Supreme Court dismisses State's appeal on labor contracts, ruling successive fixed-term agreements constitute a single indefinite-term contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court decision that classified successive employment contracts as a single indefinite-term contract. The State argued the contracts were fixed-term based on specific dates, but the lower court found they covered permanent needs and violated constitutional protections. The Court upheld the lower court's interpretation, rejecting the State's claim that the contracts were not a unified indefinite-term agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 6a of Law 4305/2014; Article 8 § 3 of Law 2112/1920; Articles 103 §§ 7 and 8 of the Constitution; Article 113 § 5 of Law 1892/1990; Article 21 of Law 2190/1994; Article 6 § 1 of Law 2527/1997; Articles 2 § 1, 3 § 1, 4, 5 § 1 and 2, 15 § 1 and 4, 20 of Law 3205/2003; Article 1 § 3, 4 and 5, 2 § 1 of Law 3320/2005; Article 22 § 1 of Law 3693/1957; Article 176, 183 of the Code of Civil Procedure: Successive employment contracts concluded before the entry into force of Directive 2008/94/EC and Articles 7 and 8 of Article 103 of the Constitution, covering permanent needs, constitute a single indefinite-term contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1763 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1763/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ά. συζ. Κ. Β., κατοίκου ..., 2.Ε. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 3.Ε. Π. συζ. Η. Π., κατοίκου ..., 4.Α. Ι. Π., κατοίκου ..., 5.Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 6.Α. Σ. συζ. Γ. Μ., κατοίκου ..., 7.Σ. Π., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ... , 8.Ε. συζ. Σ. Τ., κατοίκου ..., 9.Ε. συζ. Η. Τ., κατοίκου ..., 10.Θ. Γ., κατοίκου ..., 11.Β. συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 12.Σ. συζ. Λ. Τ., κατοίκου ..., 13.Λ. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 14.Μ. Ε., κατοίκου ..., 15.Ε. Ι., κατοίκου ..., 16.Α. Ν. συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., 17.Β. Μ., κατοίκου ..., 18.Μ. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., 19.Π. Τ., κατοίκου ..., 20.Μ. Π., κατοίκου ... και 21.Σ. Π., κατοίκου .... Οι 5η, 8η, 13η, 17η, 18η, 19η και 20η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 1η, 2η, 3η, 4η, 6η, 7η, 9η, 10η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η και 21η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρδουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2010 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από ...-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 357/2020, ΑΠ 1387/2019).
Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε το άρθρο 6α, στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: " 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ.
το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κειμένων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές". (ΑΠ 1230/2022, ΑΠ 405/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από ...-2016 και με αριθ. κατ. ...-2016 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. .../2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 5η , 8η , 13η, 17η, 18η, 19η και 20η των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Ι.
Κ. του Γ., Ε. συζ. Σ. Τ., Λ. συζ. Χ. Κ., Β. Μ., Μ. συζ. Ι. Π., Π. Τ. και Μ. Π., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παραστάθηκαν οι λοιπές αναιρεσίβλητες, δηλαδή η 1η, 2η, 3η, 4η, 6η, 7η, 9η, 10η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η και 21η, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρδουλάκη.
Όπως προκύπτει από την με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Γ. Χ., που προσκομίζει με επίκληση το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση να παραστούν κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καρδουλάκη για τις 5η, 8η, 13η, 17η, 18η,19η και 20η απολιπόμενες αναιρεσίβλητες, τις οποίες ο εν λόγω δικηγόρος είχε εκπροσωπήσει κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) κατά τη δικάσιμο της 4-5-2015, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενες αναιρεσίβλητες κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από ...-2013 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αρ. .../2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από ...-2007 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 564 παρ. 1 και 566 παρ 1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια.
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικό δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις.
Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους, διέπεται έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 475/2018, ΑΠ 1325/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες είχαν εκθέσει ότι με διαδοχικές συμβάσεις έργου, η κάθε μια για χρονικό διάστημα δέκα μηνών ήτοι από 1 Σεπτεμβρίου έως 30 Ιουνίου κάθε επόμενου χρόνου, οι οποίες υπογραφόταν από τον Προιστάμενο της Α/βάθμιας ή Β/θμιας Εκπαίδευσης του νομού Βοιωτίας και ανανεωνόταν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα με τις επί μέρους διακρίσεις, προσλήφθηκαν από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να εργαστούν ως καθαρίστριες σχολικών αιθουσών.
Ωστόσο, οι συμβάσεις αυτές, που καταρτίστηκαν αρχικά πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΟΚ, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του Π.Δ 164/2004, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά για την κάθε μια από τις ενάγουσες στην αγωγή, παρά τον χαρακτηρισμό τους από το εναγόμενο, ως συμβάσεις έργου, ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι ίδιες με τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, όπως άλλωστε προκύπτει και από το γεγονός ότι μετά την έκδοση του Π.Δ. 164/2004 και την τήρηση των νομίμων διαδικασιών, συστήθηκαν οργανικές θέσεις στις οποίες αυτές κατατάχθηκαν με πλήρη απασχόληση και έκτοτε απασχολούνται από το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και αμείβονται ως προσωπικό υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Ζήτησαν δε, κατά το αίτημα της αγωγής που εδώ ενδιαφέρει, επικαλούμενες τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται εξ' αρχής με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν. Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ' αυτής του εναγομένου εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκρινε αβάσιμο το λόγο έφεσης, με τον οποίο προβαλλόταν έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, και ακολούθως, κρίνοντας ότι οι ένδικες συμβάσεις ενόψει του χρόνου έναρξης, ως προς μεν την πέμπτη αναιρεσίβλητη από το έτος 1989, για δε τις λοιπές τουλάχιστον από το έτος 1990 είναι άκυρες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό τους κατά το άρθρο 8 του ν.2112/1920 και ότι συνιστούν εξ αρχής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς τις εδώ αναιρεσίβλητες.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις που. προαναφέρθηκαν και προσηκόντως υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που είχαν εκτεθεί ενώπιον του, αποδεχόμενο τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων διότι οι συμβάσεις εργασίας, από τις οποίες απορρέουν οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινού εργατικού δικαίου και δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα.
Εξάλλου, η διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.
συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ., 1 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο, με την άσκηση της αγωγής αυτής παρακάμπτεται η προβλεπόμενη από το άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 διαδικασία, δοθέντος ότι η μόνη δικαστική προστασία που προβλέπεται είναι αυτή της προσβολής της τυχόν μη ευνοϊκής απόφασης του ΑΣΕΠ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, πρέπει ν' απορριφθεί (α) κατά το σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19, κατ' ορθή όμως νοηματική εκτίμηση αυτού μόνο από τον αρ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 11 του Π.Δ 164/2004, ενόψει του ότι για τον ορθό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων δεν εφαρμόζεται το ΠΔ 164/2004 και (β) κατά το σκέλος του από τον αριθμό 4 του ως άνω άρθρου, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι κατάλυσης της υποχρέωσης υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης.
Σε κάθε, όμως περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/ 1990 "ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γίνεται από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμίας από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος.
Οι συμβάσεις αυτές υπογράφονται από τον αντίστοιχο νομάρχη και από την κάθε καθαρίστρια και προβλέπουν αμοιβή ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/ 2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές είχαν προσλάβει ήδη, πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011). Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (§2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (§3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007). Την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5).
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Τα κράτη - μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας - πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη - μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος - μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων των συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Με έγγραφες συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου και καταρτίστηκαν μεταξύ των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και των, εκ των αρχικώς είκοσι έξι εναγουσών, ήδη είκοσι μιας αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, ως καθαρίστριες, και ειδικότερα (κατά την αναφερόμενη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αρίθμηση) :
α) η πρώτη, την 1-9-1996, β) η δεύτερη, την 1-9-1990, γ) η τρίτη, την 1-9-1997, δ) η τέταρτη, την 1-9-1997, ε) η πέμπτη, την 1-9-1989, στ) η έκτη, την 1-9-2000, ζ) η έβδομη, την 1-9-2000, η) η όγδοη, την 1-9-1994, θ) η ένατη, την 1-9-1994, ι) η δέκατη, την 1-9-2000, ια) η ενδέκατη, την 1-9-1997, ιβ) η δωδέκατη, την 12-10-1996, ιγ) δέκατη τρίτη, 1-9-1990, ιδ) η δέκατη τέταρτη, την 1-9-1999, ιε) η δέκατη πέμπτη, την 1-9-1992, ιστ) η δέκατη έκτη, την 1-9-1995, ιζ) η δέκατη έβδομη, την 1-10-1994, ιη) η δέκατη όγδοη την 1-9-2000, ιθ) δέκατη ένατη, την 1-9-1997, κ) η εικοστή, την 1-9-1990 και κα) η εικοστή πρώτη, την 1-9-1997, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες καθαριότητας των σχολείων της πόλης Λιβαδειάς και της ευρύτερης περιοχής του Νομού Βοιωτίας, με χρονικό διάστημα απασχόλησης από 1/9 έως 30/6 κάθε έτους.
Οι ενάγουσες εργάζονταν ως καθαρίστριες στα ανωτέρω σχολεία, κατά τη διάρκεια όλων των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων και κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα, τελώντας, σε σχέση με την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων τους, υπό καθεστώς εργασιακής εξάρτησης από το εναγόμενο, αφού βρίσκονταν συνεχώς υπό τις οδηγίες, τις εντολές, τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού και ειδικότερα του Διευθυντή κάθε σχολείου, εργαζόμενες καθημερινά σε καθορισμένο από το εναγόμενο χώρο και χρόνο, χωρίς να δύνανται να μεταβάλουν τις εν λόγω συνθήκες εργασίας τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και μη εργαζόμενες σε οποιαδήποτε άλλη εργασία.
Σημειωτέον ότι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος εφέσεως σύμφωνα με τον οποίο δεν υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, καθότι από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι εργοδότης των εναγουσών ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, οι προαναφερόμενες "συμβάσεις έργου" υπογράφηκαν και καταρτίστηκαν από το Δ/ντή της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Λιβαδειάς, στις διευθύνσεις αυτές (πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Λιβαδειάς) απευθύνθηκαν οι ενάγουσες για τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου και με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας συστήθηκαν οι ακόλουθες προσωποπαγείς θέσεις εργασίας και κατατάχθηκαν (οι ενάγουσες) σ' αυτές, οι δε σχολικές επιτροπές, απλώς είχαν διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ εναγουσών και εναγομένου.
Από της ως άνω αρχικής, πρόσληψης των εναγουσών, πλην των 7ης ,14ης ,15ης , 23ης και 26ης, και μέχρι τις 19.7.2004, που άρχισε η ισχύς του Π.Δ/τος 164/2004, είχαν συμπληρώσει με τις ως άνω συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συνολικό χρόνο απασχόλησής τους στο εναγόμενο, που υπερέβαινε τους είκοσι τέσσερις μήνες, οι οποίες (συμβάσεις τους) είχαν λήξει κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν την έναρξη της ισχύος του άνω Π.Δ/τος, με συνέπεια, να θεωρούνται ως ενεργείς, κατά την έναρξη της ισχύος τούτου, εφόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους και οι λοιπές ως άνω αναφερόμενες και από το άρθρο 11 αυτού τασσόμενες προϋποθέσεις για την αναγνώριση των άνω αλλεπάλληλων μετά του εναγομένου συμβάσεών τους, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι προαναφερθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, αποτελούν, όπως προελέχθη, εξ αρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία, διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των άνω εναγουσών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν τις 18-4-2001 και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.
Όσον αφορά όμως τις 7η ,14η ,15η ,23η και 26η των εναγουσών, οι συμβάσεις εργασίας αυτών ουδέποτε έλαβαν το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι οι συμβάσεις τους καταρτίστηκαν μετά τις 18-4-2001 και συγκεκριμένα την 1-9-2001. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν αιτήσεων των εναγουσών και υποβολής από αυτές των απαραίτητων εγγράφων, γνωμοδότησε το Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού του ΥΠΕΠΘ, συστήθηκαν με τη υπ' αριθ. 78031/Δ4/31.7.2006 κοινή απόφαση της Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των Υφυπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στις οποίες κατετάγησαν και οι ενάγουσες με την υπ' αριθ. 13233/Δ4/7.12.2006 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και έκτοτε απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γεγονός που δεν επηρεάζει την πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή, κατά τα εκκληθέντα μέρη της, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, για τις 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 16η, 17η ,18η ,19η , 20η , 21η , 22η , 24η , 25η και να αναγνωριστεί ότι αυτές συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ως προς το χρόνο κατάρτισης της πρώτης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης σε συνδυασμό με την αιτηθείσα από εκάστη των εναγουσών ημερομηνία έναρξης της σύμβασης εργασίας.
Συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχεται ότι, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, που προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον, καθεμία κατά το συγκεκριμένο χρόνο αρχικής πρόσληψης, που αναφέρεται στην αγωγή, συνιστούν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, για το ενιαίο της εκτέλεσης, δέχθηκε και αυτό, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, που προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον, καθεμία, κατά το συγκεκριμένο χρόνο αρχικής πρόσληψης, που αναφέρεται στην αγωγή, συνιστούν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την κρίση του αυτή, με την οποία δέχθηκε, ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως συμβάσεων έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων αυτών, με βάση δε αυτά δέχθηκε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 και 19, του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται οι αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, 11 του Π.Δ. 164/2004, της παρ. 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/1990, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 21 ν. 2190/1994, 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4, 20 του ν. 3205/2003, 1 παρ. 3, 4 και 5, 2παρ. 1 του ν. 3320/2005, που ήταν εφαρμοστέες και δεν τις εφάρμοσε.
Επίσης όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αυτή περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και απορριπτέος τυγχάνει ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, στο σύνολό της να καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδά των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από ...-2016, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της .../2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ