Supreme Court partially allows appeal against fraud conviction due to procedural errors and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a fraud conviction for falsifying professional documents. The court found the lower court's reasoning contained contradictions regarding the specific documents used and identified a procedural defect under Article 510 of the Code of Criminal Procedure. Consequently, the prosecution for the 2010 act was permanently dismissed due to the statute of limitations, while the case for the 2011 act was remitted for retrial before a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 220, 510, 519 of the Criminal Code and Code of Criminal Procedure; The court must set aside a judgment if the lower court's reasoning contradicts itself regarding essential facts or if the prosecution is time-barred, requiring remittal for retrial on the remaining charges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1762/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μοροζίνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΗΤ 2345/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. …61/10.7.2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 958/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και μόνο για το α' σκέλος του 1ου λόγου αυτής καθώς και για το 2ο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 6.7.2018 αίτηση δήλωση (αρ. πρ. 7461/2018) της Ν. Μ. του Χ. για αναίρεση της απόφασης ΗΤ 2345/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πόντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γφνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο.
Η χρήση της ψευδούς βεβαίωσης από τον αυτουργό ή συμμέτοχο αποτελεί συντιμωρητή ύστερη πράξη, αφού αυτονοήτως αρχήθεν υπήρχε ο σκοπός χρήσης της, ενώ η χρήση από τρίτον είναι αυτοτελής αξιόποινη πράξη". (ΑΠ 1912/2009).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη ΗΤ 2345/2018 απόφασή του, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, με τριετή αναστολή εκτέλεσης.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, Ν. Μ. του Χ., στην … με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του αυτού εγκλήματος, έκανε εκ προθέσεως χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Ειδικότερα, την 01.06.2010 και την 01.04.2011, αφού προσήλθε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας" (Ο.Ε.Ε.) για να ανανεώσει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξεως για τα έτη 2006 έως και 2011, επέδειξε προς αυτούς ποιώντας τοιουτοτρόπως χρήση της υπ.
αριθμ. ...5/2004 άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξης, την οποία είχε λάβει από το ανωτέρω αναφερόμενο νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με την οποία βεβαιωνόταν, ότι αυτή μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξεως ως πτυχιούχος τμήματος Λογιστικής Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, την οποία, ωστόσο, είχε λάβει με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του εν λόγω Νομικού Προσώπου καθόσον για να λάβει τη βεβαίωση αυτή, είχε κάνει χρήση του φερόμενου ως εκδοθέντος από τις 21.06.1988 υπ' αριθμ.
…38 Πτυχίου του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ετύγχανε πτυχιούχος του εν λόγω τμήματος με βαθμό λίαν καλώς από τις 19.05.1988, ενώ το εν λόγω πτυχίο ήταν προϊόν πλαστογραφίας καθόσον ουδέποτε η κατηγορουμένη ορκίστηκε ως πτυχιούχος του τμήματος και της σχολής αυτής την 19.05.1988, αντιθέτως δε ο αληθής προαναφερόμενος τίτλος σπουδών έχει εκδοθεί του Μ.
Χ. του Σ., προέβη δε στην ενέργειά της αυτή με σκοπό να παραπλανήσει τους ως άνω αναφερόμενους υπαλλήλους του Ο.Ε.Ε. προκειμένου οι τελευταίοι να προβούν σε ανανέωση του δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας και κατά τούτο να διατηρήσει σε ισχύ την υπ' αριθμ. ...5/2004 άδεια/'ασκήσεως του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξης.
Πρέπει, συνεπώς, η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται απορριπτόμενου ως αορίστου του αιτήματος αυτής να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 περ. α και ε Π.Κ. δεδομένου ότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένα και σαφή θετικά περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή) ούτε εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως της κατά το μετά την πράξη χρονικό διάστημα, σύμφωνα μετά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, αλλά ούτε και αποδεικνύονται τοιαύτα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: "Στην Αθήνα, με πρόθεση έκανε χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, την 01-06-2010 και την 01-04-2011, αφού προσήλθε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας" (Ο.Ε.Ε.) για να ανανεώσει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξεως για τα έτη 2006 έως και 2011, επέδειξε προς αυτούς και κατά τούτο έκανε χρήση της υπ.
Αριθμ. ...5/2004 άδειας ασκήσεως-επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξης, που είχε λάβει από το ανωτέρω αναφερόμενο Νομικό Πρόσωπο , σύμφωνα με την οποία βεβαιωνόταν, ότι αυτή μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξεως άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξεως ως πτυχιούχος τμήματος Λογιστικής Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, την οποία ωστόσο είχε λάβει με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του εν λόγω Νομικού Προσώπου καθόσον για να λάβει τη βεβαίωση αυτή , έκανε χρήση του φερόμενου ως εκδοθέντος από 21-06-1988 με αριθμό …38 Πτυχίου του Τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ετύγχανε πτυχιούχος του εν λόγω τμήματος με βαθμό λίαν καλώς και κατέστη πτυχιούχος την 19-05-1988, ενώ το εν λόγω πτυχίο ήταν πλαστό καθόσον η κατ/νη ουδέποτε ορκίστηκε ως πτυχιούχος του τμήματος και της σχολής αυτής την 19-05-1988, ο δε ως άνω αναφερόμενος τίτλος σπουδών ανήκει στον Χ.
Μ. του Σ., προέβη δε στην ενέργειά της αυτή με σκοπό να παραπλανήσει τους ως άνω αναφερόμενους υπαλλήλους του Ο.Ε.Ε. προκειμένου οι τελευταίοι να προβούν σε ανανέωση του δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας και κατά τούτο να διατηρήσει σε ισχύ την υπ: αριθ....5/2004 άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' Τάξης, που με όμοια μέθοδο εξαπάτησης είχε λάβει από το μηνύον Νομικό Πρόσωπο".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά αναφορικά με κρίσιμο για την αντικειμενική θεμελίωση της πιο πάνω πράξης στοιχείο, δηλαδή του προσδιορισμού της ταυτότητας του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου και ειδικότερα της ψευδούς βεβαίωσης της οποίας έκανε χρήση ο αναιρεσείων και ειδικότερα, της αδείας ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού Α' τάξης ή του δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας.
Περαιτέρω, δε, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, ενώ αναφέρεται, κατ' αρχήν, ότι η κατηγορούμενη προσήλθε στους αρμοδίους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) "για να ανανεώσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού Α' τάξεως", στη συνέχεια, αντιφατικά δέχθηκε ότι αυτή ενήργησε "προκειμένου οι τελευταίοι (υπάλληλοι του ΟΕΕ) να προβούν σε ανανέωση του δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας και κατά τούτου να διατηρήσει των υπ' αριθμ. ...5/2004 άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού Α' τάξεως".
Επομένως, είναι βάσιμοι, οι σχετικοί με την ανωτέρω πλημμέλεια (έλλειψη νόμιμης βάσης) αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων) και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε, η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα μερικότερη πράξη της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, φέρεται ότι τελέσθηκε την 1-6-2010, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 16-10-2018, εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), πρέπει, κατά συνέπεια, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος της κατηγορουμένης ποινική δίωξη για την ως άνω πράξη και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση για τη μη παραγραφείσα πράξη της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέσθηκε την 1- 4-2011, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμό ΗΤ2345/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΥΕΙ οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας Ν. Μ. του Χ. για τη μερικότερη πράξη της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι έχει τελεσθεί την 1-6- 2010. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ