1763/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1763/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπ' όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1763 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1763/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ., κατοίκου ... ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρείας "Γραφικές Τέχνες Αττικής ΑΕ", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2224/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2830/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-4-13 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχήν του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ: Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 A.K, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως, της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά η οποία επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενεργείας. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και την φύση της συμβάσεως Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια την οποία απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο.
Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπ' όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως.
Η διάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1420/2013, Α.Π.282/2005). Υπόκειται όμως στον αναιρετικό έλεγχο η κρίση του ως προς το εάν η δοθείσα ερμηνεία είναι σύμφωνη προς τους από τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. τιθέμενους κανόνες περί αναζητήσεως στην δικαιοπραξία της αληθούς βουλήσεως χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ερμηνείας των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπ' όψιν των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 2615/23-9-1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρία με την επωνυμία "Γραφικές Τέχνες Αττικής Α.Ε." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και με την υπ' αριθ. 107/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων, ως δικηγόρος, διορίσθηκε οριστικός σύνδικος της πτωχής.
Από το σύνολο των 480.033 μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου της πτωχής, ποσοστό 55,52% αυτών, ήτοι 266.500 ανώνυμες και 33 ονομαστικές μετοχές ανήκαν στην εναγόμενη Τράπεζα, η οποία, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44 επ. Ν.1892/1990 ("Προβληματικές και υπερχρεωμένες επιχειρήσεις") επώλησε όλες τις μετοχές της σε τρίτον, ονόματι Ζ.
Ζ. Λ., με το από 30-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό. Στο ίδιο συμφωνητικό συνεβλήθη ως τρίτη (προβληματική) και η μετέπειτα πτωχεύσασα εταιρία. Όσον αφορά την εταιρία αυτήν, με τον όρο 6 του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκαν τα εξής:"6...Η πωλήτρια ευθύνεται για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας εξ οιουδήποτε φόρου ή εισφοράς ακίνητης περιουσίας της εταιρίας (τακτικού ή έκτακτου) είτε αφορούν την περίοδο μέχρι της υπογραφής του παρόντος, είτε αφορούν μεταγενέστερη περίοδο της υπογραφής του παρόντος, οποτεδήποτε προκύψουν ή αναφανούν.
Σε περίπτωση που αναφανεί μία τέτοια, εκ των ανωτέρω, υποχρέωση (μη εγγεγραμμένες φορολογικές φόρου ακίνητης περιουσίας) η δικαστική υπεράσπιση θα γίνει από την εταιρία με τη σύμπραξη της Πωλήτριας. Ο Αγοραστής και η εταιρία αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ειδοποιούν την Πωλήτρια εγγράφως και εγκαίρως μόλις αναφανεί ή προκύψει μία τέτοια υποχρέωση.
Επίσης ο Αγοραστής και η εταιρία αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προβαίνουν με έξοδα της Πωλήτριας στις ενέργειες είτε εξώδικες είτε δικαστικές που θα τους υποδεικνύει η Πωλήτρια και η Νομική Υπηρεσία της πωλήτριας και κατά τον τρόπο και το περιεχόμενο που θα υποδεικνύει η Νομική Υπηρεσίας της Πωλήτριας.
Ειδικότερα ως προς τις απαιτήσεις της πρώτης των συμβαλλομένων Τράπεζας κατά της εταιρίας συμφωνείται και γίνεται αποδεκτό να ικανοποιηθεί η Τράπεζα από τα ενυπόθηκα ακίνητα της εταιρίας μέσω της αναγκαστικής εκτελέσεως, που θα ενεργοποιηθεί νομίμως, "καθώς επίσης και από τα ενεχυρασθέντα κινητά πράγματα (όπως συλλογές γραμματοσήμων, πινάκων ζωγραφικής, αφισών, γραφείων κλπ) τα οποία έχουν ενεχυρασθή δυνάμει της από 11-12-91 συμβάσεως ενεχύρου....".
Η πτωχή εταιρία, προ της κηρύξεως της σε κατάσταση πτωχεύσεως, ήτο κυρία δύο ακινήτων: Το ένα κείται στην λεωφόρο Βουλιαγμένης 276 και το άλλο στην Κέρκυρα. Όσον αφορά το πρώτο ακίνητο: α') Κατά την χρήση του οικονομικού έτους 1994 εκποιήθηκε το μεγαλύτερο τμήμα του οικοπέδου με ολόκληρο το υπάρχον σε αυτό κτίριο αντί τιμήματος 1.530.000.000 δρχ.
και ύστερα από αφαίρεση των αποσβέσεων προέκυψε καθαρό αποτέλεσμα (κέρδος) 1.098.824.724 δρχ. β') Κατά την χρήση του οικονομικού έτους 1995 πωλήθηκε το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου οικοπέδου, ως κα το κείμενο στην Κέρκυρα ακίνητο και προέκυψε καθαρό αποτέλεσμα 441.698.461 δρχ. Αμφότερα τα ως άνω ποσά φορολογούνται με συντελεστή 40% και προκύπτει φορολογική υποχρέωση από 439.529.889 δρχ.
και 176.679.384 δρχ. αντιστοίχως. Τέλος, την 22-6-1995 κατεχωρήθη στα βιβλία της πτωχευσάσης εταιρίας υποχρέωση από φόρους 86.974.852 δρχ. "δια κλείσιμο των ανελέγκτων χρήσεων 1987 έως 1992" και προς μερική εξόφληση του ποσού αυτού κατεβλήθη από την υπόχρεο εταιρία το ποσόν των 32.738.250 δρχ. Ζητεί δε εν τέλει ο ενάγων, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη, σύμφωνα με τους αναφερθέντες όρους της από 30-1-1992 συμβάσεως, οφείλει να καταλάβει σε εκείνον υπό την αναφερθείσα ιδιότητά του, του οριστικού συνδίκου της πτωχεύσεως, νομιμοτόκως το σύνολον των ως άνω ποσών, ήτοι 648.947.523 δρχ.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Οι ανωτέρω φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας που ισχυρίζεται ο ενάγων με την ένδικη αγωγή ότι επιβλήθηκαν σε βάρος της πτωχευσάσης εταιρίας, αφορούν φόρους εισοδήματος, δεδομένου ότι, οι μεν υπό στοιχεία Α και Β, ποσού 439.529.889 δρχ και 176.679.384 δρχ αντίστοιχα, αφορούν φόρους επί των κερδών που προέρχονται από την υπερτίμηση λόγω πωλήσεως των προαναφερθέντων ακινήτων της εταιρίας, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, φορολογούνται ως εισόδημα με βάση το "Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", με ενιαίο συντελεστή 40% και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε φορολογία ακινήτων, η δε υπό στοιχείο Γ επικαλούμενη φορολογική υποχρέωση της εταιρίας, μέρος της οποίας ζητεί ο ενάγων να αναγνωριστεί ότι του οφείλει η εναγομένη, ποσού 32.738.250 δρχ, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν προκύπτει ότι συνδέεται με ακίνητα αυτής, αλλά, αφορά φόρους εισοδήματος ποσού 86.974.852 δρχ για κλείσιμο ανέλεγκτων χρήσεων των ετών 1987 έως και 1992.
Σχετικά με τον επίμαχο όρο του από 30.01.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο η εναγομένη "ανέλαβε την ευθύνη για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας εξ οιουδήποτε φόρου ή εισφοράς ακίνητης περιουσίας της εταιρίας (τακτικού ή εκτάκτου) είτε αφορούν την περίοδο μέχρι της υπογραφής του συμφωνητικού, είτε αφορούν μεταγενέστερη περίοδο της υπογραφής αυτού, οποτεδήποτε προκύψουν ή αναφανούν" υπό το εκτιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αληθινό περιεχόμενο της βούλησης των συμβαλλομένων, ερμηνευομένης κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ήταν η εναγομένη να ευθύνεται για φόρους που θα επιβάλλονταν σε βάρος της εταιρίας με βάση το ν. 1249/1982 περί φορολογίας ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ) που ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού (30.1.1992) και στον οποίο απέβλεπαν και όχι για φόρους εισοδήματος.
Επομένως, τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια, εφόσον αφορούν φόρους εισοδήματος που επιβλήθηκαν σε βάρος της εταιρίας ως ανωτέρω και όχι φόρους ακίνητης περιουσίας, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είναι νόμιμα και πρέπει να απορριφθούν και συνακόλουθα και η αγωγή στο σύνολο της...." Ακολούθως δε το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης Τραπέζης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της.
Με βάση ουσιαστικές τις παραδοχές του Εφετείου ως προ το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 6 όρου του ως άνω από 30-1-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα επώλησε τις μετοχές της στον Ζ. Ζ. Λ., δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι η βούληση των συμβληθέντων, όπως αυτή ρητώς - κατά τα εκτεθέντα - διατυπώθηκε ήτο, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ευθύνεται για φόρους, οι οποίοι ήθελαν επιβληθεί εις βάρος της εκπροσωπουμένης από τον αναιρεσείοντα οριστικό σύνδικο της πτωχεύσεώς της ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με τον νόμο περί φορολογίας ακίνητης περιουσίας και όχι για φόρους εισοδήματος. Το Εφετείο, το οποίο είχε την ίδια εν τέλει γνώμη, ως εκ περισσού κατέφυγε, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφασή του, στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα τα οποία πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π.483/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ως και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμόν έξι (6) όρου της αναφερθείσης συμβάσεως (ιδιωτικού συμφωνητικού), με το να δεχθεί ότι σύμφωνα με τον όρο αυτόν η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανέλαβε έναντι της μετέπειτα κηρυχθείσης σε κατάσταση πτωχεύσεως εταιρίας την ευθύνη για τις φορολογικές υποχρεώσεις της τελευταίας μόνον όσον αφορά τον φόρο ακίνητης περιουσίας, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, ο όρος ατός αναφέρεται στις φορολογικές υποχρεώσεις της πτωχευσάσης εξ οιουδήποτε φόρου. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και από την επισκόπηση του σχετικού εγγράφου, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ακολούθως,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2830/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ