Legislator Case Law & Legislation
1763/2023 AI generated

Appeal hearing declared inadmissible due to improper service of notice to the absent plaintiff bank.

Case Number 1763/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the first plaintiff bank failed to appear and was not proven to have been legally summoned. Although the defendant company expedited the hearing, the court found that the absent plaintiff had not received proper notice as required by law. Consequently, the court ruled that the hearing must be declared inadmissible for all parties due to the lack of valid summons to the non-appearing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573 and 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal hearing is inadmissible if a party fails to appear and it cannot be proven that they were legally and timely summoned, even if the opposing party expedites the proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible hearing improper service of notice absence of party legal summons requirement expedited hearing procedure code of civil procedure mandatory appearance

Cited Legislation

AI generated
Article 573 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1, 2, and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 97 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 section b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 119/2023
Supreme Court 961/2017
Supreme Court 1914/2016
Supreme Court 4/1994
Supreme Court 2/1992
Supreme Court 516/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1763 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1763/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ………………., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A.B. Α.Τ. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A.S. S.A.", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Μητρομάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8654/2014 μη οριστική, 3933/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2153/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1914/2016). Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει την συζήτηση, αυτή γίνεται, κατά τα προεκτεθέντα, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφ` όσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (Ολ.ΑΠ 4/1994, 2/1992) κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 του ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ.

β` ΚΠολΔ) (ΑΠ 516/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., "Αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, επί αναγκαστικής μεν ομοδικίας, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους, ενώ επί απλής ομοδικίας, εάν κάποιος ή κάποιοι από τους απλούς ομοδίκους δεν εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση της αιτήσεως χωρίζεται και χωρεί νομίμως ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή όσους έχουν κλητευθεί νομίμως και δεν παρίστανται προσηκόντως, ως προς δε τους μη κλητευθέντες διαδίκους η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος ο παρεμβαίνων σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας.

Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο.

Ανεξάρτητα απ` αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023 ) .

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικότερα αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Κατόπιν της από 2-9-2013 αίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ''A.B.

Α.Τ.Ε.'' εκδόθηκε κατά του αναιρεσείοντος η υπ' αριθ. 18526/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ως άνω αναιρεσίβλητη το ποσό των 330.923,05 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων και δικαστικών εξόδων, για απαίτηση που διατηρούσε εναντίον του η ως άνω αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, απορρέουσα από την υπ' αριθ. 405/24-2-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και την υπ' αριθ. 405/1/22-2-2011 αυξητική αυτής πρόσθετη πράξη.

Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 13-9-2013 ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά, η υπ' αριθ. 8654/2014 μη οριστική απόφαση και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 3933/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντα και ακυρώθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής.

Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη - καθής η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρία άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 4-4-2017 έφεσή της, κατά την εκδίκαση της οποίας η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''Θ.Α. – Α.Ε.Δ. Α. Δ. Κ. Π.'', νομίμως εκπροσωπούμενη, άσκησε την από 23-2-2018 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, καθόσον ήδη από 3-7-2017 η απαίτηση της τελευταίας κατά του αναιρεσείοντος, που απορρέει από την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 405/24-2-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και την αυξητική αυτής πρόσθετη πράξη, μεταβιβάστηκε από αυτήν στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 προς την αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ''A.S. SA '', που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, δυνάμει της από 30-6-2017 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και της με ίδια ημερομηνία διορθωτικής πράξης αυτής, οι οποίες έχουν νόμιμα καταχωρηθεί σε περίληψη στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ.

πρωτ. …../3-7-2017 και 10…../27-7-2017 αντίστοιχα, ακολούθως δε η παραπάνω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση της επίμαχης απαίτησης στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 30-6-2017 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η οποία έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ.

πρωτ. 215/6-12-2017. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συνεκδικάζοντας την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2153/2019 απόφαση, με την οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3933/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή του αναιρεσείοντα και επικύρωσε την υπ' αριθ. 18526/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 23-5-2022 αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη κατά: 1) της καθής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία " A.B.Α.Τ.Ε." και 2) της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της τελευταίας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ''Θ.Α.-Α.Ε.Δ.Α.Δ.Κ.Π.'', ως εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρία με την επωνυμία ''A.S. SA''.

Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε προς συζήτηση ενώπιον του Α2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-10-2023). Κατ` αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά την σειρά της από το οικείο πινάκιο, παρέστη μόνον η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, ενώ δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων και η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ''A.B.

Α.Τ.Ε.''. Η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την παρισταμένη δεύτερη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο επιδόθηκε σ' αυτήν, με την κάτω από αυτό παραγγελία προς επίδοση του υπογράφοντος ως πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ε.

Α., στον οποίο, σύμφωνα με το με αριθμό 5.9……/31-5-2022 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., ο αναιρεσείων είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, τόσον για την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, όσο και για να παραστεί κατά την εκδίκασή της κατά την οποτεδήποτε ορισθησομένη δικάσιμο ή σε οποιαδήποτε μετ` αναβολή τοιαύτη.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει ο απολειπόμενος αναιρεσείων να δικαστεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Ωστόσο, η απολειπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ''A.B. Α.Τ.Ε.'', δεν αποδεικνύεται ότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την σημερινή δικάσιμο είτε από τον αναιρεσείοντα είτε από την παρισταμένη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς και εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειριστή απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, το γεγονός δε αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας. ήτοι αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλες τις αναιρεσίβλητες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 23-5-2022 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 173/2022 αιτήσεως για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2153/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ