Legislator Case Law & Legislation
1763/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-falsification of guarantee contract terms.

Case Number 1763/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a bank guarantee contract. The appellant argued the contract was falsified regarding the guarantor's signature and the loan amount, citing a witness testimony that the wife signed blank forms later filled by the bank. The court rejected this claim as the witness failed to explain the specific agreement on missing details like dates and amounts, rendering the testimony unpersuasive. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning was clear, consistent, and sufficient for appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the falsification of a contract is inadmissible if the lower court's findings on the missing terms of the agreement are supported by evidence that does not establish a specific agreement on those terms.

Keywords

AI generated
bank guarantee contract falsification of documents blank signature appellate review standard witness testimony credibility Code of Civil Procedure guarantor liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 847, 848, 851 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1763 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1763/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σφαλαγκάκου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζιτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" και πρωην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-1992 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1993 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς λόγω αρμοδιότητας, 2475/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και 1182/1999 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2001 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 291/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι 211/2003 μη οριστική και 776/2005 οριστική, αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς την αναίρεση της τελευταίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2006 αίτησης της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 13-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο προτεινόμενος από τον εισηγητή αναιρεθεί δε για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη παραβίαση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα του δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα δικαίου, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάστηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός αυτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα και οι κανόνες δικαίου στην εξειδίκευση των οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχείο Γ α') η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διότι όπως επί λέξει αναφέρει " κατά την έναρξη της συνεδριάσεως η ένδικη υπόθεση εξεφωνήθη από άλλη σύνθεση του δικαστηρίου, με Πρόεδρό της Πρόεδρο Εφετών κατά βαθμό προφανώς δε και τον οικείο εισηγητή δικαστή και κατά τη συζήτηση με άλλη σύνθεση με πρόεδρο τον προεδρεύοντα εφέτη Ιωσήφ Βέλλα και εισηγήτρια την εφέτη κ.

Μαρία Βαρελλά και ανακύπτει το εύλογο ερώτημα γιατί η τοιαύτη αλλαγή την τελευταία στιγμή και η ανάθεση της έκδοσης απόφασης εις υπόθεση μείζονος ενδιαφέροντος λόγω πλαστογραφίας εις την εν λόγω νέα σύνθεση;" Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποία είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, που έγκειται η παραβίαση και ποίο το εξ αυτής σφάλμα του εφετείου.

ΙΙ . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚπολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα αποδεικτικά μέσα ή τα επιχειρήματα για την αποδεικτική βαρύτητα ορισμένου αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Γ γ' λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ αποδίδει, επί λέξει, στο εφετείο την αιτίαση, ότι "δεν έλαβε υπόψιν του πράγματα (αυτοτελείς ισχυρισμούς) που τυγχάνουν νόμιμα, προβλήθηκαν παραδεκτώς και προτάθηκαν μετά προσκομίσεως και επικλήσεως των σχετικών εγγράφων: 1 (υπό αριθμ.2....4 σχετικά),τα οποία συνιστούν ουσιώδεις ισχυρισμούς και δια των οποίων γίνεται επίκληση γεγονότων τα οποία αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματός μου και θα ασκούσαν σημαντική επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού ούτω θα αναγνωρίζοντο εμμέσως μεν πλην σαφώς, οι ως άνω χιλιοειπωμένες "εν λευκώ" υπογραφές δια των οποίων αποδεικνύετο η παρά της αντιδίκου τηρουμένη έκτοτε και μέχρι σήμερα έτι τακτική της εν λευκώ υπογραφής παρ.

αυτής και πελατών της δανειοληπτικών συμβάσεων και προσθέτων πράξεων "εν λευκώ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω στοιχεία δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.6, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά αποδεικτικά μέσα, ούτε επίσης αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα από την εκτίμηση και ανάλυση των αποδείξεων, ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, ότι κατά παγία πρακτική της αναιρεσίβλητης, κατά την κατάρτιση δανειοληπτικών συμβάσεων με πελάτες της, οι σχετικές δανειοληπτικές συμβάσεις υπογράφονται από τους νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης και τους δανειολήπτες, εν λευκώ, χωρίς να έχουν συμπληρωθεί όλα τα στοιχεία αυτών.

Κατά άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453, 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός πρέπει τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα να έχουν προσκομισθεί προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται, αν το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, δεν κατατείνει στην απόδειξη ή ανταπόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών αλλά αφορά στην αξιοπιστία μάρτυρα ή στην απόδειξη ή ανταπόδειξη επουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση με τον άνω υπό στοιχείο Γ γ' λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά παγία τακτική της, κατά την κατάρτιση δανειοληπτικών συμβάσεων με πελάτες της απαιτεί, την "εν λευκώ" υπογραφή αυτών, χωρίς τη συμπλήρωση όλων των αναγκαίων στοιχείων τους, τα οποία αυτή συμπληρώνει εκ των υστέρων.

Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί απλό επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Από τη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και με ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως κρίνει για την αναγκαιότητα του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα, που για να γίνουν αντιληπτά απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Γ δ' λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί πως έλαβε χώρα αυξομείωση των βιοτεχνικών δανείων του συζύγου της πρωτοφειλέτη, χωρίς να διατάξει προς τούτο πραγματογνωμοσύνη από οικονομολόγο προς έρευνα των τηρούμενων από την αναιρεσίβλητη λογαριασμών για την διακρίβωση των κονδυλίων αυτών, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματός της, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη ή μη της ως άνω πραγματογνωμοσύνης ανήκε στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου και ως εκ τούτου η σχετική κρίση της εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Ο από το άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν αποτελεί η γνωμοδότηση του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, ως αποτελούσα ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως κατ' άρθρο 387 ΚΠολΔ και τις γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό πόρισμά εκτίθεται σαφώς.

Εξ άλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.12, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο εφετείο κατ' εκτίμηση τις αιτιάσεις, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ...

εκθέσεως της πραγματογνώμονος Φ1, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της (λόγο ανακοπής) περί νοθεύσεως από τους υπαλλήλους της καθής, της συμβάσεως εγγυήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε εις βάρος της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθώς και ότι παραμόρφωσε εννοιολογικά τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ.12, 119-125 σχετικών έγγραφα (υπό στοιχεία Γ ε και Γ στ λόγοι) Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η έκθεση του πραγματογνώμονα δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ.

αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο συνεκτιμώμενο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ως προς τα άλλα δε έγγραφα, που κατά την αναιρεσείουσα παραμορφώθηκαν εννοιολογικώς από το δικαστήριο, ο σχετικός λόγος (υπό Γ στ') είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν καθορίζει το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και ποίο περιεχόμενο προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο.

Τέλος ο υπό στοιχεία Γ β λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το εφετείο ότι στην τέταρτη σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται "... καθής η ανακοπή-εκκαλούσα", ενώ αυτή ήταν εκκαλούσα και ανακόπτουσα, είναι αβάσιμος, διότι η φραστική αυτή πλημμέλεια δεν θεμελιώνει κανέναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικούς λόγους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 361,874 ΑΚ, 112 Εισ,Ν ΑΚ, 669 Εμπ.Ν.., 47 και 64-67 του π.δ. 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει, ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός, από τον οποίο δημιουργείται μία διαρκής έννομη σχέση, υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση, όπως μη επιδιώκουν ή διαθέτουν μεμονομένως τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά καταχωρίζουν αυτές σε τρέχοντα λογαριασμό, με μορφή χρεοπιστωτικών κονδυλίων, με σκοπό να οφείλεται το μέλλον να προκύψει από το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847, 848 και 851 ΑΚ, προκύπτει περαιτέρω, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για την καταβολή, από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά το κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής (ήτοι της πιστώσεως), για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για χρηματικές απαιτήσεις (κονδύλια του λογαριασμού) που αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την οποία αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (με την ιδιότητα του εγγυητή) στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις όμως του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως ή και των προσθέτων στη συνέχεια συμβάσεων (όλων ή μερικών) εφόσον και αυτές εγγυήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ανακοπή της η ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης και εις βάρος της εκδοθείσας, μετ' αίτηση της αναιρεσίβλητης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενη ότι δεν συνέτρεχε η κατά νόμο απόδειξη της απαίτησης εγγράφως, διότι η από 20.9.1990 σύμβαση εγγύησης, με βάση την οποία εκδόθηκε εις βάρος της η διαταγή πληρωμής, δεν είχε υπογραφεί από αυτή, αλλά νοθεύτηκε, από τους υπαλλήλους της καθής η ανακοπή, ως προς τη χρονολογία και το ποσό της εγγύησης, προγενέστερη από του έτους 1986 σύμβαση την οποία αυτή υπέγραψε εν λευκώ, εγγυηθείσα για οφειλή του συζύγου της μέχρι του ποσού των 516.000 δρχ..

Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ως αποδειχθέντα τα εξής: Δυνάμει της υπ' αριθ. ...συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό τρεχούμενο (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε ανάμεσα στην ανακόπτουσα εφεσίβλητη Τραπεζιτική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."και το Π1, σύζυγο της καθής η ανακοπή - εκκαλούσηs Χ1 ως πιστούχο, ανοίχθηκε υπέρ αυτού (Π1) πίστωση nεξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού πεντακοσίων δέκα έξι χιλιάδων (516.000) δραχμών που λειτούργησε σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στη σύμβαση αυτή.

Η πιο πάνω σύμβαση πιστώσεως (η οποία προσκομίζεται σε πρωτότυπο) συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων με το ανώτατο ισχύον όριο τόκου και προμηθειών και με την υποχρέωση να πληρώνεται στο τέλος κάθε τριμήνου κατά το οποίο θα κλείνεται περιοδικά ο λογαριασμός σύμφωνα με το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ. Σε περίπτωση που το ποσό των τόκων και προμηθειών δεν καταβληθεί, συμφωνήθηκε να ανατοκίζεται ανά τρίμηνο και να έχει το δικαίωμα η πιστώτρια Τράπεζα να μεταφέρει το ποσό αυτό σε χρέωση του λογαριασμού της πιο πάνω πίστωσης χωρίς να χρειάζεται να ειδοποιήσει τον οφειλέτη.

Με την ίδια σύμβαση ρητά συνομολογήθηκε το δικαίωμα της πιστώτριας Τράπεζας να κλείνει οριστικά το λογαριασμό που εξυπηρετεί την πίστωση που ανοίχθηκε, ελεύθερα και οποτεδήποτε, το δε κατάλοιπο του λογαριασμού αν τυχόν κλεισθεί, να είναι απαιτητό με τόκο υπερημερίας ίσο με το ανώτατο που επιτρέπεται για τις τραπεζικές συναλλαγές.

Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά ότι η οφειλή που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως του πιο πάνω πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, θα αποδεικνύεται με απόσπασμα από τα βιβλία της, όπου θα φαίνεται η κίνηση των λογαριασμών της πίστωσης, του αποσπάσματος αυτού αναγνωριζομένου από τον πιο πάνω πιστούχο ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαιτήσεως της πιστώτριας Τράπεζας εναντίον του.

Στη συνέχεια με τις υπ' αριθ. ..., ..., ...και ...πρόσθετες πράξεις αυξήσεως οι πρώτες και μειώσεως η τελευταία οι οποίες όλες προσκομίζονται από την εφεσίβλητη σε πρωτότυπο και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τη βασική σύμβαση, αυξήθηκε, αντιστοίχως, το ύψος της πιστώσεως κατά 120.000 δραχμές, 714.000 δραχμές και 3.800.000 δραχμές και τέλος μειώθηκε κατά 515.000 δραχμές, με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος της πιστώσεως να φθάσει το ποσό των 4.635.000 δραχμών.

Επειδή ο πιστούχος, δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσει; του από την πιο πάνω σύμβαση, η πιστώτρια - εφεσίβλητη Τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." έκλεισε οριστικά στις 24.10-.1991 τον πιο πάνω λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε την ημερομηνία εκείνη υπόλοιπο ύψους 5.547.178 δραχμών. Με την από 18.11.1991 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, την οποία η πιστώτρια Τράπεζα κοινοποίησε στο Π1 στις 22 Νοεμβρίου 1991, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., γνωστοποίησε σ' αυτόν το κλείσιμο του λογαριασμού που τηρήθηκε μεταξύ της με βάση τις ως άνω συμβάσεις (κυρία και πρόσθετες πράξεις) προσκαλώντας τον ίδιο να της καταβάλει το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οκτώ (5.547.178) δραχμών όπως τούτο (υπόλοιπο) εφαίνετο στα επισυναπτόμενα και συγκοινοποιούμενα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά.

Με την από 20 Σεπτεμβρίου 1990 έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως (η οποία επίσης προσκομίζεται από την εφεσίβλητη Τράπεζα σε πρωτότυπο), η εκκαλούσα Χ1, σύζυγος του πιστούχου Π1, εγγυήθηκε προς την πιστώτρια Τράπεζα, ως αυτοφειλέτρια, την τήρηση όλων των υποχρεώσεων από την πιο πάνω σύμβαση του οφειλέτη πιστούχου συζύγου της.

Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα Χ1 με την ως άνω έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως, με την οποία ρητά δηλώνει ότι έλαβε γνώση ότι η Τράπεζα άνοιξε, δυνάμει της υπ' αριθ. ... συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, πίστωση υπέρ του συζύγου της μέχρι του ποσού των 4.635.000 δραχμών, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την τράπεζα υπέρ του πιστούχου την υπό τούτου εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση παντός οιοδήποτε και αν είναι, κατά το οριστικό κλείσιμο της άνω πιστώσεως και των δυνάμει αυτής τηρουμένων λογαριασμών, καταλοίπου, πλέον τόκων και προμηθειών και γενικώς την παρά του πιστούχου εκπλήρωση όλων των δια της συμβάσεως αναλαμβανομένων έναντι της τράπεζας υποχρεώσεών του, ενεχόμενη εις ολόκληρον με αυτόν και ως αυτοφειλέτρια, παραιτούμενη της ενστάσεως της διζήσεως και γενικώς των ενστάσεων και παντός δικαιώματος από τις διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Με την από 19.9.1990 δήλωση προς την πιστώτρια Τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", (η οποία και αυτή προσκομίζεται από την εφεσίβλητη σε πρωτότυπο) στην οποία συμπεριλαμβάνεται δήλωση της εγγυήτριας Χ1 ότι έχει εγγυηθεί προς την Τράπεζα αυτή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης ο πρωτοφειλέτης Π1;

ο τελευταίος (Π1) και η εγγυήτρια Χ1 ανέλαβαν την υποχρέωση και δήλωσαν στην ως άνω Τράπεζα, γνωρίζοντες ότι με την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έχει ανοιχθεί πίστωση μέχρι του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων τριακοσίων χιλιάδων (4.300.000) δραχμών υπέρ του πιστούχου, ότι θα εξοφλήσουν το συνολικό ποσό της χρηματοδοτήσεως;

που θα γίνει δυνάμει της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως στις εξής προθεσμίες: 20.3.1991 δραχμές 400.000,20.6.1991 δραχμές 390.000, 20.9.1991 .δραχμές 390 000, 20.12.1991 δραχμές 390000, 20.3.1992 δραχμές 390.000, 20.6.1992 δραχμές 390000, 20.9.1992 δραχμές 390.000, 20.12.1992 δραχμές 390.000,20.3.1993 δραχμές 390.000,20.6.1993 δραχμές 390.000 και 20.9.1993 δραχμές 390.000. Το κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού, που παρουσίαζε, όπως προαναφέρθηκε, υπόλοιπο υπέρ της πιστώτριας Τράπεζας ύψους 5.547.178 δραχμών, γνωστοποίησε η τελευταία στην εγγυήτρια Χ1 στις 23.11.1991 με την από 18.11.1991 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, η οποία της κοινοποιήθηκε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... και τις συνημμένες σ' αυτήν από 2.11.1991 και 23.11.1991 αντίστοιχα απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου του ίδιου δικαστικού επιμελητή και βεβαίωση του ίδιου, στις 23 Νοεμβρίου 1991. Με το ίδιο έγγραφο, εκαλείτο ο εγγυήτρια Χ1 να καταβάλει στην πιστώτρια Τράπεζα το παραπάνω χρεωστικό υπόλοιπο των 5.547.178 δραχμών, όπως αυτό εμφαίνετο στα επισυναπτόμενα και συγκοινοποιούμενα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά, καθώς και τον επ' αυτών τόκο μέχρις εξοφλήσεως και τον αναλογούντα ειδικό φόρο Τραπεζικών Εργασιών επί των τόκων.

Με την από 26.11.1991 επιστολή προς την πιστώτρια Τράπεζα ο πιστούχος Π1 ανεγνώρισε ως οφειλόμενο σε εκείνη, από την λειτουργία το ανωτέρω λογαριασμού, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων τετρακοσίων τριών χιλιάδων τετρακοσίων πέντε (5.403.405) δραχμών, δηλώνοντας ρητώς ότι, κατόπιν προσεκτικού ελέγχου όλων των ποσών που πέρασαν στον ανωτέρω λογαριασμό κατά το Γ' Τρίμηνο του έτους 1991, διαπίστωσε ότι το ανωτέρω υπόλοιπο είναι απόλυτα ακριβές γι' αυτό και το αναγνωρίζει χωρίς καμμία επιφύλαξη σαν νόμιμο και σύμφωνο με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως πιστώσεως.

Στη συνέχεια η εφεσίβλητη Τράπεζα με την από 28.11.1991 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επειδή οι εις ολόκληρον ενεχόμενοι έναντί της πιστούχος και εγγυήτρια δεν κατέβαλαν το ως άνω οφειλόμενο ποσό, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../1991 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ο οποίος αφού έλαβε υπόψη του: 1°) την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό τρεχούμενο (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της αιτούσας και του Π1 (πρώτου των καθών η αίτηση), 2°) τις ..., ..., ... και ... πρόσθετες πράξεις αυξήσεως βασική σύμβαση, 3°) αντίγραφο του λογαριασμού που τηρήθηκε και μειώσεως της πιστώσεως που αποτελούν ένα ενιαίο όλο με την από τα Εμπορικά βιβλία της αιτούσας και από τα οποία προέκυπτε το χρεωστικό υπόλοιπο που οφείλει ο πιστούχος και η εγγυήτρια στην Τράπεζα και είναι το ποσό των 5.547.178 δραχμών οφειλόμενο από 24.10.1991 με τους νομίμους τόκους, προμήθειες και έξοδα μέχρι την εξόφληση, 4ο) τις υπ' αριθ. ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., 5ο) την από ... σύμβαση εγγυήσεως, 60) την από 26.11.1991 αναγνώριση χρέους, 7ο) το υπ' αριθ. .../20.9.1990 ένταλμα πληρωμής ποσού 4.300.000 δραχμών και 8ο) τη δήλωση καθορισμού δόσεων με την οποία αναγνωρίζουν οι καθών την οφειλή τους, διέταξε τους καθών η αίτηση Π1 και Χ1 σύζυγο Π1 να καταβάλουν στην αιτούσα αδιαιρέτως και εις ολόκληρον ο καθένας το χρεωστικό υπόλοιπο πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οκτώ (5.547.178) δραχμών με τους νομίμους τόκους από 24.10.1991 έως την πλήρη εξόφληση πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων τόκων μετά του αναλογούντος επί τόκων Ειδικού Φόρου επί των Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.).

Κατά της παραπάνω υπ' αριθ. .../1991 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία κοινοποιήθηκε στην Χ1 στις 5.2.199(βλ. υπ' αριθ. 5510/5.2.1992 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς) η τελευταία άσκησε την από 19.2.1992 ανακοπή με τον ένδικο πρώτο λόγο της οποίας αυτή ισχυρίζεται ότι η από 20.9.1990 σύμβαση εγγυήσως βάσει της οποίας εκδόθηκε εναντίον της η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι νοθευμένη ως προς τα αναγραφόμενα σ' αυτήν χρόνο κατάρτισής της (20.9.1990) και χρηματικό ποσό (4.635.000 δραχμές) διότι αυτή (ανακόπτουσα) κατά το έτος 1990 δεν κατάρτισε σύμβαση εγγυήσεως με την καθής ανώνυμη Τραπεζιτική εταιρεία, αλλά είχε συνάψει με την πιστώτρια Τράπεζα σύμβαση εγγυήσεως το έτος 1986 εν λευκώ δηλαδή ασυμπλήρωτη κατά ημεροχρονολογία και ποσό η οποία συντάχθηκε σε αυτοτελές έγγραφο και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως ως προς τα παραπάνω στοιχεία (ημεροχρονολογία και ποσό) από υπαλλήλους της καθής η ανακοπή Τραπεζιτικής εταιρείας παρανόμως και αντίθετα προς τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών δηλαδή εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή της.

Ο ισχυρισμός αυτός της ανακόπτουσας δεν αποδεικνύεται αληθής. Η ειδική δικαστική γραφολόγος Φ1 που ορίστηκε ως πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 211/2003 μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, στην από 3.1.2004 έκθεσή της καταλήγει στα εξής συμπεράσματα, έχοντας εξετάσει το υπό έλεγχο έγγραφο, σε πρωτότυπο: 1ο) ότι στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς υπάρχει απόσβεση με διορθωτικό υγρό τύπου "Blanco".

Κατά την υπ' αυτής εξέταση διαπιστώθηκε ότι στην υπό έλεγχο σύμβαση αρχικά είχε δακτυλογραφηθεί το ποσό των 835.000 δραχμών ολογράφως και αριθμητικώς. Στη συνέχεια έγινε απόσβεση στη γραφή και αριθμογραφή του ποσού αυτού με την έναρξη από τον προηγούμενο στίχο μετά την έντυπη λέξη"δραχμών", δακτυλογραφήθηκε ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 4.635.000 δραχμών, 2ο) ότι στην υπ' αριθ. ...

σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της Τράπεζας Πίστεως Α.Ε. και του Π1 και της Χ1 , ο συγκεκριμένος χρόνος συμπλήρωσης των δακτυλογραφημένων στοιχείων του κειμένου και ο χρόνος χάραξης των υπογραφών των συμβαλλομένων, δεν μπορεί να προσδιοριστεί γραφολογικά ή εργαστηριακά γιατί δεν υπάρχει σχετική επιστημονική μέθοδος, 3ο) ότι στην ίδια ως άνω σύμβαση η υπάρχουσα απόσβεση του αρχικά αναγραφέντος ποσού (ολογράφως και αριθμητικώς) και η δακτυλογράφηση νέου μεγαλύτερου ποσού (ολογράφως και αριθμητικώς) εφόσον δεν επικυρώνεται με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων, στο σημείο της διόρθωσης, αποτελεί νόθευση εγγράφου.

Ότι συνεπώς έμμεσα προκύπτει ότι στην επίδικη σύμβαση υπάρχει νόθευση ως προς το ποσό, εκτός αν από άλλα στοιχεία αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, συγκατατέθηκαν στην τροποποίηση αυτή. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι στο πρωτότυπο κείμενο της από ... συμβάσεως εγγυήσεως υπάρχει μία παρατυπία ότι δηλαδή στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς υπάρχει απόσβεση του αρχικώς αναγραφομένου ποσού 835.000 δραχμών με διορθωτικό υγρό τύπου "Blanco" και στη συνέχεια έχει δακτυλογραφηθεί ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 4.635.000 δραχμών, η διόρθωση δε αυτή δεν έχει επικυρωθεί με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων.

Με μόνον όμως το γεγονός τούτο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία προέβη σε νόθευση εγγράφου εγγυήσεως, η οποία -όπως η ανακόπτουσα ισχυρίζεται- είχε υπογραφεί απ' αυτήν εν λευκώ, δηλαδή χωρίς να έχουν συμπληρωθεί η χρονολογία συντάξεώς της και το ποσό της εγγυήσεως. Το δικαστήριο, απ' όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πείθεται ότι η διόρθωση αυτή, οφειλόμενη στην λανθασμένη αναγραφή του ποσού της εγγυήσεως από παραδρομή του υπαλλήλου της καθής η ανακοπή, έγινε, έστω και αν δεν έχει επικυρωθεί με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων, με την πλήρη γνώση και συναίνεση της ανακόπτουσας κατά τον χρόνο (20.9.1990) συντάξεως και υπογραφής του εγγράφου αυτού από την ίδια.

Και τούτο, διότι 1ο) η ίδια η ανακόπτουσα, την ίδια ημέρα (20.9.1990), συνεβλήθη εκ τρίτου ως εγγυήτρια στην υπ' αριθ. 1732/20.9.1990 πρόσθετη πράξη αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή και του συζύγου της Π1 και δυνάμει της οποίας αυξήθηκε η χορηγηθείσα στον τελευταίο από την πρώτη πίστωση κατά 3.800.000 δραχμές και έτσι η αρχική πίστωση ύψους 835.000 δραχμών ανήλθε στο ποσό των 4.635.000 δραχμών.

Στη σύμβαση αυτή, συνεβλήθη εκ τρίτου ως εγγυήτρια η ανακόπτουσα Χ1 και δήλωσε ρητώς ότι εγγυάται ανεπιφυλάκτως προς την πιστώτρια Τράπεζαν την εμπρόθεσμη και πλήρη εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου της δια των προηγουμένων συμβάσεων και της παρούσης συμβάσεως συνομολογουμένης πιστώσεως (βλ. πέμπτο όρο της πρόσθετης αυτής πράξης).

Με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων που υπέβαλε η ανακόπτουσα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται ότι και η ως άνω αναφερομένη υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη αυξήσεως της πιστώσεως είναι πλαστογραφημένη γιατί όλες οι συμπληρώσεις των διάκενων διάστικτων σειρών είναι εκτός των σειρών αυτών και κυρίως η συμπλήρωση του ποσού των 4.635.000 δραχμών.

Μόνον όμως το γεγονός ότι η συμπλήρωση των διάκενων διάστικτων σειρών του εντύπου της εφεσίβλητης Τράπεζας όπου συντάχθηκε η εν λόγω πρόσθετη πράξη αυξήσεως της πιστώσεως του Π1, μεταξύ των οποίων και η συμπλήρωση του ποσού των 4.635.000 δραχμών ολογράφως και αριθμητικώς, έγινε κατά τρόπο ώστε αυτή (συμπλήρωση) να μην εφάπτεται των διάστικτων σειρών, δεν αποτελεί καν ένδειξη πλαστογραφίας εκ μέρους της εφεσίβλητης και κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, αφού η καταγγελλόμενη από την ανακόπτουσα πράξη, λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα, έχει υποκύψει σε παραγραφή. 2ο) Στην από 19.9.1990 δήλωση καθορισμού δόσεων που αφορά στην υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με το περιεχόμενο που παραπάνω αναλυτικά έχει εκτεθεί και που αφορά καθορισμό εξοφλήσεως του ποσού των 4.300.000 δραχμών με τριμηνιαίες δόσεις εκ μέρους του πιστούχου Π1 εμπεριέχεται χωριστή δήλωση της ανακόπτουσας Χ1 ότι έχει εγγυηθεί προς την πιστώτρια Τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο πρωτοφειλέτης Π1 με την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστώσεως και ότι με την ιδιότητά της αυτή εγγυάται με τους ίδιους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη όπως προσδιορίζονται με την ως άνω δήλωσή του (καθορισμού δόσεων αποπληρωμής του ως άνω ποσού). Περαιτέρω, ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται νόθευση του περιεχομένου της από ...

συμβάσεως εγγυήσεως. Κατέθεσε βεβαίως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου ο μάρτυς και σύζυγος της ανακόπτουσας Π1, ο οποίος εξετάσθηκε με την επιμέλεια της τελευταίας, ότι η καθής η ανακοπή Τράπεζα έχει προβεί σε νόθευση της εν λόγω συμβάσεως εγγυήσεως, διότι η σύζυγός του είχε υπογράψει ως εγγυήτρια μόνον σε δύο προγενέστερες συμβάσεις που αφορούσαν τα ποσά των 516.000 δραχμών και 1.200.000 δραχμών αλλά "εν λευκώ" ως προς το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων αυτών και ως προς τα ποσά που αφορούσαν και ότι έχοντας τη πιστώτρια Τράπεζα τα "εν λευκώ" υπογραφέντα από τη σύζυγό του έντυπα συμβάσεων εγγυήσεων, συμπλήρωσε ένα από τα δύο αυτά έγγραφα αυθαιρέτως και παρανόμως, χωρίς αυτή να το γνωρίζει.

Όμως, η κατάθεση του μάρτυρος αυτού δεν κρίνεται πειστική από το δικαστήριο. Και αυτό, διότι ο εν λόγω μάρτυρας, όπως εξάλλου και η ίδια η ανακόπτουσα, αν και υποστηρίζουν ότι η τελευταία έχει υπογράψει προγενέστερες συμβάσεις εγγυήσεως εν λευκώ, δεν εξηγούν ποίο είναι το νόημα και ο σκοπός υπογραφής συμβάσεων εγγυήσεων με ασυμπλήρωτα τα πλέον καίρια σημεία αυτής (χρόνος κατάρτισης και ποσό) και, περαιτέρω, ποια εν πάση περιπτώσει ήταν η ειδικότερη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων ως προς τον τρόπο και χρόνο συμπλήρωσης των κενών αυτών σημείων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό -λόγο ανακοπής-της ήδη αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας) ότι η έγγραφη σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε εις βάρος της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι νοθευμένη ως προς το ποσό και την χρονολογία κατάρτισης, απέρριψε δε και τον επαναφερθέντα ενώπιόν του με λόγο έφεσης ως άνω ισχυρισμό. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 847, 848 και 851 ΑΚ και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, αναιρετικός λόγος, τον οποίο προέτεινε ο Εισηγητής, είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.07.2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 776/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ