Legislator Case Law & Legislation
1764/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on cheque fraud but refers supplementary issue to plenary session.

Case Number 1764/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, finding no violation of substantive law regarding the defendants' liability for issuing a blank cheque. The court held that the lower court correctly established the defendants' fault and the plaintiff's right to damages based on established facts. However, the court referred a supplementary argument concerning the liability of a subsequent holder of the cheque to the plenary session for a broader legal determination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the lower court correctly applies substantive law regarding the liability for issuing a blank cheque, but refers a supplementary issue to the plenary session if it concerns the liability of a subsequent holder of the title.

Keywords

AI generated
blank cheque liability substantive law violation subsequent holder rights plenary session referral civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Article 79 of Law 5960/1933
Article 914 of the Civil Code
Article 40 of Law 5960/1933

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1764 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαυροματίδη.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1996 αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24788/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 495/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή τους και τους από 21 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 26 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τέτοια παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υφίσταται και όταν το δικαστήριο κρίνει εσφαλμένως το νομικώς ορισμένο ή αόριστο της αγωγή, ήτοι αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα.

Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε με την αγωγή του ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητα των ως εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας, εξέδωσαν εις διαταγήν του την αναλυτικώς περιγραφομένη ακάλυπτη επιταγή, εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων και ότι αυτός ως νόμιμος κομιστής την ενεφάνισε προς πληρωμή και εβεβαιώθη από την πληρώτρια τράπεζα προσηκόντως και εμπροθέσμως η έλλειψη αντικρύσματος, εζήτησε δε την καταψήφιση του ποσού της, τίτλω αποζημιώσεώς του, καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως και την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως, ένεκα της αδικοπραξίας.

Η αγωγή αυτή συνεπώς περιλαμβάνει πάντα τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 914, 297 και 298 του ΑΚ, 79 του ν. 5960/1933 και 214 § 1 ΚΠολΔ, στοιχεία και το ορισμένο αυτής δεν θίγεται εκ της ελλείψεως ειδικότερων αναφορών ως προς την αιτιώδη συνάφεια, τη σχέση των εναγομένων προς το εκπροσωπούμενο υπ' αυτών νομικό πρόσωπο, την ηθική βλάβη του ενάγοντος και τον τόπο εκδόσεως της επιταγής.

Το Εφετείο επομένως που εδέχθη τα αυτά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απορρίψαν το σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης αποφάσεως, δεν παρεβίασε το νόμο, ως αρκεσθέν σε λιγότερα των απαιτουμένων για την πληρότητα της αγωγής και ορθώς δεν την απέρριψε, λόγω νομικής αοριστίας της.

Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.

Εν προκειμένω, ο ενάγων εξέθεσε με την αγωγή του όσα αναφέρονται στην προηγουμένη σκέψη της παρούσης αποφάσεως. Η αγωγή αυτή συνεπώς περιλαμβάνει πάντα τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 914, 297 και 298 του ΑΚ, 79 του ν. 5960/1933 και 214 § 1 ΚΠολΔ, στοιχεία και το ορισμένο αυτής δεν θίγεται εκ της ελλείψεως αναφοράς του τόπου εκδόσεως της επιταγής ή περαιτέρω εξειδικεύσεων ως προς την αιτιώδη συνάφεια, τη σχέση των εναγομένων προς το εκπροσωπούμενο υπ' αυτών νομικό πρόσωπο και την ηθική βλάβη του ενάγοντος. Το Εφετείο επομένως που εδέχθη τα αυτά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απορρίψαν το σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης αποφάσεως, ορθώς δεν εκήρυξε ακυρότητα της αγωγής, λόγω αοριστίας της. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε με την αγωγή του όσα αναφέρονται ανωτέρω. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, απορρίψαν τους σχετικούς λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης αποφάσεως, εδέχθη την αγωγή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην επομένη σκέψη της παρούσης αποφάσεως, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο μη προταθέντα πράγματα και δη την αιτιώδη συνάφεια, τη σχέση των εναγομένων προς το εκπροσωπούμενο υπ' αυτών νομικό πρόσωπο, την ηθική βλάβη του ενάγοντος και τον τόπο εκδόσεως της επιταγής. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, διότι απεδείχθη ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητά των ως εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας, εξέδωσαν εις διαταγήν του την αναλυτικώς περιγραφομένη ακάλυπτη επιταγή, εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων και ότι κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή εβεβαιώθη από την πληρώτρια τράπεζα προσηκόντως και εμπροθέσμως η έλλειψη αντικρύσματος. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 70, 71, 914, 297, 298 του ΑΚ και 79 του ν. 5960/1933, ένεκα της αυτοτελείας της διαγνωσθείσης εξ αδικήματος ευθύνης των εκδοτών ακάλυπτης επιταγής αναιρεσειόντων έναντι της συμβατικής ευθύνης του εκπροσωπουμένου υπ' αυτών νομικού προσώπου και η πληττομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, το πλημμέλημα του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" αποτελεί και αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, από την οποία απορρέει υποχρέωση του υπαιτίου προς αποζημίωση του παθόντος. Το ζήτημα αν τέτοιος παθών είναι μόνον ο κομιστής, που ενεφάνισε την ακάλυπτη και μη πληρωθείσα επιταγή ή και ο κατόπιν αναγωγής αποκτήσας από τον κομιστή τον τίτλο, κατά το άρθρο 40 του εν λόγω νόμου, είναι γενικοτέρου ενδιαφέροντος. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος της αιτήσεως, προσάπτων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παρά τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις διαγνώσεως της ευθύνης των αναιρεσειόντων έναντι του εξ αναγωγής δικαιούχου του τίτλου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 563 § 2 ΚΠολΔ.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 11.2.2002 αίτηση των ...... περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 495/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πλην του προσθέτου λόγου. Και.

Παραπέμπει τον πρόσθετο λόγο στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ