1763/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1763/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση του έργου εκδόθηκε η υπ' αριθ. …/1995 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Καλαβρύτων, η οποία αναθεωρήθηκε την 21-12-1995, πριν δηλαδή από την υπογραφή του συμβολαίου. Από την επομένη άρχισε η προθεσμία των δύο μηνών εντός των οποίων έπρεπε να γίνει έναρξη των οικοδομικών εργασιών.
Full text
Απόφαση 1763 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1763/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Α. Α., το γένος ..., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πεντζιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.6.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 629/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη , με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 404 Α.Κ. ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ` άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή με την ένσταση ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το υπ' αριθ. .../7-11-1996 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό ανέγερσης οικοδομής του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), που είναι εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής και με δικές του δαπάνες, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο εργολαβικό, επτά (7) μεζονέτες και μία πολυόροφη (τριώροφη) οικοδομή σε οικόπεδο της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), που βρίσκεται εντός του σχεδίου της παραλίας ...
του δήμου Ακράτας Αχαΐας και στην ειδικότερη θέση "..." ή "...", εμβαδού 971,53 τ.μ. Ειδικότερα, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: α) Ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δικές του δαπάνες και να παραδώσει έτοιμες προς χρήση ("με το κλειδί") μετά των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων πλήρως αποπερατωμένες και εν λειτουργία τις περιερχόμενες στην αποκλειστική κυριότητα τις ενάγουσας οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα: 1) την υπό στοιχ. 3 μονοκατοικία (μεζονέτα) αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο συνολικού εμβαδού 64 τ.μ., 2) την επί της με αριθμό 8 κάθετης ιδιοκτησίας διώροφη μονοκατοικία (μεζονέτα) αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο συνολικού εμβαδού 65,60 τ.μ., γ) την επί της με αριθμό 8 κάθετης ιδιοκτησίας και επί της τριώροφης πολυκατοικίας υπό στοιχ.
Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 63,63 τ.μ. και την υπό στοιχ. Β-2 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 63,21 τ.μ., 4) την επί της με αριθμό 7 κάθετης ιδιοκτησίας υπό στοιχ. Υ-1 αποθήκη εμβαδού 41,25 τ.μ. και 5) τις υπό στοιχ. 1 και 2 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, β) Η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον εργολήπτη ή σε τρίτα υπ' αυτού υποδειχθησόμενα πρόσωπα ποσοστά 571,82 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, καθώς και την κυριότητα των οριζόντιων ιδιοκτησιών σύμφωνα με το εργολαβικό συμβόλαιο και την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας που αντιστοιχούν στα παραπάνω ποσοστά (πρόκειται για όλες τις υπόλοιπες πλην των περιερχομένων στην ενάγουσα οριζόντιες ιδιοκτησίες αποτελούμενες από εννέα (9) συνολικά διώροφες μονοκατοικίες, δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου και δύο διαμερίσματα του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, πέντε (5) αποθήκες και το δικαίωμα υψούν, στο οποίο αναλογούν 200 ο/οο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και αντιστοιχούν σε 194,31 τ.μ.), γ) Ο εναγόμενος όφειλε να παραδώσει στην οικοπεδούχο τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα που αντιστοιχούν σε αυτές εντός τριάντα (30) μηνών από της ενάρξεως ανέγερσης των κτιρίων, η οποία έναρξη έπρεπε να γίνει εντός δύο μηνών από της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας.
Εξαιρετικώς, συμφωνήθηκε ότι οι προθεσμίες αυτές αναστέλλονται, 1) εάν λόγω συστάσεως του εδάφους διαπιστωθεί ότι είναι απαραίτητος ο εκβραχισμός και η άντληση υδάτων για όσο χρόνο απαιτούν οι εργασίες αυτές και πάντως όχι πλέον των δύο μηνών και 2) λόγω ανώτερης βίας και κατά τη διάρκεια υπάρξεως αυτής, ενδεικτικά δε λόγω πολέμου, επανάστασης, γενικής απεργίας, απεργίας υπαλλήλων πολεοδομικού γραφείου, απεργίας τάξεως συναφούς προς τις οικοδομικές εργασίες, εύρεσης αρχαιοτήτων στο οικόπεδο, παντελούς ελλείψεως υλικών και μηχανημάτων και δ) Σε περίπτωση καθυστέρησης αποπερατώσεως και παραδόσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων ο εργολήπτης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην οικοπεδούχο ως αποζημίωση για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας το ποσό των 5.000 δραχμών και για καθυστέρηση παράδοσης των κοινόχρηστων το ποσό των 500 δραχμών.
Κατά το ίδιο άρθρο 8 του εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ακόμη ότι "μετά την παρέλευση ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας προς παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων η οικοπεδούχος, μετά από απόφαση της διαιτησίας, η οποία αναφέρεται κατωτέρω, θα δύναται να απαιτήσει τον τριπλασιασμό της αποζημιώσεως ή την συνέχιση της καταβολής της αποζημιώσεως ή να κηρύξει έκπτωτο τον εργολήπτη με τας συνεπείας οι οποίες προβλέπονται εις το άρθρον 17 εις βάρος του εργολήπτη".
Υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά και από την ερμηνεία των οικείων όρων του συμβολαίου, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., στις οποίες το Δικαστήριο προσφεύγει ως εκ της ασαφούς διατυπώσεως των σχετικών όρων του συμβολαίου, προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου εργολήπτη ποινική ρήτρα, η οποία καλύπτει αφηρημένα την ζημία από τη μη έγκαιρη εκπλήρωση της κύριας παροχής ασχέτως αν επήλθε πράγματι ή όχι ζημία, αφού η "αποζημίωση" ορίσθηκε, κατά την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 405 του Α.Κ., να καταπίπτει με την πάροδο της δήλης ημέρας που προβλέπεται κατά τα άνω ανεξαρτήτως υπερημερίας του οφειλέτη.
Με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 8, ότι δηλαδή μετά την πάροδο έτους από την εκπνοή της προθεσμίας προς παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων η οικοπεδούχος έχει υπό τις εκτιθέμενες προϋποθέσεις τη διαζευκτική ευχέρεια επιλογής κάποιων από των προβλεπόμενων δικαιωμάτων, οι συμβαλλόμενοι δεν θέλησαν τη θέσπιση αποσβεστικής προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε κατά την αληθή βούλησή τους να ασκηθεί η γεννηθείσα αξίωση ποινικής ρήτρας με την έγερση σχετικής αγωγής, αλλά καθόρισαν τα δικαιώματα του εργοδότη και ρύθμισαν τον τρόπο ενάσκησής τους μετά την άπρακτη παρέλευση έτους από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθούν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες και τα κοινόχρηστα στην ενάγουσα, θεσπίζοντας υπέρ αυτής τη δυνητική διαζευκτική ευχέρεια είτε να απαιτήσει τριπλασιασμό της αποζημιώσεως είτε την κήρυξη του εργολάβου εκπτώτου υπό τις οριζόμενες προϋποθέσεις και κατόπιν αποφάσεως της διαιτησίας.
Η απαίτηση δηλαδή καταβολής της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε με την παρέλευση της δήλης ημέρας αρχίζει από μόνη την πάροδο της προθεσμίας προς παράδοση της αντιπαροχής και συνεχίζεται χωρίς χρονικό περιορισμό και άλλες προϋποθέσεις, ενώ η πάροδος έτους που προβλέπεται από το άρθρο 8 αναφέρεται στα διαζευκτικά παρεχόμενα δικαιώματα είτε του τριπλασιασμού της ποινικής ρήτρας είτε της κήρυξης του εργολάβου εκπτώτου για την ενάσκηση των οποίων και μόνο πρέπει να προηγηθεί απόφαση της διαιτησίας.
Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, που απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί απόσβεσης της ένδικης αξιώσεως λόγω μη άσκησής της εντός της αποκλειστικής προθεσμίας που συμφωνήθηκε, πάντως δε για το χρονικό διάστημα πέραν του έτους, αφού δεν τηρήθηκαν όσα ορίζονται στο άρθρο 8 και δη απόφαση της διαιτησίας, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τους υπό στοιχ. 2-4 λόγους εφέσεώς του δεν είναι βάσιμα ... .
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση του έργου εκδόθηκε η υπ' αριθ. …/1995 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Καλαβρύτων, η οποία αναθεωρήθηκε την 21-12-1995, πριν δηλαδή από την υπογραφή του συμβολαίου. Από την επομένη άρχισε η προθεσμία των δύο μηνών εντός των οποίων έπρεπε να γίνει έναρξη των οικοδομικών εργασιών.
Έτσι, η πάροδος της δίμηνης αυτής προθεσμίας και συγκεκριμένα η 23-2-1996 αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας των 30 μηνών για την αποπεράτωση του έργου, που συμπληρώθηκε την 23-8-1998. Ο εναγόμενος δεν αποπεράτωσε μέχρι την παραπάνω ημερομηνία το έργο. Ειδικότερα, παρέδωσε την υπό στοιχ. 3 διώροφη μεζονέτα την 30-5-2000, δηλαδή με καθυστέρηση 643 ημερών και τις υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ενάγουσας, καθώς και τους κοινόχρηστους χώρους την 30-5-2001, δηλαδή με καθυστέρηση 1008 ημερών.
Επομένως, κατέπεσε η συμφωνηθείσα με το άρθρο 8 του εργολαβικού συμβολαίου ποινική ρήτρα, η οποία καλύπτει αφηρημένα την ζημία από την έγκαιρη εκπλήρωση της κύριας παροχής, ανεξαρτήτως αν υπάρχει ή όχι ζημία και οφείλεται από μόνο τον λόγο ότι συμφωνήθηκε με την παρέλευση της δήλης ημέρας. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση και υπέρβαση των προθεσμιών που συμφωνήθηκαν δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του αλλά στο γεγονός ότι από τον Οκτώβριο του 1997 μέχρι τον Ιούνιο του 1999 η διερχόμενη στην πρόσοψη του οικοπέδου δημοτική οδό ...
δεν είχε διανοιγεί και δεν ήταν προσπελάσιμη με συνέπεια να μην είναι δυνατή η διέλευση του εργατοτεχνικού προσωπικού και των αναγκαίων για την κατασκευή του έργου μηχανημάτων και υλικών στο χώρο του οικοπέδου, δεν είναι βάσιμος. Η οδός ... στο σημείο που εξυπηρετούσε το ακίνητο της ενάγουσας ήταν προσπελάσιμη και δεν παρεμποδιζόταν η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, σύμφωνα και με τα προσκομιζόμενα με επίκληση υπ' αριθ. .../2001, .../2004 και .../2006 έγγραφα του Δήμου Ακράτας.
Το δεύτερο εξ αυτών βεβαιώνει σαφώς ότι η οδός ... στο κρίσιμο για την υπόθεση τμήμα ήταν προσπελάσιμη αναφέροντας ότι "εκ παραδρομής" το πρώτο έγγραφο βεβαίωνε τα αντίθετα, ενώ και από το τρίτο έγγραφο που κάνει λόγο για "μη ομαλή διέλευση για ένα διάστημα" (χωρίς να καθορίζει ποίο) συνάγεται ότι υπήρχε δυνατότητα προσπέλασης.
Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος ουδέποτε πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής επικαλέσθηκε τέτοια περιστατικά που ανυπαιτίως συνέβαλαν στην καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου και σε επανειλημμένες εξώδικες διαμαρτυρίες και προσκλήσεις της ενάγουσας κατά την 9 και 27-2-2001 ουδεμία απάντηση έδωσε. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του και συνδρομής λόγου ανώτερης βίας που παρεμπόδιζε στην έγκαιρη εκτέλεση του έργου, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής πέμπτος λόγος της εφέσεως δεν είναι βάσιμος ... .
Περαιτέρω, η ποινική ρήτρα που αναλογεί κατά τα άνω ανέρχεται σε 5.000 δραχμές για κάθε ημέρα καθυστέρησης για την παράδοση καθεμιάς οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αποτελούν την αντιπαροχή της ενάγουσας από την εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα: α) για την υπό στοιχ. 3 διώροφη μονοκατοικία (μεζονέτα) για χρονικό διάστημα από 24-8-1998 μέχρι 30-5-2000 στο ποσό των 3.215.000 δραχμών (643 ημ.
Χ 5.000) και β) για καθεμία από τις υπόλοιπες τέσσερις (4) οριζόντιες ιδιοκτησίες για το χρονικό διάστημα από 24-8-1998 μέχρι 30-5-2001 στο ποσό των 5.040.000 δραχμών (1008 ημ. Χ 5000) και συνολικά σε 20.160.000 δραχμές (5.040.000 Χ 4). Επίσης, για κάθε ημέρα καθυστέρησης για την παράδοση των κοινόχρηστων χώρων για το χρονικό διάστημα από 24-8-1998 μέχρι 30-5-2001 στο ποσό των 504.000 δραχμών (1008 χ 500).
Έτσι, οφείλεται συνολικά το ποσό των 23.879.000 δραχμών (3.215.000 + 20.160.000 + 504.000)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, και αφού δέχθηκε την αίτηση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), περί μειώσεως της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας στο μέτρο που αρμόζει, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000.000 δραχμών (44.020,54 ευρώ).
Ακολούθως δε αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτό, ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα μεγαλύτερο του ανωτέρω ποσό για την πιο πάνω αιτία, επειδή δεν συνέτρεχε λόγος μειώσεώς της στο προσήκον μέτρο, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, το άνω ποσό των 44.020,54 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού διαπίστωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την ύπαρξη αμφιβολίας και κενού σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τον όρο 8, που περιέχεται στο υπ' αριθμ. .../7-11-1996 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό ανέγερσης οικοδομής του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, ως προς το εάν τα συμβαλλόμενα μέρη: 1) συμφώνησαν υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου εργολήπτη ποινική ρήτρα, η οποία καλύπτει αφηρημένα τη ζημία από τη μη έγκαιρη εκπλήρωση της κύριας παροχής (παράδοση οριζόντιων ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων χώρων), ασχέτως του αν επήλθε πράγματι ζημία, 2) θέλησαν η απαίτηση καταβολής της ποινικής ρήτρας να καταπίπτει με την παρέλευση της δήλης ημέρας, που αρχίζει από την πάροδο της ημέρας αυτής, χωρίς χρονικό περιορισμό και άλλες προϋποθέσεις, ή θέσπισαν αποσβεστική προθεσμίας ενός έτους, εντός της οποίας έπρεπε να ασκηθεί η γεννηθείσα αξίωση ποινικής ρήτρας με την έγερση σχετικής αγωγής, μετά από απόφαση της διαιτησίας, ενόψει δε αυτών προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αναγκαιότητα εφαρμογής των κανόνων αυτών, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, τόσον ως προς το ότι η προβλεπόμενη στον ως άνω όρο του εργολαβικού συμβολαίου "αποζημίωση", για την μη έγκαιρη παράδοση της αντιπαροχής της ενάγουσας, ορίσθηκε ως ποινική ρήτρα, που κατά την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ, καταπίπτει με την πάροδο της δήλης ημέρας που προβλέπεται κατά τα άνω ανεξαρτήτως υπερημερίας του οφειλέτη, όσον και ως προς το ότι η απαίτηση καταβολής της ποινικής ρήτρας καταπίπτει με την παρέλευση της δήλης ημέρας, που αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας παράδοσης της αντιπαροχής και συνεχίζεται χωρίς χρονικό περιορισμό και άλλες προϋποθέσεις, αφού η πάροδο του έτους που προβλέπεται από το άρθρο 8 του άνω συμβολαίου, δεν θεσπίζει αποσβεστική προθεσμία επιδίωξης της αξίωσης αυτής, και το τελευταίο δεν έχει σχέση με την έναρξη και το χρόνο επιδίωξης της άνω συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, αλλά αναφέρεται στα διαζευκτικά παρεχόμενα στην ενάγουσα δικαιώματα είτε του τριπλασιασμού της ποινικής ρήτρας, είτε της κήρυξης του εργολάβου εκπτώτου, για την ενάσκηση των οποίων και μόνο έπρεπε να προηγηθεί απόφαση της διαιτησίας.
Ενόψει δε της άνω ερμηνείας του προρρηθέντος όρου του εργολαβικού συμβολαίου, και μετά την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου, περί του ότι η υπερημερία του, ως προς την έγκαιρη εκπλήρωση της αντιπαροχής που δικαιούταν η ενάγουσα, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, ήσαν εφαρμοστέες οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404 και 405 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, καθόσον, τα ανελέκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των άνω νομικών διατάξεων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη εξέπεσε του δικαιώματος να ζητήσει την πέραν του έτους συνέχιση της καταβολής της ποινικής ρήτρας, αφού δεν προσέφυγε στη διαιτησία, μετά την πάροδο έτους από την εκπνοή της προθεσμίας παράδοσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων, όπως ρητά προβλέπεται στον όρο 8 παρ. 3 της μεταξύ τους συμβάσεως (προσύμφωνο-εργολαβικό), ο οποίος είναι νόμιμος και ισχυρός, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, ανεξάρτητα από την βασιμότητά του, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η επικαλούμενη έκπτωση της αναιρεσίβλητης από το ως άνω δικαίωμά της, προέρχεται από διάταξη ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 361 ΑΚ) και όχι δικονομικού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν, αλλά αρκεί προς τούτο η κατ' είδος αναφορά αυτών, ούτε να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ. γ` αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην απορριπτική κρίση της ένστασης του αναιρεσείοντος, ότι η καθυστέρηση παράδοσης στην αναιρεσίβλητη των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής της, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του αλλά στο γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη και συγκεκριμένα στο ότι δεν υπήρχε πρόσβαση στο οικόπεδό της από τον Οκτώβριο του έτους 1997 έως τον Ιούνιο του 1999, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) το υπ' αριθ. .../21-6-1999 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, β) την υπ' αριθ. .../3-9-2001 έγγραφη βεβαίωση του Δημάρχου Ακράτας, γ) την από 25-1-1996 αίτηση του Δήμου Ακράτας προς το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων για τη σύνταξη της αναγκαίας για τη διάνοιξη της οδού ...
πράξης αναλογισμού και δ) την υπ' αριθ. 4/1998 πράξη αναλογισμού της άνω υπηρεσίας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, με ειδική μάλιστα μνεία και αξιολόγηση του άνω υπό στοιχ.
β'εγγράφου, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση των υπ' αριθ. .../2001, .../2004 και .../2006 εγγράφων βεβαιώσεων του Δήμου Ακράτας, με το να δεχθεί ως αληθές το περιεχόμενο του δευτέρου των εγγράφων αυτών, που δήθεν βεβαίωνε ότι η οδός ...
στο κρίσιμο για την υπόθεση τμήμα της ήταν προσπελάσιμη και ότι εκ παραδρομής βεβαίωνε τα αντίθετα, το πρώτο των εγγράφων αυτών, που είχε προσκομίσει ο ίδιος (αναιρεσείων) πρωτοδίκως και αποδείκνυε το βάσιμο του ισχυρισμού του, ότι η διερχόμενη στην πρόσοψη του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης δημοτική οδός ...
δεν είχε διανοιγεί, παραλείποντας να αναφέρει το περιεχόμενο του τρίτου εγγράφου, που με τη σειρά του αναιρούσε το δεύτερο, και το οποίο, σε συνδυασμό με το πρώτο μπορούσε να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό του, περί του ότι η καθυστέρηση παράδοσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών που είχε συμφωνηθεί να λάβει ως αντιπαροχή η αναιρεσίβλητη, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές του, ως προς τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, συνεκτίμησε το περιεχόμενο των προαναφερομένων βεβαιώσεων του Δήμου Ακράτας, μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε τα έγγραφα αυτά, αλλά απέδωσε στα τελευταία νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-12-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 629/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ