσερα επενδυτικά προγράμματα του ενάγοντος το πρώτο ποσού 1.000.000 δραχμών και τρίτο ποσού 25.000.000 δραχμών, έκτοτε δε η δεύτερη εναγομένη αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα το εν λόγω συνολικό ποσό των 11.400.000 δραχμών.

Με βάση όλα τα ανωτέρω περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος το ποσό αυτό των 11.400.000 δραχμών στον πρώτο εμαγόμενο, αποκλειστικώς και μόνον για τον προμνημονευόμενο επενδυτικό σκοπό στη δεύτερη αναγομένη. Η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της δράσης του ως υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης συνιστά υπαίτια, παράνομη και ποινικά κολάσιμη πράξη και δη σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα το αδίκημα της απάτης.

Ως εκ τούτου η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, καθόσον η δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος προκάλεσε την πιο πάνω ζημία στον ενάγοντα, ήταν στο πλαίσιο της εκ της δεύτερης εναγομένης προς αυτόν ανάθεσης διεκπεραίωσης των υποθέσεών της και η ως άνω παράνομη συμπεριφορά του τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τα καθήκοντά του, καθώς και προς την επελθούσα ως άνω ζημία του ενάγοντος.

Γι' αυτό το λόγο η δεύτερη εναγομένη από την παραπάνω σχέση της πρόστησης, από την οποία αυτή, ως προστήσασα, ευθύνεται αντικειμενικά για την παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος πρώτου εναγομένου και έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του ενάγοντος, που συνίσταται στη μείωση της περιουσίας του κατά το ποσό των 11.400.000 δραχμών ήτοι 33.456 ευρώ, που δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει χωρίς πρόστηση, και ο ζημιωθείς ενάγων δεν γνώριζε την κατάχρηση υπηρεσίας του προστηθέντος πρώτου εναγομένου, ούτε όφειλε να την γνωρίζει, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης της εκκαλούσας.

Η ένσταση της δεύτερης εναγομένης, που προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και την οποία επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με σχετικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα, ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης της δεύτερης εναγομένης, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ) κατά ποσοστό 99%, διότι ο πρώτος εναγόμενος παρά τις οδηγίες και εντολές της εισέπραξε τα ασφάλιστρα, ενώ τα καθήκοντά του συνίσταντο μόνο στην κατάρτιση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ο δε ενάγων γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος εστερείτο της εξουσίας είσπραξης των ασφαλίστρων.

Για τη θεμελίωση της άνω ένστασης επικαλείται ότι στις υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων παρ' ότι αναφερόταν με κόκκινη σφραγίδα "Προσοχή η απόδειξη ισχύει μόνο αν συνοδεύεται από φωτοτυπία της τραπεζικής επιταγής σε διαταγή της Scoplife", ο ενάγων συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας του με δικό του πταίσμα κατά ποσοστό 99% που κατέβαλε το χρηματικό ποσό των ασφαλίστρων σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου.

Η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω τρόπος καταβολής ασφαλίστρου, αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας κατά την υπογραφή των προμνημονευόμενων από 22.4.1997 και 23.4.1998 εντύπων αιτήσεων της δεύτερης εναγομένης από τον ενάγοντα, ώστε να συνετέλεσε ο τελευταίος στη επέλευση της ζημίας του με δικό του πταίσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι ο ενάγων γνώριζε ή υπαιτίως αγνοούσε τον τρόπο καταβολής των ασφαλίστρων στη δεύτερη εναγομένη, ούτε και ο με επιμέλειά της εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας κατέθεσε ότι ο ενάγων γνώριζε, ότι έπρεπε να εκδώσει τραπεζική επιταγή εις διαταγή της δεύτερης εναγομένης ή να καταθέσει το ποσό των ασφαλίστρων σε ταπεζικό λογαριασμό της.

Πλέον αυτών, ενόψει των παραπάνω συνθηκών που τελέσθηκε εις βάρος του ενάγοντος η προπεριγραφόμενη αδικοπραξία, του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, της βαρύτητας του πταίσματος (κακουργήματος) του προστηθέντοςαδικοπραγήσαντος πρώτου εναγομένου (Γ. Σ.), της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος, αυτός υπέστη ηθική βλάβη και, πρέπει να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίησή του, το ποσό των 4000 ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων, κρίνεται εύλογο, γενομένης έτσι δεκτής ως ουσία βάσιμης της αγωγής.

Συνακόλουθα όλων των προεκτεθέντων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηρίζοντες, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, ελέγχονται αβάσιμοι και απορριπτέοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη>>.

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την ευθύνη πρόστησης της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναρεσείουσα και την υποχρέωση της τελευταίας προς αποζημώση του ενάγοντος για την ζημία την οποία υπέστη, καθώς και την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ, 16 παρ. 4 του Ν. 1569/1985, καθόσον τα ανελέγτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του αυτό. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με τις παραδοχές της που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς.

Και τούτο διότι, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται πιο πάνω, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), κατά το μέρος του αυτό.

Ειδικότερα, το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του δέχθηκε: 1) τη μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ScoplifeΑνώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής ΑΕΑΕΖ", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχωνεύσεως, είναι η αναιρεσείουσα, και του πιο πάνω αρχικά πρώτου εναγομένου Γ. Σ., σχέση αλυσιδωτής επάλληλης αντιπροσώπευσης στην ανεύρεση επενδυτών προς το σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από την άνω ασφαλιστική εταιρεία των πιο πάνω ειδικών επενδυτικών προϊόντων - ασφαλιστηρίων συνδεόμενων με πρόγραμμα διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με τη συνδρομή χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης, δηλαδή της ύπαρξης ρητής απαγόρευσης από τη σύμβαση στο πρόσωπο του αντιπροσώπου Γ.

Σ. κατά την εκπλήρωση των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων στο να εισπράξει επ' ονόματί του το τίμημα της αγοράς των ασφαλιστηρίων (ασφαλίστρων) και την υποχρέωση του ίδιου του αντιπροσώπου στο να τηρεί την ίδια απαγόρευση στην λειτουργία της ίδιας σχέσης αντιπροσωπείας, και ότι αυτή η σχέση δημιουργήθηκε και στηρίχθηκε στην προϋπάρχουσα, μεταξύ της συγχωνευθείσας στην αναιρεσείουσα ασφαλιστικής εταιρείας και του Γ.

Σ., σχέση ασφαλιστικού συμβούλου (ασφαλειομεσίτη) και παράλληλα και ανεξάρτητη απ' αυτή. 2) την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του ως άνω αντιπροσώπου Γ. Σ., στον οποίο είχε διαθέσει η άνω ασφαλιστική εταιρεία γραφείο στο υποκατάστημά της στη Ρόδο και τον χαρακτήριζε ως υποδιευθυντή, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ της παράνομης, ιδιοποίησης με προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά των χρηματικών ποσών που παρέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος την 17-2-1998 και την 26-4-1999 κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, τα οποία ανέρχονται σε 11.400.000 δραχμές, για την περαιτέρω παράδοση τους στη συνέχεια στην προρρηθείσα ασφαλιστική εταιρεία, έναντι της τιμής διάθεσης των προαναφερθέντων επενδυτικών ασφαλιστηρίων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, την αγορά των οποίων παρήγγειλε αμέσως κατά την καταβολή των χρημάτων, επίσης μέσω του πιο πάνω αντιπροσώπου, υπογράφοντας τη σχετική έντυπη αίτηση που του παρέδωσε ο τελευταίος, στην ασφαλιστική εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, 3) ότι η πιο πάνω ενέργεια του αντιπροσώπου στο σύνολό της νοούμενη, δηλαδή ενημέρωση, και υπόδειξη ως προς τον αναιρεσίβλητο για την υποβολή της αίτησης, έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και βρίσκεται σε συνάφεια προς αυτήν και τα καθήκοντά του (διαμεσολάβηση για την ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των ασφαλιστηρίων - αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και ενημέρωσή τους, συμπλήρωση των απαραίτητων αιτήσεων και διαβίβασή τους στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία), ανεξάρτητα και πλέον των καθηκόντων του ως ασφαλιστικού συμβούλου (ασφαλειομεσίτη), για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβολαίων που δεν συνδέονταν με προγράμματα διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Αναφορικά δε, ειδικά ως προς την είσπραξη των χρημάτων εκ μέρους του αντιπροσώπου Γ. Σ. (τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε), δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τελέσθηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του από τη λειτουργούσα με την ασφαλιστική εταιρεία "ScoplifeΑ.Ε.Α.Ε.Ζ.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα.

Mε αυτά τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η σχέση της αντιπροσωπείας μεταξύ της άνω ασφαλιστικής εταιρείας και του αντιπτοσώπου της Γ. Σ., που αδικοπράγησε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόστησης με το πιο πάνω εσωτερικό περιεχόμενό της, αλλά και η σχέση αυτή σε συνδυασμό με τη θέση, τις ευκαιρίες και τα μέσα που παραχωρήθηκαν εξ αφορμής της στον αδικοπραγήσαντα αντιπρόσωπο, υπήρξαν το αναγκαίο μέσο για την παράνομη αυτή είσπραξη και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στην συγκεκριμένη περίπτωση συμβατική σχέση της αντιπροσωπείας που βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την έννοια της σχέσης αυτής ως πρόστησης.

Με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με τη βασική αιτιολογία ότι η μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, και του Γ.

Σ. ιδιαίτερη σύμβαση που τους συνέδεε, κατά τη διάθεση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων χαρακτηριζόταν ως σχέση πρόστησης, ανεξάρτητη από την λειτουργούσα παραλλήλως σχέση ασφαλειομεσιτείας, που είχε το χαρακτήρα της σύμβασης έργου, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 του ΑΚ, ως προς την έννοια της πρόστησης, προσδίδοντας σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, αλλά ούτε και εκ πλαγίου γιατί η ίδια απόφαση στο διατακτικό της πόρισμα έχει την αναγκαία νομική βάση, αφού τα εκτιθέμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 922 ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, δηλαδή για την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής του αναιρεσίβλητου λόγω της ύπαρξης των στοιχείων της πρόστησης.

Εξ άλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συμβατικά ειδικά προβλέφθηκε μεταξύ της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας και του Γ. Σ. κατά τη λειτουργία της μεταξύ τους αυτοτελούς σύμβασης ανάθεσης στον τελευταίο της διαμεσολάβησης για τη διάθεση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων, η υποχρέωση του τελευταίου στο να μην εισπράττει ατομικά και επ' ονόματί του το προϊόν αγοράς των πιο πάνω προϊόντων, την οποία (υποχρέωση) και παρέβη κατά την αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αρκούσαν για την κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποία είναι η αναιρεσείουσα, και του Γ.

Σ., ανεξάρτητα από το ότι παρόμοια υποχρέωση προβλεπόταν ρητά και από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν. 1569/1985, που αφορούσε όμως την παραλλήλως και αυτοτελώς λειτουργούσα σχέση ασφαλειομεσιτείας και όχι και εκείνη της διάθεσης των επενδυτικών ασφαλιστηρίων ζωής και επομένως ούτε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν. 1569/1985, παραβίασε το Εφετείο ευθέως ή εκ πλαγίου.

Περαιτέρω το Εφετείο, με το να απορρίψει κατ' ουσίαν, την υποβληθείσα νομίμως από την αναιρεσείουσα ένσταση, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας του, διότι ο πρώτος εναγόμενος Γ. Σ., παρά τις οδηγίες και εντολές της απορροφηθείσης απ' αυτήν εναγομένης εταιρίας, εισέπραξε τα ως άνω ασφάλιστρα, και ο ενάγων κατέβαλε σε τούτον αυτά, ενώ τα καθήκοντά του συνίσταντο μόνο στην κατάρτιση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση των ίδιων αυτού ζημιογόνων συνεπειών, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να μη δικαιολογείται η παραδοχή της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας.

Περιέλαβε δε στην απόφαση του το Εφετείο, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, οι οποίες δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως αναιρεσείουσας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ. Ειδικότερα, αρκούσαν προς τούτο, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα τρόπος καταβολής του ασφαλίστρου (στον οποίο εντοπίζει το πταίσμα του ενάγοντος), δεν αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας κατά την υπογραφή των προμνημονευομένων από 22-4-1997 και 23-4-1998 εντύπων αιτήσεων της δεύτερης εναγομένης (απορροφηθείσης από την αναιρεσείουσα διά συγχωνεύσεως) από τον ενάγοντα, ώστε να συντέλεσε ο τελευταίος στην επέλευση της ζημίας του με δικό του πταίσμα, και ότι, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο ενάγων γνώριζε ή υπαιτίως αγνοούσε τον τρόπο καταβολής των ασφαλίστρων στη δεύτερη εναγομένη, αντίθετα μάλιστα είχε πεισθεί από τη διαβεβαίωση του Γ.

Σ., ότι του παρείχετο απ' αυτήν το δικαίωμα να εισπράττει για λογαριασμό της τα εν λόγω ασφάλιστρα, γεγονός που δεν μπορούσε να δημιουργήσει υποχρέωση στον ενάγοντα να απέχει από τις ως άνω επενδυτικές συμβάσεις, ενόψει και των προηγηθεισών τοιούτων οι οποίες είχαν διεκπαιρεωθεί κανονικά, ώστε να συντρέχει πταίσμα του ίδιου (ενάγοντος) στην προκληθείσα απ' αυτές ζημία του.

Προς τούτο δε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ούτε ο με την επιμέλειά της καθολικής διαδόχου της αναιρεσείουσας εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας κατέθεσε, αν ο ενάγων γνώριζε ότι έπρεπε να εκδώσει τραπεζική επιταγή εις διαταγή της δεύτερης εναγομένης ή να καταθέσει το ποσό των ασφαλίστρων σε τραπεζικό λογαριασμό της.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμ ούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω (δεύτερος και τρίτος) λόγοι αναιρέσεως κατά την σ` αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα της πρόστησης του Γ.

Σ. από την απορροφηθείσα από την αναιρεσείουσα εταιρία, καθώς και του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας του από τις προαναφερόμενες επενδυτικές συμβάσεις και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.