Legislator Case Law & Legislation
1763/2007 AI generated

1763/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1763/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1763/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992, 1442) Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Ετσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Keywords

AI generated
athlete management contract transfer of part of emoluments reimbursement of transport costs extortion of excessive official fees bribery of foreign public officials misappropriation of salary deductions
AI generated
1701/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
590/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου - Εισηγήτρια, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
1025/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά) - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
1965/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
66/2026
Εισάγονται προς συζήτηση οι από 21.12.2023 αίτηση αναίρεσης και οι από 21.3.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 12-11-2014 [με τη με αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1763 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1763/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "...... και Σια ΕΕ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Δημητρακόπουλος.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σαμαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 166/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης λόγω αρμοδιότητας, 351/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου και 11/2005 του Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς ή αφορούν επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992, 1442) Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Ετσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει. Η ευθύνη δε του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Ετσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχής (ΑΚ 481).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την από 25-1-1999 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλούμενη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, εζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή του αναδεχθέντος από αυτόν χρέους, δέχθηκε νοηματικά ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Μεταξύ της εκκαλούσας, (και ήδη αναιρεσείουσας) που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν γραφείο Τουρισμού στην ...., και του Σωματείου με την επωνυμία "....." καταρτίσθηκε, κατά το θέρος του έτους 1992, σύμβαση μεταφοράς προσώπων, με την οποία η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει με δικά της μεταφορικά μέσα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας τις αθλήτριες του Σωματείου και τους συνοδούς αυτών για τη διεξαγωγή των προγραμματισμένων αγώνων.

Κατά τις αρχές του θέρους του έτους 1995 τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου ......διαδέχθηκε ο εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσίβλητος) ο οποίος στις 18-7-1995 επισκέφθηκε τα γραφεία της εκκαλούσας, όπου συνάντησε τον ετερόρρυθμο εταίρο αυτής Χ1 και ενημερώθηκε από αυτόν για την προς την εκκαλούσα οφειλή του Σωματείου από την άνω αιτία, που ανερχόταν, κατά την άνω ημερομηνία, στο ποσό των 2.783.000 δραχμών.

Παράλληλα ο εφεσίβλητος εξέφρασε την επιθυμία του για την εξακολούθηση της συνεργασίας στο μέλλον, μεταξύ αναιρεσείουσας και του εν λόγω Σωματείου, ενώ ο ετερόρρυθμος εταίρος της εκκαλούσας Χ1 ζήτησε να πληροφορηθεί για τον τρόπο πληρωμής του υπολοίπου της αμοιβής της εκκαλούσας και για την εξασφάλιση της πληρωμής αυτής στο μέλλον.

Ο εφεσίβλητος εξέφρασε προς τον ετερόρρυθμο εταίρο της εκκαλούσας Χ1 την θέλησή του να εξοικονομήσει ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του Σωματείου τα αναγκαία χρήματα από τις επιχορηγήσεις της αθλητικής ηγεσίας της χώρας και από τα έσοδα διαφόρων καλλιτεχνικών και άλλων εκδηλώσεων του Σωματείου, χωρίς να αναλάβει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του οφειλόμενου έως στις 18-7-1995 χρηματικού ποσού ή της οφειλής που ήθελε προκύψει από τη μελλοντική συνεργασία μεταξύ αναιρεσείουσας και του εν λόγω Σωματείου, με δικά του χρήματα.

Οι εκατέρωθεν διατυπωθείσες σκέψεις αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση της μελλοντικής συνεργασίας μεταξύ αναιρεσείουσας και του εν λόγω Σωματείου, και δεν αποτέλεσαν όπως αποδείχθηκε, προτάσεις προς άμεση κατάρτιση, αφενός μεν συμβάσεως μεταφοράς προσώπων με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αφετέρου συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, με την οποία ο εφεσίβλητος αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλλει με δικά του χρήματα την οφειλή - προϋπάρχουσα και μέλλουσα - του άνω Σωματείου προς την εκκαλούσα, υπό την έννοια ότι θα δημιουργούνταν παράλληλη ευθύνη αυτού προς εκείνη του Σωματείου και ότι έκτοτε θα ευθυνόταν έναντι της εκκαλούσας σε ολόκληρο με το Σωματείο.

Ο σχετικός ισχυρισμός, της εκκαλούσας αναιρείται από το γεγονός ότι δεν ήταν παρούσα κατά τις γενόμενες συζητήσεις η μοναδική ομόρρυθμος εταίρος και διαχειρίστρια της εκκαλούσας Χ2, η οποία μπορούσε να συμβληθεί για λογαριασμό της εκκαλούσας και να δεσμεύει αυτήν έναντι του εφεσιβλήτου και του εκπροσωπούμενου από αυτόν Σωματείου.

Επίσης, ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας αναιρείται από το γεγονός ότι ο Χ1 ήταν κατά την 18-7-1995 ετερόρρυθμος εταίρος αυτής και επομένως δεν μπορούσε, κατά τα προεκτεθέντα, να εκπροσωπήσει έναντι τρίτων (προς τα έξω) την εκκαλούσα, δεδομένου ότι ο ίδιος κατέστη ομόρρυθμος εταίρος της εκκαλούσας και διαχειριστής αυτής με την από 29-7-1996 πράξη τροποποίησης του εταιρικού της εταιρίας αυτής, που καταχωρίσθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Κοζάνης υπ' αυξ.

αριθμό 199/29-7-1996. Περαιτέρω ο ίδιος ισχυρισμός της εκκαλούσας αναιρείται από το γεγονός ότι η διαχειρίστρια αυτής Χ2 δεν είχε παράσχει στον ετερόρρυθμο εταίρο Χ1 πριν από την 18-7-1995 ειδική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση των άνω συμβάσεων, δεδομένου ότι το υπ' αριθμ. 31220/28-7-1992 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Κωνσταντίνου Πήττα αφορά την αγορά αυτοκινήτου (τουριστικού λεωφορείου), το υπ' αριθμ. 947/6-5-1996 γενικό πληρεξούσιο - εσφαλμένως φέρει τον τίτλο του ειδικού πληρεξουσίου - της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας Γαλάνη, έχει καταρτισθεί μετά την 18-7-1995 και δεν καλύπτει τη συγκεκριμένη περίπτωση και η από 19-5-1992 εξουσιοδότηση, με την οποία εξουσιοδοτείται ο άνω ετερόρρυθμος εταίρος της εκκαλούσας από τη διαχειρίστρια αυτής Χ2 να παρίσταται και αντιπροσωπεύει την ως άνω εταιρία (εκκαλούσα) ενώπιον πάσης δημοσίας, δημοτικής και κοινοτικής αρχής, ενώπιον παντός φυσικού και νομικού προσώπου και εν γένει να ενεργεί όλες τις προβλεπόμενες από το ως άνω άρθρο επτά (7) του καταστατικού της εταιρίας πράξεις, εκτός του ότι έχει τη μορφή γενικής πληρεξουσιότητας, έχει συνταχθεί μετά την 18-7-1995 και έχει προχρονολογηθεί, αφού η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της διαχειρίστριας της εκκαλούσας έγινε στις 10-10-2000 από τον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου Κοζάνης .... .

Πρέπει να σημειωθεί (συνεχίζει το Εφετείο) ότι η παρουσία του ετερόρρυθμου εταίρου της εκκαλούσας Χ1 στα γραφεία της εκκαλούσας κατά την 18-7-1995, οπότε επισκέφθηκε αυτά ο εφεσίβλητος, αποσκοπούσε στην ενέργεια μόνο υλικών πράξεων και όχι στην κατάρτιση δεσμευτικών για την εκκαλούσα νομικών πράξεων. Η κατά το προδιαληφθέν περιεχόμενο συνεργασία μεταξύ αναιρεσείουσας και του εν λόγω Σωματείου εξακολούθησε έως στις 14-3-1997, οπότε ο εφεσίβλητος έπαψε να είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του μνησθέντος Σωματείου.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής ο εφεσίβλητος κατέβαλε στην εκκαλούσα το χρηματικό ποσό των 1.250.000 δραχμών με τραπεζικές επιταγές, που είχε εκδώσει στο όνομά του και ήταν πληρωτέες από δικό του τραπεζικό λογαριασμό, και πώλησε και παρέδωσε στην εκκαλούσα και μερικά ξύλινα έπιπλα γραφείου που είχαν κατασκευασθεί στην ατομική του επιχείρηση, και το τίμημα αυτών συνυπολόγισε στην οφειλή του Σωματείου προς την εκκαλούσα.

Οι ενέργειες, όμως, αυτές του εφεσιβλήτου δεν καταδεικνύουν ότι έγιναν μέσα στα πλαίσια της επικαλούμενης από την εκκαλούσα συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, αλλ' αντιθέτως έγιναν προς χάριν και για εξυπηρέτηση του Σωματείου, που ανέλαβε την υποχρέωση, ως δανειοδοτηθέν από τον εφεσίβλητο, να καταβάλει τα άνω ποσά σ' αυτόν.

Με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε το Εφετείο την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 477 Α.Κ., ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογείται α) εάν τα ποσά που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα προέρχονταν από επιχορηγήσεις του κράτους και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του Σωματείου και σε εκτέλεση ποίας συμφωνίας ή σε εξόφληση ποίου συγκεκριμένου χρέους του Σωματείου κατεβλήθησαν από τον αναιρεσίβλητο και εάν οι καταβολές αυτές συνδέονται με την επίσκεψή του στα γραφεία της αναιρεσείουσας στις 18-7-1995, β) εάν η έγερση της κρινόμενης αγωγής αποτελεί σιωπηρή αποδοχή πρότασης του αναιρεσιβλήτου για σωρευτική αναδοχή χρέους γ) πότε συνήφθη δάνειο μεταξύ του Σωματείου και του αναιρεσιβλήτου, το ύψος αυτού και ο χρόνος αποπληρωμής του δ) ποιές είναι οι κυρώσεις της έλλειψης αντιπροσωπευτικής εξουσίας του ετερόρρυθμου εταίρου της αναιρεσείουσας Χ1, εάν αυτός μπορούσε να αποδέχεται προτάσεις προς σύναψη συμβάσεων, εάν η αποδοχή μιας τέτοιας πρότασης μπορούσε να εγκριθεί ή όχι από την αναιρεσείουσα, εάν η παρουσία του στα γραφεία της αναιρεσείουσας στις 18-7-1995 και το αίτημά του προς τον αναιρεσίβλητο για καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της αναιρεσείουσας είναι πράξη διαχείρισης και εάν ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ή όχι κατά τη συνάντηση αυτή την ιδιότητα του Χ1 ως ετερόρρυθμου εταίρου και την έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας τούτου ε) εάν η συμφωνία για συνέχιση της συνεργασίας αναιρεσείουσας και Σωματείου έγινε κατά την συνάντηση της 18-7-1995 ή μεταγενεστέρως και στ) βάση ποίων στοιχείων πείθεται το Εφετείο ότι ο ως άνω ετερόρρυθμος εταίρος της αναιρεσείουσας βρισκόταν στα γραφεία της αναιρεσείουσας μόνον για υλικές πράξεις.

Επίσης, οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, διότι, είτε στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είτε αναφέρονται σε κρίσεις και επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, με τα οποία, κατά την διατύπωση του συλλογισμού του, πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών, είτε πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων.

Εξ άλλου οι παραδοχές του Εφετείου ότι η συνεργασία αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου εξακολούθησε έως και την 14-3-1997 ότι κατά την διάρκεια της συνεργασίας αυτής ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των 1.250.000 δραχμών με επιταγές που ήταν πληρωτέες από το λογαριασμό του και πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα έπιπλα γραφείου που είχαν κατασκευασθεί στην ατομική του επιχείρηση και το τίμημα αυτών συνυπολόγισε στην οφειλή του Σωματείου προς την αναιρεσείουσα και ότι οι ενέργειες αυτές του αναιρεσιβλήτου δεν έγιναν μέσα στα πλαίσια της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, αλλά αντιθέτως έγιναν προς χάριν και για εξυπηρέτηση του Σωματείου δεν βρίσκονται σε αντίφαση με τις παραδοχές του, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την επίσκεψή του στα γραφεία της αναιρεσείουσας στις 18-7-1995 εξέφρασε προς τον ετερόρρυθμο εταίρο της αναιρεσείουσας Χ1 τη θέλησή του να εξοικονομήσει τα αναγκαία για την εξόφληση της οφειλής του Σωματείου προς την αναιρεσείουσα χρήματα από επιχορηγήσεις και έσοδα διαφόρων καλλιτεχνικών και άλλων εκδηλώσεων του σωματείου, χωρίς να αναλάβει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του οφειλόμενου έως την 18-7-1995 χρηματικού ποσού ή της οφειλής που ήθελε προκύψει από τη μελλοντική συνεργασία της αναιρεσείουσας και του άνω Σωματείου με δικά του χρήματα και ότι οι εκατέρωθεν διατυπωθείσες σκέψεις μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του ως άνω ετερόρρυθμου εταίρου της αναιρεσείουσας αποσκοπούσαν στην διευκόλυνση της μελλοντικής συνεργασίας της αναιρεσείουσας και του άνω Σωματείου και δεν απετέλεσαν προτάσεις για άμεση κατάρτιση αφ' ενός συμβάσεως μεταφοράς προσώπων με τον αναιρεσίβλητο συμβαλλόμενο ατομικώς και αφ' ετέρου συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Επομένως οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του Εμ.

Ν. και 211, 229, 230 και 238 Α.Κ. που αναφέρονται στην εκπροσώπηση της ετερόρρυθμης εταιρίας από ετερόρρυθμο εταίρο, στο κύρος των συμβάσεων που συνάπτει αυτός για λογαριασμό της εταιρίας και την έγκριση τούτων από την εταιρία, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του δέχεται ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου ατομικώς και της αναιρεσείουσας είτε απευθείας, είτε μέσω του ετερορρύθμου εταίρου της Χ1 σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους ή σύμβαση μεταφοράς προσώπων (αθλητών και συνοδών).

Οι αναφορές του Εφετείου στον παραπάνω ετερόρρυθμο εταίρο της αναιρεσείουσας και οι σκέψεις του ότι αυτός δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας έναντι τρίτων και σύναψης συμβάσεων με αυτούς, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν αιτιολογία και επιχειρήματα ενισχυτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι ανωτέρω συμβάσεις.

Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και βιοτικών σχέσεων που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου. Η παράβαση δε τούτων ελέγχεται μόνο αν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (ΑΠ 1135/1989, ΑΠ 747/2001, ΑΠ 656/1996, ΑΠ 432/93).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν ο αναιρεσίβλητος, επισκεπτόμενος την 18-7-1995 τα γραφεία της αναιρεσείουσας αναδέχθηκε ο ίδιος τα μέχρι τότε χρέη του Σωματείου, αλλά και εκείνα που θα προέκυπταν στο μέλλον από την μεταφορά των αθλητών, δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία όλοι οι πρόεδροι των ομάδων και ιδίως των μεγάλων κατηγοριών, αναδέχονται σωρευτικά χρέη των ομάδων τους, συνεισφέρουν οικονομικά σ' αυτές και βάζουν χρήματα από την τσέπη τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τέτοια διδάγματα που μπορεί να αντληθούν από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας δεν υφίστανται, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως δεν υπόκειται κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμιά όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και τη χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 335/11-11-2003 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης, με την οποία αθωώθηκαν για ψευδορκία μάρτυρα οι Χ1, Χ2 και ......., που έχουν καταθέσει στην υπ' αριθμ. 104/20-3-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κοζάνης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επικαλούνται και προσκομίζουν και στο παρόν Δικαστήριο...", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω απόφαση, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτής.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 13-6-2005 αίτηση της ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "..... και Σία Ε.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2005 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ