Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing irrelevant arguments and improper calculation of client fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a car dealership contract dispute. The appellants argued for contract invalidity and damages, but the court found their procedural arguments inadmissible and their substantive claims unsupported by evidence. The court ruled that the lower court correctly calculated client fees based on actual commissions earned and that the remaining appeal grounds were legally irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 12 lit. a of Law 1157/1981; Art. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The appeal is dismissed because the appellant's arguments are inadmissible due to the lower court's correct application of substantive law regarding client fee compensation and the irrelevance of other cited procedural violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1764 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΟΥΤΟ ΝΤΗΛ Π.&.Ρ.ΔΑΒΑΡΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο Ν.Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. .... και 3.... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Πελεκάνο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ... και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Στυλιανό Γρηγορίου .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5468/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 7494/2006 προδικαστική και 3820/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2007 αίτησή τους και τους 9-10-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 31-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατo την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 33/96). Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο προεδρεύων του Αρείου Πάγου με πράξη του από 13.07.2007 όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Α2' πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου και δικάσιμο για τη συζήτησή της την 10.11.2008.
Οι αναιρεσείοντες, την 10η Οκτωβρίου 2008 κατέθεσαν στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το με χρονολογία 9 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Επομένως η κατά τα άνω τριακονθήμερη προθεσμία έληγε την 9η Οκτωβρίου 2008 η οποία όπως από το ημερολόγιο προκύπτει συμπίπτει με ημέρα Κυριακή και η προηγούμενη αυτής ήταν ημέρα Σάββατο και ως εκ τούτου η προθεσμία για την άσκηση προσθέτων λόγων έληγε την 19.00 ώρα της 10ης Οκτωβρίου 2008 ημέρα της δικασίμου που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης.
Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι) Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 4, 5, 6 και 8 παρ.1 του Π.Δ. 219/1991, που εκδόθηκε σε εναρμόνιση με την 86/653/Οδηγία ΕΟΚ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο κατάρτισης της θεμελιωτικής των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας, μικτής σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής, (1999), μετά δηλαδή την τροποποίησή του με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, συνάγεται ότι, τόσο η ρυθμιζόμενη με το άνω Π.Δ/γμα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δηλαδή εκείνη που ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ως ανεξάρτητος μεσολαβητής αναλαμβάνει, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων ή και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, όσο και η μη ειδικώς ρυθμιζόμενη ιδιόρρυθμη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας ο παραγωγός ή χονδρέμπορος υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς στον διανομέα για μια ορισμένη περιοχή τα συμβατικά προϊόντα, τα οποία ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με δικό του επίσης επιχειρηματικό κίνδυνο και επί της οποίας συμβάσεως αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άνω Π.Δ/τος, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καταρτίζονται ατύπως, αφού το "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 εδ.β του Π.Δ. 219/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ. 312/1995, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, μη υποκειμένη στον κατά το άρθρο 393 παρ.1 ΚΠολΔ περιορισμό της απόδειξης εγγράφως, διότι, εφενός μεν η αξία των εκατέρωθεν αξιώσεων, που γεννώνται από τη λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας- διανομής, δεν είναι καθορισμένη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, αφετέρου δε πρόκειται για αμφιμερώς εμπορική σύμβαση η απόδειξη της οποίας επιτρέπεται και με μάρτυρες, κατά το άρθρο 394 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο κυρίως η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι εγκύρως καταρτίστηκε η μεταξύ των διαδίκων μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής, χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου από το άρθρο 8 παρ.1 εδ,β του άνω Π.Δ/τος 219/91 εγγράφου συστατικού τύπου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη καθώς και εκείνες των άρθρων 158-160 και 180 ΑΚ,(πρώτο σκέλος) και, επικουρικώς, ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη προς απόδειξη της άνω σύμβασης μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια (δεύτερο σκέλος), είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο πριν την τροποποίησή του με το ν.3557/07, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού -οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (άρθρ. 11 παρ. 2)- εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α πδ 219/1991) και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρ. 1 παρ. 2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. 'Ετσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και ως εκ τούτου υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά, υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Στο πλαίσιο δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος (αντιπρόσωπος) καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά.
Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι, έτσι φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.
Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. (ΔΕΚ Υποθ.
C-85/2003). Από αυτά παρέπεται ότι, σε περίπτωση μικτής σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής, η τελευταία των οποίων ομοιάζει, κατά τα άνω, χωρίς να ταυτίζεται πλήρως, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, για μεν τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας εφαρμόζονται ευθέως για δε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής αναλογικώς, οι διατάξεις του ΠΔ/τος 219/1991, μεταξύ των οποίων και εκείνες του άρθρου 8 που ρυθμίζουν τα της καταγγελίας και του άρθρου 9 που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις και το ποσό της οφειλομένης ειδικής αποζημίωσης πελατείας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' εκτίμηση, ως αποδειχθέντα και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με άτυπη σύμβαση, αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, περί τα μέσα του έτους 1999, συμφωνήθηκε αφενός μεν ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) θα αντιπροσωπεύει αποκλειστικά σε μία καθορισμένη γεωγραφική περιοχή,(...) τα προϊόντα εμπορίας της εναγομένης (αρχικώς αυτοκίνητα οχήματα μάρκας ΚΙΑ και μετέπειτα αυτοκίνητα τύπου HYUNDAΙ) τα οποία θα μεταπωλεί για λογαριασμό της εναγομένης, αφετέρου δε θα προμηθεύεται αποκλειστικά από την εναγομένη, με μειωμένες τιμές και θα μεταπωλεί για λογαριασμό της, στην ιδία γεωγραφική περιοχή, αυτοκίνητα οχήματα και ανταλλακτικά αυτών των άνω τύπων, αποκομίζοντας κέρδος από τη διαφορά τιμής προμήθειας και πώλησης, υποχρεουμένης της ενάγουσας (διανομέα- αντιπροσώπου) να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες της αντιπροσωπευομένης (εναγομένης), της οποίας αποτελούσε μέρος του δικτύου διανομής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτών.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται, ότι η ενάγουσα, για την εκτέλεση των άνω συμβατικών της υποχρεώσεων, μίσθωσε ακίνητο στην περιοχή της ..., το οποίο διαμόρφωσε με δαπάνη της σε χώρο έκθεσης των συμβατικών προϊόντων, αποθήκη ανταλλακτικών αυτών και συνεργείο επισκευής των αυτοκινήτων. Ότι η μεταξύ των διαδίκων ως άνω αορίστου χρόνου σύμβαση εμπορικής συνεργασίας λειτούργησε ομαλώς μέχρι τις 25.07.2002, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 8 ΠΔ 219/1991, τα αποτελέσματα δε της καταγγελίας αυτής (λύση της σύμβασης) επήλθαν μετά τρίμηνο ήτοι την 26.10.2002.
Ότι στην καταγγελία αυτή προέβη η εναγομένη, ασκώντας καταχρηστικώς το δικαίωμά της, επειδή η ενάγουσα ανήθηκε να συναινέσει στην έναντι τιμήματος 600.000.000 δρχ. εξαγορά της επιχείρησής της από εκείνη (εναγομένη), τίμημα που υπολείπετο κατά πολύ της πραγματικής της αξίας, προσέτι δε έταξε ως προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας τρίμηνο, που προβλέπεται από το άρθρο 8 ΠΔ/τος 219/1991, ενώ σε όλες τις άλλες συμβάσεις αντιπροσωπείας που είχε συνάψει με άλλες αντιπροσώπους -διανομείς έθεσε ως προθεσμία λύσεως αυτών έτος από της καταγγελίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι μικτή, εν μέρει σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας οχημάτων και ανταλλακτικών της εμπορίας της εναγομένης και εν μέρει σύμβαση αποκλειστικής διανομής των αυτών οχημάτων, ανταλλακτικών και υπηρεσιών συνεργείου επισκευής, δεχθέν επιπλέον ότι η ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ομοιάζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού η επιχείρηση της ενάγουσας ήταν εντεταγμένη στο δίκτυο πωλήσεων αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και υπηρεσιών συνεργείου επισκευής της εναγομένης, η ενάγουσα υποχρεούτο ο διανομέας να συμμορφώνεται με τις εκάστοτε εγκυκλίους οδηγίες της εναγομένης και να προμηθεύεται από αυτή και διαθέτει περαιτέρω προς πώληση, είτε επ' ονόματι και για λογαριασμό της τελευταίας είτε στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, μόνο αυτοκίνητα και ανταλλακτικά της εμπορίας της εναγομένης (αυτοκίνητα τύπου ΚΙΑ και HYUNDAI και ανταλλακτικά αυτών).
Ακολούθως το Εφετείο εφάρμοσε ευθέως μεν όσον αφορά τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αναλογικά δε όσον αφορά τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, τις διατάξεις του ΠΔ/τος 219/1991, και, δεχθέν ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη των αγωγή, επιδίκασε στην ενάγουσα αποζημίωση πελατείας, σύμφωνα με το άρθρο 9 του προαναφερομένου Π.Δ/τος. 'Ετσι που έκρινε ο Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Π.Δ/τος 219/1991 και επομένως οι 2ος, 3ος, 4ος και 6ος λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και 5ος από τον αριθμό 1 ιδίου κώδικα λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι παρά το νόμο εφάρμοσε ευθέως, ως προς τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Π.Δ/τος 219/1991 (2ος, 3ος και 5ος λόγοι), και ότι χωρίς αιτιολογίες εφάρμοσε αναλογικά τις άνω διατάξεις και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής (4ος και 6ος λόγοι), είναι αβάσιμοι.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 π.δ.291/91, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/93,88/94 και 312/95 προκύπτει, ότι για τη γέννηση της απαίτησης του εμπορικού αντιπροσώπου προς απόληψη, της προβλεπόμενης από αυτό "δίκαιης" αποζημίωσης, μετά τη λύση της σύμβασης, η οποία αποτελεί μελλοντική απαίτηση και προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, και από αδικαιολόγητο πλουτισμό, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων:
α) της εισφοράς νέων πελατών ή προαγωγής σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης και β) της διατήρησης ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο που προκύπτουν από τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης. Ως "εισφορά" νέων πελατών νοείται η προσέλκυση νέων πελατών, δηλαδή μη υπαρχόντων προηγουμένως, με τη δραστηριότητα του αντιπροσώπου, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες, νοείται, η όχι συνήθης αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών, με υπάρχοντες πελάτες- αγοραστές των συμβατικών προϊόντων.
Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευομένου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο αντιπρόσωπος, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του πελατολογίου του προηγούμενου αντιπροσώπου, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως εκ τούτου γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευομένου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευομένου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών.
Ούτε επίσης έχει έννομη σημασία η κατ'επιλογή του αντιπροσωπευομένου μη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με τους πελάτες (νέους η παλαιούς) που είχε προσελκύσει ο αντιπρόσωπος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν όρισε για την ίδια περιοχή αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή διανομέα, αφού στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα κατά τη λύση της σύμβασης δυνατότητα του αντιπροσωπευομένου να συνεχίσει τη συνεργασία του με τους πελάτες του αντιπροσώπου ακυρώνεται με τη βούληση του αντιπροσωπευομένου.
Τη συνδρομή των εν λόγω ουσιαστικών προϋποθέσεων της αξίωσης αποζημίωσης του αντιπροσώπου για απώλεια πελατείας, οφείλει να επικαλεσθεί ο ίδιος, ο οποίος βαρύνεται και με την απόδειξή τους. Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9§1 εδ.
α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7§1 του π.δ. 312/1995, για τον καθορισμό δε αυτής πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο αντιπρόσωπος διανομέας και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες του, το δε ποσό αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από αυτά παρέπεται ότι για τον υπολογισμό της εν λόγω ειδικής αυτής αποζημίωσης πελατείας λαμβάνονται υπόψη οι κάθε είδους προμήθειες που εισέπραξε ο αντιπρόσωπος από τη διαμεσολαβητική του δραστηριότητα και τις οποίες στερείται με τη λύση της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε πως κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα της ενάγουσας υπήρξε εισφορά νέων πελατών και διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών από την εναγομένη από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης και ειδικότερα, ότι κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της ένδικης σύμβασης η ενάγουσα εισέπραξε για κάθε είδους προμήθειες (από την πώληση των αυτοκινήτων, ανταλλακτικών, υπηρεσίες τεχνικής εξυπηρέτησης και bonus κλπ) το συνολικό ποσό των 346.611.022 δρχ.
ακολούθως δε προσδιόρισε την κατά το άνω άρθρο 9 Π.Δ/τος 219/1991 οφειλόμενη από την εναγομένη αποζημίωση πελατείας στο ποσό των 321.248,96 ευρώ που αναλογεί στον μέσο όρο των ετήσιων προμηθειών της ενάγουσας. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 Π.Δ/τος 219/1991 και επομένως οι περί του αντιθέτου 7ος, και 8ος λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Επειδή σε περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), αν έστω και μία απ' αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς. Στην προκειμένη περίπτωση, υπό την επίκληση παραβάσεων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο Εφετείο, που δέχθηκε ότι η γενόμενη από την εναγομένη καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι άκυρη και συνιστά αδικοπραξία, και οι εξής πλημμέλειες: α)ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες ι εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν.703/77 και 81.1 της Συνθήκης Ε.Κ. (9ος λόγος), β)ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις του Κανονισμού ΕΚ 1475/1995 καθώς και του Κανονισμού ΕΚ 1400/2002 ( 10ος, 11ος, 12ος και 13ος λόγοι). Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, αφού δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης η αυτοτελώς στηρίζουσα την κρίση του Εφετείου επάλληλη αιτιολογία, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έγινε από την εναγομένη κατά κατάχρηση δικαιώματος και επομένως συνιστά αδικοπραξίά κατά την έννοια των άρθρων 281 και 914 ΑΚ, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας επιδίκασε το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2007 αίτηση των α)της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΟΥΤΟ ΝΤΗΛ Π. & Π ΔΑΒΑΡΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" β) ... και γ) ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.3820/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ