Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for exceeding claims and orders costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that exceeded the plaintiff's claims. The court found the lower court accepted a monetary claim for salary differences that had been converted into a recognition judgment, which is legally impermissible. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial, with the plaintiff ordered to pay half the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 649 of the Civil Code; Article 559, No. 9 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to appeal if it rules on claims not included in the plaintiff's original request, such as converting a recognition judgment into an enforceable order when the law prohibits such enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1762/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης ..., ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάντζιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Κ. -Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Νάκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκε η 318/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 25/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η υπό κρίση από 25-7-2016 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ’ αριθμόν 318/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Η απόφαση αυτή που δημοσιεύθηκε στις 31-8-2015 δεν προκύπτει ούτε και γίνεται επίκληση επίδοσης της μέχρι και την 31-8-2015 (συμπλήρωση τριετίας από της δημοσιεύσεως της), με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη κατά το άρθρο 518 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν το νόμο 4335/2015. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως την 25-7-2015 κατά τη διάρκεια της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση της, που έτρεχε από 1-9-2015 αφού παρήλθε η προθεσμία ασκήσεως κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας και εντός μηνός από της κοινοποιήσεως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα της προσβαλλόμενης που έλαβε χώρα στις 30-6-2016, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι από την ίδια την αίτηση της αναίρεσης με τη σχετική πράξη κατάθεσης αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και το επιδοθέν αντίγραφο της προσβαλλόμενης στην αναιρεσείουσα με τη σχετική πράξη επιση μείωσης επ’ αυτού της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Α. Π. Σ.. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
2.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου" . Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις, έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (παρ. 1, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2956/2001). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α’ και β’ ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, ‘ ‘ Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ), για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο" . Στην ανωτέρω διάταξη προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3552/2007 και άλλη μία παράγραφος, που έχει ως εξής: ‘ ‘ Κατ’ εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1-1-2007 έως 31-12-2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους" .
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.
Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.
Στην σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.
Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 126/2015, 885/2014, 1080/2014).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση τους δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 20/2006), χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.
ΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, 18/2006). Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης για οποιοδήποτε λόγο σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, 885/2014).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός Ιεδ.α’ Κ.Πολ.Δ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
3.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 17-6-2010 αγωγή εξέθετε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Δήμο ..., του οποίου ο αναιρεσείων είναι καθολικός διάδοχος, στις 10-12-2007 στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακής εμπειρίας (Stage) μέσω του ΟΑΕΔ, με σύμβαση διάρκειας 18 μηνών, η οποία στη συνέχεια ανανεώθηκε και διήρκεσε έως τις 17-6-2010.
Ότι απασχολήθηκε υπό το καθεστώς αυτό, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ασκώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρει στην αγωγή της, υπό τις ίδιες περιστάσεις τόπου, τρόπου και χρόνου, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του προϊσταμένου του, ο οποίος καθόριζε κατά τρόπο επιτακτικό τον τόπο, το είδος και το χρόνο εργασίας της, χωρίς, όμως, το εναγόμενο να έχει καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούσαν στο χρόνο απασχόλησης της αναφορικά με τον κλάδο σύνταξης, με αποτέλεσμα να έχει απολέσει το αντίστοιχο ασφαλιστικό δικαίωμα και χωρίς να της έχει χορηγήσει επιδόματα εορτών και αδείας καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, ενώ και οι μηνιαίες αποδοχές της υπολείπονταν αυτών που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, βάσει του εφαρμοζόμενου στο δημόσιο τομέα ενιαίου μισθολογίου.
Ότι από την ημερομηνία λήξης της τυπικής διάρκειας της σύμβασης της, δηλαδή από την 17-6-2010, το εναγόμενο αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας έτσι, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, άτυπα τη σύμβαση της. Με βάση αυτά τα περιστατικά, όπως εκτενέστερα αναπτύσσονται στο δικόγραφο της αγωγής, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι δύο διαδοχικές συμβάσεις μαθητείας, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε από το εναγόμενο συνιστούσαν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία της σύμβασης αυτής υπήρξε άκυρη καθώς-και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, αμείβοντας τη με τις νόμιμες αποδοχές, με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ήμερα άρνησης της αποδοχής των υπηρεσιών της.
Επίσης, επικαλούμενη έγκυρη σύμβαση εργασίας και επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας της, λόγω μη έγγραφης κατάρτισης αυτής, των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διατεινόμενη ότι κατά τα κάτωθι αιτούμενα ποσά κατέστη πλουσιότερο το εναγόμενο σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, αφού θα κατέβαλε αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσε στη θέση της με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της αντίστοιχης κατηγορίας και οικογενειακής κατάστασης, με τις ίδιες συνθήκες εργασίας και όρους με αυτή, ζητεί, μετά από περιορισμό του αιτήματος της σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο κατά την έναρξη της συζήτησης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις της (άρθρα 223, 294, 295, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει, κατά τους ειδικότερους περιεχόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, το συνολικό ποσό των 29.886,00 ευρώ, ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε η ίδια και αυτών που ελάμβαναν οι υπάλληλοι του εναγομένου, οι οποίοι αμείβονταν κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, όπως τα επιμέρους κονδύλια αναλύονται στην αγωγή της, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Ζητεί ακόμη να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ για την παρασχεθείσα εργασία της και να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αναλογούσες εργατικές και εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν για πλήρη ασφαλιστική κάλυψη σε υπαλλήλους του εναγομένου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ίδιου κλάδου και κατηγορίας.
Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική της δαπάνη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 318/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (προσβαλλόμενη) η οποία απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα της αναγνώρισης της ακυρότητας της απόλυσης της ενάγουσας και της υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν 3198/1955 και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ως μη νόμιμα τα αιτήματα α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που συνέδεε αυτή με το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι συνακόλουθα και ότι η από 10-7-2010 άτυπη καταγγελία αυτής ήταν άκυρη και ακολούθως β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να ασφαλίσει την ενάγουσα στο ΙΚΑ και δη στον κλάδο σύνταξης του άνω ασφαλιστικού οργανισμού για την παρασχεθείσα εργασία της και γ) το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων από τότε που κάθε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή καθόσον πρόκειται για αξιώσεις κατά νπδδ (ΟΤΑ) για την τοκογονία των οποίων απαιτείται επίδοση της αγωγής κατά το ν.δ. 496/1974 άρθρο 7 παρ. 2.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ως προς τα αιτήματα για αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής μισθολογικών διαφορών, επιδομάτων εορτών και αδείας η αγωγή είναι νόμιμη κατά τη κυρία βάση της στηριζόμενη στις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης καθώς και στις διατάξεις των άρθρων7 του πδ 164/2004, 648 επ.
Α.Κ. και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9, 11, 12 και 21 του ν. 3205/2003 καθώς επίσης είναι νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 και 910 του Α.Κ. Ακολούθως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη κατά την κυρία της βάση και υποχρέωσε τον εναγόμενο δήμο να κατά βάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Ειδικότερα το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του κατά τα ενδιαφέροντα τους αναιρετικούς λόγους μέρη της δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. .../17-7-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β’ 1399/6-8-2007) που εκδόθηκε κατόπιν της υπ’ αριθμ. .../26-6-2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ’ εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (Stage) 8.000 ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ηλικίας 22-40 ετών, σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ Βαθμού, με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους, ανέργων πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων Ι.Ε.Κ., αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ.
Τ.Ε.Ε. Β’ Κύκλου. Η διάρκεια του προγράμματος ορίστηκε στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, και δεκαεπτά μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσης τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίστηκε ο ΟΑΕΔ, ο οποίος ανέλαβε και τη χρηματοδότηση του με κάλυψη από τον προϋπολογισμό του, ενώ δικαιούχοι φορείς υλοποίησης ορίστηκαν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ Βαθμού. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. .../19-5-2009 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ αποφασίστηκε η παράταση του ως άνω προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στους ΟΤΑ για δώδεκα ακόμη μήνες.
Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης και των προγραμμάτων αυτών καταρτίσθηκε αρχικά το από 19-11-2007 συμφωνητικό συνεργασίας μεταξύ του ΟΑΕΔ (Υπεύθυνου Φορέα), του εναγομένου (Φορέα Υλοποίησης) και της ενάγουσας, με ημερομηνία έναρξης την 10-12-2007 και λήξης την 10-6-2009, σύμφωνα με το οποίο το εναγόμενο ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα στη συμφωνημένη θέση εργασιακής εμπειρίας, ενώ η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση πρακτικής άσκησης, με την ειδικότητα ΔΕ Διοικητικού, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, τοποθετούμενη, μετά το διάστημα θεωρητικής και πρακτικής εξοικείωσης της με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός μηνός, σε συγκεκριμένη θέση στο εναγόμενο σχετική με τον τομέα ειδίκευσης της.
Η διάρκεια της απασχόλησης της ορίστηκε σε επτάωρο ημερησίως και για πέντε την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή, αντί αμοιβής ποσού 25 ευρώ ανά ημέρα μικτά και για 22 ημέρες ανά μήνα και συνολικά 550 ευρώ ανά μήνα. Από το ως άνω ποσό παρακρατούταν ποσοστό 6,45% για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 1% για ασφάλιση κατά του επαγγελματικού κινδύνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 2458/1997 και 18 του ν. 2874/2000.
Παράλληλα, το εναγόμενο ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος ανέλαβε την υποχρέωση, πλην της τοποθέτησης της ενάγουσας σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, να αποστέλλει στον ΟΑΕΔ μηνιαίο δελτίο παρουσιών απασχολούμενων με τις ώρες και ημέρες παρακολούθησης του προγράμματος καθώς και να υποβάλλει έκθεση αξιολόγησης προόδου της ασκούμενης, σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασιακής προσαρμογής της.
Η σύμβαση αυτή, μετά τη λήξη της, ανανεώθηκε, δυνάμει της ως άνω υπ’ αριθμ. .../19-5-2009 απόφασης του ΔΣ του ΟΑΕΔ, για δώδεκα (12) ακόμη μήνες με τους ίδιους ως άνω όρους, ήτοι από την 18-6-2009 έως την 17-6-2010. Καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια, συνολικά τριάντα (30) μηνών, της λειτουργίας της ως άνω χαρακτηριζόμενης ως σύμβασης συνεργασίας, η ενάγουσα εκτέλεσε τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις της, εντός του πλαισίου του εν λόγω προγράμματος και προς υλοποίηση τούτου, στο Τμήμα Διοικητικών Υπηρεσιών του εναγομένου, ως γραμματέας υποστήριξης, με ειδικότερα καθήκοντα τη διεκπεραίωση εγγράφων (σύνταξη και αποστολή), το τηλεφωνικό κέντρο, την τήρηση του πρωτοκόλλου με χρήση προγραμμάτων Η/Υ, τη διεκπεραίωση και αποστολή αλληλογραφίας πιστοποιητικών και ληξιαρχικών πράξεων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία της ζητούσε ο προϊστάμενος του τμήματος της για την ταχύτερη λειτουργία αυτού.
Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, παρότι οι ως άνω δυο διαδοχικές συμβάσεις που συνήψε η ενάγουσα με το εναγόμενο επιγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας" για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η πραγματική φύση απασχόλησης της ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, καθόσον αποδεικνύεται ότι προέχων σκοπός των επίδικων δυο διαδοχικών συμβάσεων, στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ήταν η παροχή εργασίας από την ενάγουσα, ενώ η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και η θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον του εναγομένου λειτούργησε μόνον ως παρεπόμενη συνέπεια, εν όψει ιδίως της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών επί τριάντα μήνες, διάστημα το οποίο δεν συνάδει με τη μαθητεία και την επαγγελματική κατάρτιση ως αποκλειστικούς συμβατικούς σκοπούς, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση του εργασιακού της αντικειμένου, καθόσον η ενάγουσα τοποθετήθηκε σε διοικητική, διεκπεραιωτική θέση, που δεν απαιτεί ιδιαίτερο χρόνο άσκησης για την κτήση της εργασιακής εμπειρίας.
Άλλωστε, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, συναδέρφου της ενάγουσας στον εναγόμενο Δήμο, η ενάγουσα απασχολούταν σε αντικείμενα τα οποία δεν διέφεραν από αυτά των μονίμων υπαλλήλων. Η διαπίστωση ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν προεχόντως στην παροχή εξαρτημένης εργασίας συνεπικουρείται και από το ότι, ενώ δεδηλωμένος σκοπός του προγράμματος του ΟΑΕΔ ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας της ασκούμενης σε θέση του τομέα ειδίκευσης της, η ενάγουσα είναι κάτοχος απολυτηρίου πολυκλαδικού λυκείου (βλ.
σχετικά το συνημμένο στο άνω συμφωνητικό συνεργασίας φύλλο στοιχείων ανέργου) και συνεπώς, δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη συνάφεια ανάμεσα στη θέση άσκησης και στο επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο της, έτσι ώστε να αναιρείται εν τοις πράγμασι ο ως άνω σκοπός του προγράμματος περί κατάρτισης στον τομέα ειδίκευσης (βλ.
και Ε. Μπέη, Συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (stage), ΕΕργΔ 2012, σελ. 462- 470). Εξάλλου, φορέας της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας στο πλαίσιο των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία αυτών, υπήρξε το εναγόμενο, αφού σ’ αυτό η ενάγουσα προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες της καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της και ειδικότερα στη γραμματεία αυτού, στην οποία τοποθετήθηκε από το ίδιο το εναγόμενο, δεδομένου ότι προσερχόταν καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, έναντι αμοιβής (μισθού), υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον Δήμο οργάνων για τον συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας της, στα οποία (όργανα) αναφερόταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελούσα έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγόμενου Δήμου.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι εργοδότης της ενάγουσας ήταν το εναγόμενο, το οποίο αξιοποίησε την εργασία της, ασκώντας επ’ αυτής το διευθυντικό δικαίωμα, ενώ ο ΟΑΕΔ μεσολάβησε μεν στη σύναψη των συμβάσεων εργασίας και επιπλέον ανέλαβε την κάλυψη της μισθοδοσίας της ενάγουσας, αλλά η συμμετοχή του, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, είχε ρόλο δευτερεύοντα, καθόσον δεν ασκούσε άμεσο έλεγχο επ’ αυτής, ούτε αποκόμιζε όφελος από την εργασία της.
Παράλληλα, όμως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στο πλαίσιο συγκεκριμένου επιδοτούμενου προγράμματος, καθόσον η μισθοδοσία της καλύφθηκε εν όλω, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ, ενώ το πρωταρχικό κριτήριο που αξιολογήθηκε για την πρόσληψη της ήταν η εγγραφή της στα μητρώα ανέργων, με μόνο προαπαιτούμενο ουσιαστικό προσόν να είναι κάτοχος ενός πτυχίου μέσης, ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης (βλ.
ιδίως παρ. 1 και 5 του άρθρου μόνου της υπ’ αριθ. .../2007 ΚΥΑ με την οποία αποφασίστηκε η κατάρτιση του προγράμματος εργασιακής εμπειρίας στους ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού), οι εκ του προγράμματος αυτού απορρέουσες επίδικες διαδοχικές εργασιακές συμβάσεις είχαν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, ο οποίος επιβαλλόταν από αντικειμενικούς λόγους, επρόκειτο δηλαδή, λόγω του εξαιρετικού τους χαρακτήρα, για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου επέφερε αυτοδικαίως και τη λήξη τους.
Η με αριθμ. πρωτ. ...7-6-2010 βεβαίωση του Δημάρχου του πρώην ... Ι., Χ. Ν., με την οποία βεβαιώνεται, ότι κατά την απασχόληση της στο πλαίσιο του ως άνω προγράμματος η ενάγουσα κάλυψε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν άγει σε διαφορετικό συμπέρασμα, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εναγόμενο, ανεξαρτήτως του ότι όντως αποκόμισε ωφέλεια από την εργασία της ενάγουσας και εξυπηρετήθηκε η ομαλότερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία του, συμβλήθηκε αποβλέποντας εξαρχής στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του και δη με μόνιμη προοπτική, καθόσον η αρχική σύμβαση καταρτίστηκε και παρατάθηκε ακολούθως για μία ακόμη φορά κατόπιν απόφασης του ΔΣ του ΟΑΕΔ για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, βάσει των ισχυόντων κανόνων δικαίου και ειδικότερα με τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζαν η κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998 υπ’ αριθ. .../17-7-2007 Κ.Υ.Α., σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. .../19-5-2009 απόφαση του ΟΑΕΔ, οι οποίες μάλιστα δεν αφορούσαν αποκλειστικά το εναγόμενο, αλλά προέβλεπαν την απασχόληση 8.000 ανέργων κατανεμόμενων σε πανελλαδική κλίμακα στους ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού σε όλη την Ελλάδα.
Περαιτέρω, οι επίδικες δυο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας εξαρτημένης εργασίας διήρκεσαν συνολικά πέραν των είκοσι τεσσάρων μηνών και συνεπώς εμπίπτουν καταρχήν στην απαγόρευση του - ήδη ισχύοντος κατά το χρόνο σύναψη τους - άρθρου 6 παρ.1 του π.δ. 164/2004, πλην όμως αποδεικνύεται ότι εν προκειμένω συντρέχει η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του ιδίου άρθρου εξαίρεση, λόγω του ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ και συνεπώς επρόκειτο για ειδική κατηγορία εργαζομένων, εξαίρεση, η οποία, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην επικαλούμενη από την ενάγουσα ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70 περί μη καταχρηστικότητας.
Ενόψει των ανωτέρω, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε εξ αρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενη αλλά επιτρεπόμενη από το νόμο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μαθητευόμενου, παραταθείσα με παρόμοια σύμβαση (βλ. και άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 περ. κα1, ως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων πριν την απάλειψη της με το άρθρο 1 ν. 3812/2009, ΦΕΚ Α 234/28-12-2009) και ως εκ τούτου οι μισθολογικές της αξιώσεις δεν μπορούν να βρουν έρεισμα στο άρθρο 7 παρ. 2 π.δ. 164/2004.
Δικαιούται, όμως, με βάση τις αρχές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 β Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε η ίδια και αυτών που λάμβαναν οι υπάλληλοι του εναγομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο δημόσιο τομέα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθ.
οικ. .../5-2-2004 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 215/2004), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003 και ίσχυε μέχρι την κατάργηση της με την υπ’ αριθ. οικ..../17-2-2012 (ΦΕΚ Β’ 414/23-2-2012, με ισχύ από 1.1.2011), και σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις των άρθρων 2, 3,4, 6,7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 ,15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, του άρθρου 27 παρ. 2 και του άρθρου 28 του ν. 3205/2003 "περί μισθολογικών ρυθμίσεων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. κλπ." επεκτάθηκαν και είχαν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Βέβαια, η αμοιβή της ενάγουσας ρυθμιζόταν ειδικότερα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, με την υπ’ αριθμ. .../17-7-2007 Κ.Υ.Α., σε συνδυασμό και με την με την υπ’ αριθμ. .../26-6-2007 απόφαση του ΟΑΕΔ, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998, δεν μπορούν, όμως, να εκτοπίσουν την εφαρμογή, ειδικά ως προς την ενάγουσα, των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου, αφενός διότι με την Κ.Υ.Α.
αυτή οι επίδικες συμβάσεις χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας και αμείβονταν ως τέτοιες, ενώ, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, επρόκειτο για γνήσιες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, στις οποίες, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι καταρτίστηκαν υπό την ειδικότερη μορφή της εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές, ως προς τους δημοσίους υπαλλήλους εν προκειμένω, διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφετέρου με την ως άνω κανονιστική ρύθμιση εισάγεται αδικαιολόγητα δυσμενής διάκριση σε βάρος της ενάγουσας σε σχέση με τους υπαλλήλους του εναγομένου της ίδιας κατηγορίας που απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μολονότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, απασχολούμενη στα αυτά αντικείμενα, με μόνη διαφοροποίηση ότι εργάζονταν επί επτάωρο ημερησίως, ήτοι επί 35 ώρες εβδομαδιαία, ενώ το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ν.π.δ.δ.
κατά τον παραπάνω χρόνο ανερχόταν σε 37,5 ώρες εβδομαδιαία (βλ. άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1157/1981, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 41 του ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α’ 138/16.6.2011), πλην όμως η - μικρής έκτασης-"αυτή διαφορά δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια εντελώς άνιση μισθολογική μεταχείριση της ενάγουσας σε σχέση με τους πλήρως απασχολουμένους υπαλλήλους του εναγομένου (βλ.
γενικά σε Ζερδελή, ό.π., σελ. 214 επ., 611-612). Είναι, επίσης, γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προσλήφθηκε μέσω των προβλεπόμενων στα άρθρα 14 επ. του ν. 2190/1994, κατά τεκμήριο αξιοκρατικών διαδικασιών επιλογής, αλλά με πρωταρχικό κριτήριο την ιδιότητα της ως άνεργης, ενώ επιπρόσθετα απασχολήθηκε στο πλαίσιο ενός εξαιρετικού προγράμματος και μισθοδοτήθηκε από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ.
Ωστόσο, οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν δύνανται να δικαιολογήσουν τις εξαιρετικά χαμηλές μηνιαίες αποδοχές τις οποίες λάμβανε, οι οποίες ήταν κατώτερες ακόμη και των προβλεπόμενων - κατά τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων εργασίας - από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατωτάτων ορίων μισθών (βλ.
ενδεικτικά τα κατώτατα ορίων μισθών των εργαζομένων της χώρας για το διάστημα από 16.5.2009 έως 31.12.2010 σε Κ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, έκδ. 2011, σελ. 636- 637), άλλως θα καθίστατο δυνατή και δη δια νομοθετικών παρεμβάσεων η οικονομική εκμετάλλευση της ανεργίας, κατά παράβαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών του κοινωνικού κράτους δικαίου και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, οι οποίες και λειτουργούν ως όρια της νομοθετικής εξουσίας (βλ.
Ε. Μπέη, ό.π., σελ. 457-458). Σημειώνεται, τέλος, ότι με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. J64/2004, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης τους σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, παρά μόνο αν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν τη διαφορετική αντιμετώπιση.
Με βάση τα παραπάνω, κρίνεται ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν υφίστανται γενικότεροι λόγοι δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική κανονιστική ρύθμιση των αποδοχών της ενάγουσας από αυτές των λοιπών υπαλλήλων του εναγομένου, που παρείχαν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, αλλά με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς η δυσμενής εξαιρετική παράλειψη της ενάγουσας από το ευνοϊκότερο και γενικώς ισχύον για τους λοιπούς υπαλλήλους μισθολόγιο πρέπει να μείνει ανεφάρμοστη (βλ.
και Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, εκδ. 1998, σελ. 116). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι προέκυψε ότι το μισθολόγιο των υπαλλήλων του δεν καθορίζεται οικειοθελώς από το εναγόμενο, αλλά με βάση κανονιστικές ρυθμίσεις.
Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί, όσον αφορά το μειωμένο ωράριο της ενάγουσας, ανερχόμενο σε 35 ώρες η συμφωνία για μειωμένο χρόνο εργασίας δεν εμπεριέχει αυτόματα και συμφωνία για καταβολή ανάλογα μειωμένων και συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω υπήρξε συμφωνία διαδίκων για μειωμένα χρονικά όρια εργασίας, ενώ, κατά προεκτεθέντα, δεν συνοδεύτηκε παράλληλα και από έγκυρη συμφωνία για αντίστοιχα μειωμένες αποδοχές, πρόκειται για σύμβαση πλήρους απασχόλησης με μειωμένα χρονικά όρια εργασίας, για την οποία οφείλεται το σύνολο των αποδοχών πλήρους απασχόλησης (βλ.
Ζερδελή, ό.π., σελ. 610). Άλλωστε, η μερική απασχόληση στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ν.π.δ.δ. επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους των διατάξεων του ν. 3250/2004, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του οποίου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης επιτρέπεται για την κάλυψη αναγκών που αποσκοπούν στην παροχή υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα προς τους πολίτες και αποβλέπουν αποκλειστικά στην αντιμετώπιση αναγκών συμπληρωματικής εξυπηρέτησης των πολιτών, ο δε χρόνος εργασίας για κάθε συμβασιούχο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι ώρες εβδομαδιαίως.
Συνεπώς, το γεγονός ότι το ωράριο που ακολουθούσε η ενάγουσα υπολειπόταν κατά μισή ώρα του προβλεπόμενου δημοσιοϋπαλληλικού ωραρίου δεν συνεπάγεται τη μετατροπή των επίδικων εργασιακών συμβάσεων σε μερικής απασχόλησης, με ανάλογη μείωση των αποδοχών της (βλ. και την παρ. 18 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, η οποία εξαιρεί το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ από τις διατάξεις του άρθρου αυτού για τη μερική απασχόληση).
Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα, κατηγορίας ΔΕ Διοικητικού, χωρίς, προϋπηρεσία, δικαιούται για μισθολογικές διαφορές και επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία δεν της καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των δυο συμβάσεων εργασίας της τα εξής ποσά: 1) Για το έτος 2007, οι τακτικές μικτές μηνιαίες αποδοχές για υπαλλήλους του εναγομένου της κατηγορίας ΔΕ είχαν διαμορφωθεί για το διάστημα από 10-12-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των (762 ευρώ ο βασικός μισθός του 18ου Μ.Κ., κατ’ άρθρο 6 παρ.1 Ν. 3670/2008 + 96 ευρώ το κίνητρο απόδοσης, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 περ.
β Ν. 3760/2008 + 110 ευρώ το επίδομα ειδικής απασχόλησης, κατ’ άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3760/2008 + 325 ευρώ, τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα μετακίνησης προσωπικού ΟΤΑ εντός έδρας, κατ’ άρθρο 5 του α.ν. 2685/1999 και ΥΑ ΦΕΚ Β’ 1489/2006 =) 1.293 ευρώ (βλ. για το ότι αντικείμενο της δίκης για επιδίκαση αποδοχών αποτελούν οι μικτές αποδοχές του μισθωτού και οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους, ΑΠ 2126/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1271/2005 ΝοΒ 2006.213, ΑΠ 302/2001 ΕλλΔνη 42.1308, ΑΠ 1197/1998 ΔΕΝ 1999.205, ΕφΠατρ 185/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 502/2005 ΔΕΕ 2006.88).
Ενόψει της διαρκούς απασχόλησης της ενάγουσας για το διάστημα από 10-12-2007 έως 31-12-2007, η ενάγουσα δικαιούται για τον Δεκέμβριο του 2007 (1.293 : 22 ημέρες εργασίας όπως καθοριζόταν με τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1157/1981= 58,77 ευρώ ημερομίσθιο χ 15 ημέρες εργασίας) 881,55 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των (25 χ 15 =) 375 ευρώ που έλαβε, ήτοι για διαφορές μισθολογικών αποδοχών 506,55 ευρώ, αντ’ αυτού δε θα λάβει το ποσό των 495 ευρώ, το οποίο αιτείται με την αγωγή, β) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2007, καθοριζομένου με το άρθρο 9 παρ. 1 και 4 Ν. 3205/2003 στο ποσό των 194,48 ευρώ, λόγω της απασχόλησης της επί 5 ημέρες επί συνόλου 244 ημερών περιόδου αναφοράς για το επίδομα Χριστουγέννων (από 16-4 έως 15-12, άρθρα 9 παρ. 1, 4 και 4 Ν. 3205/2003), 26,5 ευρώ και συνολικά για το έτος 2007 (495 + 26,5 =) 521,50 ευρώ.
Για το έτος 2008, και μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας ενός έτους στο εισαγωγικό Μ.Κ., ήτοι στις 20-12-2009, οι τακτικές μηνιαίες μικτές αποδοχές για υπαλλήλους του εναγομένου της ίδιας κατηγορίας είχαν διαμορφωθεί για το διάστημα από 1-1-2008 έως 30-9-2008 στο ποσό των (814 ευρώ ο βασικός μισθός του 18ου Μ.Κ., κατ’ άρθρο 6 παρ.1 Ν. 3670/2008 + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 περ.
β Ν. 3760/2008 + 110 ευρώ το επίδομα ειδικής απασχόλησης, κατ’ άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3760/2008 + 365 ευρώ, τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα μετακίνησης προσωπικού ΟΤΑ εντός έδρας, κατ’ άρθρο 5 του α.ν. 2685/1999 και ΥΑ ΦΕΚ Β’ 2684/2008 =) 1.353 ευρώ και αντίστοιχα για το διάστημα από 1-10- 2008 έως 31-12-2008 (864 ευρώ ο βασικός μισθός του 17ου Μ.Κ., συμπεριλαμβανόμενης προσαύξησης 2%, κατ’ άρθρο 6 παρ.1 Ν. 3760/2008 + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης, κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 περ.
δ Ν. 3760/2008 +110 ευρώ το επίδομα ειδικής απασχόλησης, κατ’ άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3760/2008 + 365 ευρώ, τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα μετακίνησης προσωπικού ΟΤΑ εντός έδρας, κατ’ άρθρο 5 του α.ν. 2685/1999 και ΥΑ ΦΕΚ Β’ 2684/2008 =) 1.403 ευρώ. Ενόψει της διαρκούς απασχόλησης της για το διάστημα από 1- 1-2008 έως 31-12-2008, η ενάγουσα δικαιούται α) για καθένα από τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο έτους 2008 (1.353 - 550 =) 803 ευρώ, και συνολικά 7.227 ευρώ, β) για καθέναν από τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008 (1.403 - 550=) 853 ευρώ, και συνολικά 2.559 ευρώ, ήτοι συνολικά για διαφορές μισθολογικών αποδοχών (7.227 + 2.559 =) 9.786 ευρώ, γ) για δώρο Πάσχα έτους 2008, υπολογιζόμενου στο ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του κατεχόμενου μισθολογικού κλιμακίου, κατ’ άρθρο 9 παρ. 2, 4 και 5 Ν. 3205/2003, 432 ευρώ, δ) για δώρο Χριστουγέννων έτους 2008, ίσο με το μηναίο βασικό μισθό του κατεχόμενου μισθολογικού κλιμακίου (άρθρο 9 παρ.1, 4 Ν. 3205/2003), 864 ευρώ και ε) για επίδομα άδειας έτους 2008, υπολογιζόμενου στο ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του κατεχόμενου μισθολογικού κλιμακίου, και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους (άρθρο 9 παρ. 3 Ν. 3205/2003), 432 ευρώ, και συνολικά για το έτος 2008 (9.786 + 432 + 864 + 432 =) 11.514 ευρώ, 3) για το έτος 2009, οι τακτικές μηνιαίες μικτές αποδοχές για υπαλλήλους του εναγομένου της ίδιας κατηγορίας είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των (864 ευρώ ο βασικός μισθός του 17ου Μ.Κ. + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης + 110 ευρώ το επίδομα ειδικής απασχόλησης + 365 ευρώ τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης προσωπικού ΟΤΑ =) 1.403 ευρώ.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται α) για καθέναν από τους μήνες από Ιανουάριο έως Δεκέμβριο του 2009 (1.403 - 550 -) 853 ευρώ και συνολικά 10.236 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα έτους 2009, 432 ευρώ, γ) για επίδομα αδείας έτους 2009, 432 ευρώ, δ) για δώρο Χριστουγέννων έτους 2009, 864 ευρώ και συνολικά (10.236 + 432 + 432 + 864 =)11.964 ευρώ, στα οποία πρέπει να προστεθεί το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο χορηγήθηκε ως έκτακτη οικονομική παροχή για το έτος 2009, δυνάμει άρθρου 17 παρ.1 περ.α Ν. 3758/2009, ήτοι συνολικά 12.464 ευρώ και 4) το έτος 2010, οι τακτικές μηνιαίες μικτές αποδοχές για υπαλλήλους του εναγομένου της ίδιας κατηγορίας και οικογενειακής κατάστασης ανέρχονταν στο ποσό των (864 ο βασικός μισθός του Που Μ.Κ. + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης +110 ευρώ το επίδομα ειδικής απασχόλησης + 365 ευρώ τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης προσωπικού ΟΤΑ - 12%, σύμφωνα με το ν.3833/2010 =) 1.359 ευρώ.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται, εν όψει 4ης απασχόλησης της από την 1-1-2010 έως την 17-6-2010, α) για καθέναν από τους μήνες από Ιανουάριο έως Μάιο 2010 (1.359 - 550 =) 809 ευρώ και συνολικά 4.045 ευρώ, β) για το μήνα Ιούνιο 2010 (1.359 : 22 ημέρες = 61,78 ευρώ ημερομίσθιο * 13 ημέρες εργασίας =) 803,14 ευρώ - (25 * 13 = 325) 478,14 ευρώ, αντί του οποίου θα λάβει το ποσό των 270 ευρώ, το οποίο αιτείται με την αγωγή και συνολικά για το κονδύλιο των μισθολογικών διαφορών (4.045 + 270 =) 4.315 ευρώ, γ) για δώρο Πάσχα έτους 2010 (432 ευρώ - 30%, κατ’ άρθρο 2 παρ.2 ν. 3833/2010 =) 302,40 ευρώ και συνολικά (4.315 + 302,40) 4.617,40 ευρώ. Συνολικά, η ενάγουσα δικαιούται για τις ως άνω αιτίες το ποσό των (521,50 + 11.514 + 12.464 + 4.617,40 =)29.116,90 ευρώ. Συνακόλουθα, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 29.116,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση".
Με την ως άνω κρίση του το δικαστήριο, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, ως νόμιμη και ειδικότερα ως προς τις βάσεις της για ύπαρξη έγκυρης σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, μη νόμιμα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648 και 649 του ΑΚ, του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, της καθ’ ης με εμένα, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις αυτές, ειδικότερα δε καθόσον αφορά την αναγνώριση περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3. 5. 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004 (ad hoc ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014).
Περαιτέρω, μη νόμιμα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη ότι "οι μισθολογικές αξιώσεις της ενάγουσας που απορρέουν, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από την απασχόληση της με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες συνήφθησαν κατά παράβαση των προπαρατιθέμενων συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων και συνεπώς είναι αυτοδικαίως άκυρες, βρίσκουν άμεσο έρεισμα για την αιτία αυτή ακυρότητας και μόνο στη διάταξη του άρθρου 7 του π. δ. 164/2004, βάσει του οποίου απορρέουν αξιώσεις ευθέως από την έννομη σχέση (και όχι από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού) και ως εκ τούτου η άκυρη σύμβαση εργασίας αντιμετωπίζεται για όσο διάστημα λειτούργησε ως έγκυρη", ήτοι ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 7 του ανωτέρω π.δ. 164/2004 και επιδίκασε στην καθ’ ης με βάση το άρθρο αυτό τις αποδοχές που λάμβαναν οι υπόλοιποι μόνιμοι υπάλληλοι μου, δεδομένου ότι για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης απαιτείται έγκυρη σύμβαση σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω για τους λόγους που προεκτέθηκαν) (ad hoc ΑΠ 126/2015,).
Άλλωστε τούτο (ήτοι ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 7 π.δ. 164/2004) δέχεται ρητά και η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη σε άλλο σημείο της, όπου συγκεκριμένα αναφέρει "Εν όψει των ανωτέρω, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε εξ αρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενη αλλά επιτρεπόμενη από το νόμο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μαθητευόμενου, παραταθείσαμε παρόμοια σύμβαση (βλ. και άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 περ. και ως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων πριν την απάλειψη της με το άρθρο 1 ν. 3812/2009, ΦΕΚ Α 234/28-12-2009) και ως εκ τούτου οι μισθολογικές της αξιώσεις δεν μπορούν να βρουν έρεισμα στο άρθρο 7 παρ. 2 π.δ. 164/2004." Έτσι όμως, η αναιρεσιβαλλόμενη περιέχει ως προς την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 7 π.δ. 164/2004 και της επιδίκασης δυνάμει της διάταξης αυτής των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών.
Περαιτέρω, μη νόμιμα επιδίκασε η εκκαλουμένη στην καθ’ ής τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, επικαλούμενη τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ίσης μεταχείρισης και ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων.
Ειδικότερα, η εκκαλουμένη δέχτηκε "Δικαιούται, όμως, με βάση τις αρχές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1β Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε η ίδια και αυτών που λάμβαναν οι υπάλληλοι του εναγομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο δημόσιο τομέα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθ.
οικ. .../5-2- 2004 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 215/2004), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003 και ίσχυε μέχρι την κατάργηση της με την υπ’ αριθ. οικ..../17-2-2012 (ΦΕΚ Β’ 414/23-2-2012, με ισχύ από 1.1.2011), και σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18,20,21, 22, 23, 24, 25, 26, του άρθρου 27 παρ. 2 και του άρθρου 28 του ν. 3205/2003 "περί μισθολογικών ρυθμίσεων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. κλπ." επεκτάθηκαν και είχαν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α." (ίδ. φύλλο 17ο, σελ. 34 της αναιρεσιβαλλόμενης).
Με τις παραπάνω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω συνταγματικές διατάζεις, για παραβίαση της επεκτατικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είγε προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενη και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω (ad hoc ΑΠ 126/2015, ΑΠ 933/2015).
Άλλωστε τούτο (ήτοι ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχείρισης) δέχεται ρητά και η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη σε άλλο σημείο της, όπου συγκεκριμένα αναφέρει "Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η επίσης επικαλούμενη από την ενάγουσα αργή της ίσης μεταχείρισης δεν απορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι προέκυψε ότι το μισθολόγιο των υπαλλήλων του δεν καθορίζεται οικειοθελώς από το εναγόμενο, αλλά με βάση κανονιστικές ρυθμίσεις" (ίδ. φύλλο 19ο, σελ. 37 (αρχή) της αναιρεσιβαλλόμενης). Δηλαδή η αναιρεσιβαλλόμενη περιέχει αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της απορρέουσας από το άρθρο 4 του Συντάγματος συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης και την επιδίκαση, δυνάμει της διάταξης αυτής, των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών.
Άλλωστε, όπως έχει κριθεί, η ακυρότητα, ήτοι η παρανομία, δεν παράγει δίκαιο και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικούμενων (εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης) και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης (ήτοι του εναγομένου ως OTA a βαθμού) για την επέκταση μη νόμιμης δράσης της Διοίκησης (πρβλ ΠλΟλΑΠ 17/2015).
Συνεπώς, με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 648 και 649 του ΑΚ, άρθρα 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και άρθρο 21 του Ν. 2190/1994), άλλως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 648 και 649 του ΑΚ, άρθρα 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και άρθρο 21 του Ν. 2190/1994), ενώ παραδεκτώς προβάλλεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την κρινόμενη αίτηση και είναι βάσιμος, διότι στηρίζεται σε παράλειψη που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 περ.β’ ΚΠολΔ), ο οποίος άλλωστε εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο , δεδομένου ότι αναφέρεται στον αριθμό 1, άλλως 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ),.
4.- Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δέχθηκε ότι αυτός νομιμοποιείται παθητικά με την ένδικη αγωγή ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι ΟΑΕΔ την προσέλαβε και αυτός ήταν ο εργοδότης της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον από τις παραδοχές της απόφασης, που εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι στον εναγόμενο δήμο η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της και αυτός ήταν ο εργοδότης της και μάλιστα τελούσε υπό την άμεση εξάρτηση και την εποπτεία των ορισθέντων από τον εναγόμενο δήμο οργάνων του.
5.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους κλπ, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της".
Όπως παγίως δέχεται η νομολογία [ΑΕΔ ΑΕΔ 9/2009, ΑΕΔ 1/2012, ΑΕΔ 2/2012, πρβλ και, 1491/2007, 1560/2007 και 1561/2007, 372/2010 (που αφορά ΟΤΑ) αποφάσεις του Αρείου Πάγου], από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΤΑ και ΝΠΔΔ από καθυστερούμενες αποδοχές ή απόλαυες, οποιασδήποτε φύσεως, η αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, Οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το νομικό πρόσωπο για οποιοδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια, την οποία προσδίδουν τα όργανα του στο νόμο, από την οποία, όμως, άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για την θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαύων δικαιώματος απαιτείται η έκδοση πράξεως του νομικού προσώπου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις mo πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν. Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων, απορρεουσών από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Συνεπώς η διάταξη αυτή, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθ. 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ιδίου νόμου "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που ορίζει "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής", προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 5/2.008).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 31/1968 : "Αι υπό των Αστικών εν γένει Νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχαι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκότεραι των επί του Δημοσίου ισχυουσών". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο χρόνος της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων των QTA που προβλέπονται στο άρθρο 48 του ν.δ/τος 496/1974 αρχίζει όχι από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκες κάθε αξίωση, όπως ορίζει το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ/τος, αλλά από τη γένεση κάθε αξίωσης όπως προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 ν. 2362/1995 που ισχύει για το Δημόσιο και κατ4 άρθρο 3 του ν.δ/τος 31/1968 κατισχύει του ως άνω άρθρου 49 ως ευνοϊκότερη και για τους ΟΤΑ (όπως εγώ εν προκειμένω) (ίδ. ad hoc ΑΠ 372/2010, ΑΠ 694/2010, ΑΠ 766/2010, ΑΠ 1722/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 του ν. 2362/1995, "Η παραγραφείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό. Κάθε ποσό που κατέβαλε το Δημόσιο μετά την παραγραφή της απαιτήσεως κατ’ αυτού, έστω και α γνώριζε την παραγραφή δικαιούται να το αναζητήσει. Παραίτηση του Δημοσίου από τη συμπληρωμένη παραγραφή ή η μη παραγεγραμμένης απαιτήσεως είναι άκυρη. Η παραγραφή λαμβάνεται υπ όψη ανεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Η έννοια της τελευταίας από τις εν λόγω διατάξεις είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπ’ όψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαιτήσεως, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ’ ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ’ ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι, όπως άλλωστε δέχτηκε και η αναιρεσιβαλλομένη η πρωτόδικη αγωγή κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο δήμο στις 20-9-2010, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας (και ήδη εφεσίβλητης) προ της διετίας 20-9- 2008 έως 20-9-2010 υπέπεσαν στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από το χρόνο γέννησης της αξίωσης, διακόπτεται με την κοινοποίηση της αγωγής και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, όπως προεκτέθηκε.
Επομένως, μη νόμιμα η αναιρεσιβαλλομένη επιδίκασε στην καθ’ ης τα ποσά που αναφέρονται σε αξιώσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν πριν την 20-9-2008. Από τις παραδοχές αυτές, όμως, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, αν και έλαβε υπ’ όψη ότι στο αντικείμενο της δίκης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονταν και αξιώσεις για διάφορες μισθολογικές παροχές, που κατά νόμο είχαν γεννηθεί πριν τις 20-9-2008 και ότι από το χρονικό σημείο της γέννησης μιας εκάστης εξ αυτών είχε παρέλθει διετία μέχρι την άσκηση της αγωγής (20-9-2010), παρέλειψε να εφαρμόσει τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων των ΟΤΑ, προς τις οποίες όφειλε αυτεπαγγέλτως να συμμορφωθεί, δεδομένου του ότι τα ως άνω περιστατικά όχι μόνο είχαν προβληθεί ενώπιον αυτού με το εισαγωγικό δικόγραφο, αλλά και περιλαμβάνονταν μεταξύ των παραδοχών του. Αν τις είχε εφαρμόσει, θα έπρεπε να έχει απορρίψει αυτεπαγγέλτως ως παραγραμμένη, ήτοι κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την αγωγή και κατά το μέρος που αναφερόταν στις εν λόγω απαιτήσεις προ 20-9-2008.
Συνεπώς, με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλομένη κατέστη αναιρετέα και κατά το μέρος αυτό, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 90 παρ.3, 91 εδ. α’ και 94 εδ. δ’ του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, που εφαρμόζονται ανάλογα και για ΟΤΑ κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 31/1968), ενώ παραδεκτώς προβάλλεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την ένδικη αίτηση, διότι στηρίζεται σε παράλειψη που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 περ.β’ ΚΠολΔ), άλλως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο Σας, δεδομένου ότι αναφέρεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτο λόγος της αναίρεσης.
6.- Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την πρωτόδικη αγωγή της ζήτησε τα κονδύλια, που τυχόν της επιδικαστούν, να της επιδικαστούν με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας και όχι με το σταθερό επιτόκιο του 6 %, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 21 "Κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου", του άρθρου 276 παρ. 3 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ) και του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/74 "Περί του δημοσίου λογιστικού των ΝΠΔΔ κ.λ.π.", που ισχύουν μεταξύ άλλων και για τα ΝΠΔΔ (όπως εγώ).
Ωστόσο, το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και η ανάλογη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ, η οποία εφαρμόζεται στα ΝΠΔΔ (όπως εγώ), ορίζει ότι "Ως νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής.
Ομοίως το άρθρο 276 παρ. 3 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ) ορίζει: "5. Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των Ο.Τ.Α. ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου." Άλλωστε, με την υπ’ αριθμ 25/2012 απόφαση του ΑΕΔ κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 και 28 § Ια του Συντάγματος και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 § 1γ’ ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε τα αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον του απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπιση τους (ίδ. ad hoc για ΝΠΔΔ ΟλΑ.Π. 3/2006 ΑΠ 2/2014, καθώς και ΟλΣτΕ 3745/16, ΟλΣτΕ 2476/15, ΝοΒ 2016.332, ΟλΣτΕ 2114/14). Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων επιδίκασε τα προαναφερόμενα ποσά υπέρ της αναιρεσίβλητης και σε βάρος του εναγομένου με το νόμιμο τόκο και όχι με 6% από την επίδοση της αγωγής.
Συνεπώς, με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα, και κατά το μέρος αυτό διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου", άρθρο 276 παρ. 3 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ) και άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/74), ενώ παραδεκτώς προβάλλεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου Σας με την παρούσα αίτηση, διότι στηρίζεται σε παράλειψη που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 περ.β’ ΚΠολΔ), άλλως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι αναφέρεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), και ως εκ τούτου είναι βάσιμος και τέταρτος σχετικός με τα προεκτεθέντα λόγος της αναίρεσης.
7.- Η αναιρεσιβαλλόμενη επιδίκασε, πέραν των άλλων, στην καθ’ ης και το κονδύλιο της έκτακτης οικονομικής παροχής του άρθρου 17 Ν. 3758/2009 το οποίο χορηγήθηκε ως έκτακτη οικονομική παροχή για το έτος 2009, δυνάμει άρθρου 17 παρ.1 περ.α Ν. 3758/2009") που ορίζει ότι: "Στους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. στα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, με εξαίρεση τους δικαστικούς λειτουργούς, το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και τους ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) χορηγείται για το έτος 2009, εφάπαξ ποσό έκτακτης οικονομικής παροχής με βάση το ύψος των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως επιδομάτων, πλην οικογενειακής παροχής, που καταβάλλονταν την 31.12.2008, ως κάτωθι: α)Για σύνολο μηνιαίων αποδοχών μέχρι χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500 €), ποσό πεντακοσίων ευρώ (500 €). β) Για σύνολο μηνιαίων αποδοχών από χίλια πεντακόσια ένα ευρώ (1.501 €) μέχρι χίλια επτακόσια ευρώ (1.700 €), ποσό τριακοσίων ευρώ (300 €). 2. Τα ανωτέρω ποσά δεν υπόκεινται σε καμία κράτηση, τέλος και φόρο εισοδήματος. 3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής των ποσών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου".
Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 2/32449/0022 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 860), η οποία ορίζει ότι: " (...) 1. Το εφάπαξ ποσό της έκτακτης οικονομικής παροχής των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3758/2009 θα χορηγηθεί στους δικαιούχους με μισθοδοτική κατάσταση, ταυτόχρονα με την καταβολή του μισθού του α’ δεκαπενθημέρου Ιουνίου και δεν υπόκειται σε κράτηση, τέλος και φόρο εισοδήματος. 2. Η σχετική δαπάνη θα βαρύνει τον ΚΑΕ 0568 του κρατικού προϋπολογισμού και τον ΚΑΕ 0292 των Ν.Π.Δ.Δ.". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των ν.π.δ.δ., καταβάλλεται για το έτος 2009 έκτακτη οικονομική παροχή με βάση το ύψος των συνολικών μηνιαίων αποδοχών που λάμβαναν την 31.12.2008. Εκ τούτων παρέπεται σαφώς πως η έκτακτη αυτή παροχή δεν καταβάλλεται αφενός σε εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου σε Δημόσιο, ΟΤΑ ΝΠΔΔ (ίδ. ad hoc ΕλΣυν 107/2011, ΝΟΜΟΣ), καθώς και σε πρόσωπα, που κατά την ημερομηνία αυτή (31.12.2008), δεν συνδέονται με υπαλληλική σχέση με τους ανωτέρω, περιοριστικά αναφερόμενους φορείς (ίδ. ad hoc ΕλΣυν 52/10, ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), όπως η ίδια ρητά αναφέρει στην πρωτόδικη αγωγή της, αλλά και δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι εργαζόμενη ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς δεν δικαιούνταν να λάβει την έκτακτη οικονομική παροχή του άρθρου 17 Ν. 3758/2009 και για το λόγο αυτό, μη νόμιμα επιδίκασε το κονδύλιο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη.
Συνεπώς, με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα, και κατά το μέρος που επιδίκασε το κονδύλιο αυτό, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 17 Ν. 3758/2009 και υπ’ αριθμ. 2/32449/0022 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 860)], ενώ παραδεκτώς προβάλλεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου Σας με την παρούσα αίτηση, διότι στηρίζεται σε παράλειψη που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ.β’ ΚΠολΔ), άλλως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι αναφέρεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και επομένως είναι βάσιμος και ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης.
8.- Τέλος βάσιμος είναι και ο έκτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9του ΚΠολΔ καθόσον όπως ρητά δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη "...σημειώνεται, ότι, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το αρχικό παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, κατέστη, μη νόμιμο, καθόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν μπορούν να κηρυχθούν προσωρινά εκτελεστές, επειδή δεν εκτελούνται, αλλά η ενέργειά τους εξαντλείται στο δεδικασμένο...." στην πρωτόδικη δίκη, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη περιόρισε, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά την έναρξη της συζήτησης, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθειμένες πρωτόδικες προτάσεις της ολόκληρο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της περί καταβολής μισθολογικών διαφορών, ύψους συνολικά 29.886,00 ευρώ, σε αναγνωριστικό και ζήτησε συνακόλουθα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση μου να της καταβάλλω το παραπάνω αιτούμενο ποσό.
Παρόλ’ αυτά, όπως προκύπτει από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία υποχρεώνει τον εναγόμενο δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 29.116,60 €, ήτοι κάνει δεκτό καταψηφιστικό αίτημα περί καταβολής των μισθολογικών διαφορών, το οποίο ήδη Η ενάγουσα είχε τρέψει σε αναγνωριστικό.
Συνεπώς, με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα, και κατά το μέρος αυτό διότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν (άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 223 ΚΠολΔ), ενώ παραδεκτώς προβάλλεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την ένδικη αίτηση, διότι στηρίζεται σε παράλειψη που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ.β’ ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω τη ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 591 παρ.1 ΚΠολΔ κατόπιν σχετικού αιτήματος του, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το ήμισυ κατ’ άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ των Ο.Τ.Α), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 318/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ‘ στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που είχε δικάσει την υπόθεση αυτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ 1 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ