Legislator Case Law & Legislation
1764/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability, citing lack of causation and procedural defects.

Case Number 1764/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding civil liability. The appellant argued that the lower court failed to consider his claims of defamation and negligence, while the respondent contended that the appellant's statements were not proven false and that the court properly assessed the economic circumstances. The court rejected these arguments, ruling that the appellant did not sufficiently substantiate his claims of fault or causation and failed to meet procedural requirements for raising specific defenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 336(4) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), (8) of the Code of Civil Procedure: Civil liability requires proven causal link between wrongful act and damage; appeals must clearly articulate specific legal grounds and factual assertions to be considered.

Keywords

AI generated
civil liability causal link appeal procedure defamation claim judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 367(2) of the Penal Code
Article 300 of the Civil Code
Article 262(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1764 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9424/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 1847/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζημίου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και η μεν κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ενώ αντιθέτως η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ άλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ.ΑΠ 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δικάζοντας την εκ του άρθρου 914 ΑΚ αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την διάδοση εις βάρος του ψευδών και εν γνώσει της αναληθείας τούτων δυσφημιστικών γεγονότων, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίλητος διετέλεσε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1986-1992, διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΒΕ Α.Ε.", θυγατρικής της ΕΤΒΑ, που είχε ως σκοπό της την έρευνα, ανάπτυξη και εκμετάλλευση του αμιαντορυχείου ....., καθώς και την εμπορία του άνω αμιάντου που παράγονταν, ο δε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υπήρξε κατά τη διάρκεια της θητείας του αναιρεσιβλήτου επί διετία περίπου (1989-1991) μέλος του Δ.Σ.

της ίδιας εταιρίας. Οι δύο τους, από το τέλος 1990 και μετά, βρίσκονταν σε διαρκή αντιδικία, όταν με αφορμή καταγγελίες και μηνύσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με παράνομες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ασκήθηκαν σε βάρος του τελευταίου ποινικές διώξεις για απιστία. Μία από τις περισσότερες κατηγορίες που εκκρεμούσαν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου μετά τις καταγγελίες του εναγομένου, εκδικάστηκε στις 29- 1-1997 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Σε αυτή όπως και στις προηγούμενες ποινικές δίκες με κατηγορούμενο τον αναιρεσίβλητο, ο αναιρεσείων παραβρέθηκε και συμμετείχε ως μάρτυρας κατηγορίας. Μετά το τέλος της διαδικασίας, η οποία ολοκληρώθηκε με την αθώωση του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο τελευταίος είχε εξέλθει από την αίθουσα του δικαστηρίου και βρισκόταν στον ισόγειο χώρο του δικαστικού μεγάρου μαζί με τους δικηγόρους του και τους μάρτυρες υπεράσπισης, ο αναιρεσείων απευθυνόμενος σε αυτόν από απόσταση 4-5 μέτρων περίπου, άρχισε να φωνάζει, λέγοντας "Ψ, πάλι πλήρωσες τους Δικαστές και σε αθωώσανε", τα δε λόγια του άκουσαν εκτός από τα προαναφερόμενα άτομα που συνόδευαν τον αναιρεσίβλητο και τρίτα πρόσωπα, που παρευρίσκονταν στον ίδιο χώρο, περιμένοντας την εκδίκαση των υπολοίπων υποθέσεων της δικασίμου και είχαν παρακολουθήσει τη διαδικασία που είχε προηγηθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

Το γεγονός αυτό που ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων για τον αναιρεσίβλητο ενώπιον τρίτων, προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του ως ανθρώπου, αλλά και ως επαγγελματία, αφού τον παρουσιάζει ως άνθρωπο ανέντιμο, χωρίς ηθικές αρχές, που προσπαθεί με παράνομους και πλάγιους τρόπους να απαλλαγεί των συνεπειών άλλων, επίσης παράνομων ενεργειών του.

Το ανωτέρω γεγονός ουδόλως αποδείχθηκε ότι είναι αληθές, ο δε αναιρεσείων γνώριζε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των δυο μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου ..... και ....., οι οποίοι έχουν καταθέσει ως μάρτυρες στη δίκη που διεξήχθη κατά την ανωτέρω ημερομηνία(29-1-1997) και ήταν παρόντες στον ισόγειο χώρο του δικαστικού μεγάρου όταν έλαβε χώρα το περιστατικό που αναφέρθηκε, υπήρξαν δε και αυτοί στελέχη της εταιρίας "ΜΑΒΕ Α.Ε." κατά την περίοδο που εκδηλώθηκε η αντιδικία μεταξύ των δύο διαδίκων και είχαν παρακολουθήσει όλη την πορεία της δικαστικής τους διαμάχης.

Οι καταθέσεις, εξάλλου, των μαρτύρων του αναιρεσείοντα δηλαδή της συζύγου του και του προϊσταμένου του λογιστηρίου της εταιρίας "ΜΑΒΕ Α.Ε." κατά το έτος 1994 - ο οποίος σημειωτέον δεν είχε παραβρεθεί στη διαδικασία της δίκης που διεξήχθη στις 29-1-1997, αλλά όσον αφορά τα γεγονότα εκείνης της ημερομηνίας μεταφέρει τα όσα του εξιστόρησε ο ίδιος ο αναιρεσείων - επιβεβαιώνουν περισσότερο παρά αναιρούν τα ανωτέρω, αφού αμφότεροι αναφέρθηκαν σε επεισόδιο μεταξύ των δυο διαδίκων με εκφράσεις εκ μέρους του αναιρεσείοντος παρόμοιες με αυτές που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος και επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες του "το πώς αθωώνεσαι το γνωρίζεις εσύ" ή "ξέρεις εσύ πώς αθωώνεσαι".

Μάλιστα δε, ο τελευταίος από τους ανωτέρω μάρτυρες του αναιρεσείοντος, κατέθεσε ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε τού είχε εκφράσει την άποψη ότι ο αναιρεσίβλητος δωροδοκούσε δικαστές προκείμενου να αθωώνεται από τις κατηγορίες, που τού είχαν αποδοθεί και ότι εάν είχε τέτοια άποψη θα το γνώριζε, διότι είχαν τακτική επαφή και τον ενημέρωνε για όλες τις εξελίξεις σχετικά με την δικαστική του διαμάχη με τον αναιρεσίβλητο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο ισχυρισμός του περί δωροδοκίας δικαστών ήταν ψευδής.

Σε κάθε περίπτωση δε πρέπει να επισημανθεί ότι από τη χρονική στιγμή, τον τόπο και τρόπο που επέλεξε ο αναιρεσείων να ισχυρισθεί τα παραπάνω για τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή έξω από τη δικαστική αίθουσα, αμέσως μετά την αθώωση του αντιδίκου του από το δικαστήριο και μεγαλόφωνα, έτσι ώστε τα λόγια του να ακουστούν από όλους τους παρευρισκόμενους, απευθυνόμενος μάλιστα σε ακροατήριο που δεν είχε καμμία αρμοδιότητα να επιληφθεί τυχόν παρανομιών του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει η πρόθεση του να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου αμφισβητώντας την ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου του και όχι να διαφυλάξει δικαίωμα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού άλλωστε ούτε και ο ίδιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη από την προαναφερομένη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση, την οποία καθόρισε με βάση το είδος και το μέγεθος τη προσβολής, το βαθμό του πταίσματος του αναιρεσείοντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής στο ποσό των 15.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ ως προς το ζήτημα αν η συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, αντικειμενικά εξεταζόμενη, ήταν ικανή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου ως ανθρώπου, αλλά και ως επαγγελματία, δηλαδή αν η συμπεριφορά του αναιρεσείοντα ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την προσβολή που υπέστη ο αναιρεσίβλητος.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο με την κρίση του ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, έναντι του αιτηθέντος μείζονος ποσού δεν παραβίασε την καθιερωθείσα από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, εν όψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, του βαθμού του πταίσματος του αναιρεσείοντος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού και του αναιρεσιβλήτου και διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό, με τις ανωτέρω παραδοχές του, επαρκή αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα κατά νόμον περιστατικά και γι αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ως προς το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική κρίση του εκφεύγει καθεαυτή του αναιρετικού ελέγχου.

Επειδή ως "πράγματα" προταθέντα από τους διαδίκους, που η παράλειψή τους να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, (Ολ.ΑΠ 3/1997) όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, αποκρουόμενη με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Εξ άλλου, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν διαφορετικά είναι αόριστη και η αοριστία της αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, επιφέρει την απόρριψή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ.1 και 2 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη μεταξύ άλλων δυσμενείς κρίσεις, καθώς και εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. 'Ομως η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που πρότεινε ο αναιρεσείων πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή του και δη α) περί εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, άλλως περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενος ειδικώτερα ότι απηύθυνε στον αναιρεσίβλητο μόνο τη φράση "το πώς καταφέρνεις και αθωώνεσαι το ξέρεις εσύ", σε απάντηση προηγηθείσης ειρωνικής και προκλητικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος μετά την αθώωσή του και ενώπιον τρίτων άρχισε να τον ειρωνεύεται με τις φράσεις "τί κατάφερες;

Πάλι αθωώθηκα. Είχες την εντύπωση ότι θα με καταδίκαζες;" και β) ότι αυτός (αναιρεσείων) ύστερα από 35 χρόνια έντιμης εργασίας στο λιγνιτωρυχείο ....., με ιδιαίτερη σημαντική προσφορά, κάτω από αντίξοες συνθήκες, έχει σαν μοναδικό έσοδο μία σύνταξη 1.763 ευρώ, με την οποία έχει να καλύψει ότι μόνο τα έξοδα διαβίωσης του ίδιου και της συζύγου του, η οποία δεν εργάζεται και αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αναπνευστική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη), αλλά και των τριών τέκνων του, τα οποία δεν έχουν αποκατασταθεί πλήρως.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και δη Α) ως προς την πρώτη (υπό στοιχ. α) αιτίαση, κατά το πρώτο μέρος της, διότι δεν δικαιολογείται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, εν όψει της παραδοχής του Εφετείου ότι το γεγονός που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων για τον αναιρεσίβλητο ενώπιον τρίτου "δεν αποδείχθηκε ότι είναι αληθές και ο αναιρεσείων γνώριζε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα" και κατά το δεύτερος μέρος της, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεών του, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε, με σαφήνεια και πληρότητα την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση, αφού δεν διατύπωσε, όπως επιβάλλεται εκ του άρθρου 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

σχετικό αίτημα, ούτε σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, αλλά περιορίσθηκε στον παραπάνω αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, τον οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παρέλειψε να ερευνήσει το Εφετείο, αλλά τον εξέτασε και τον απέρριψε με τις προαναφερθείσες παραδοχές του. Και ως προς την δεύτερη (υπό στοιχ.

β') αιτίαση, διότι το Εφετείο δεν παρείδε τον ισχυρισμό αυτό, αλλά τον έλαβε υπόψη του, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τον προσδιορισμό του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ. Κατάθεσης 1447/25-10-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 1847/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ