Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of price reduction for missing utility infrastructure in a contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision awarding a price reduction for missing utility infrastructure. The appellant argued the contract lacked necessary network conditions, while the appellee accepted the property with the obligation to execute works. The court upheld the lower court's finding that the appellant was liable for the missing infrastructure, despite a procedural error in the legal reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 540, 543, 578 of the Civil Code; Article 527, 562 of the Code of Civil Procedure: The court may replace the legal reasoning of a final judgment if the factual findings support the correct outcome, even if the legal basis cited is erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1762/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο (ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ.Α.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή, που ανεκάλεσε την από 21-2-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ν.Τ.-Β. Φ. ΟΕ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21189/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1057/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητευθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1679β/9.10.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κιλκίς Θ. Σ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση. Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1057/13 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 29/9/11 εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την 21.189/11 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12/8/08 αγωγή της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής, δέχτηκε αυτήν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 20.910,37 ευρώ, για την αναφερόμενη σ' αυτήν αιτία.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει, ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 1183/07) με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 289/12).
Εξάλλου, συνομολόγηση ιδιότητας του πωλούμενου πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ, υπάρχει, όταν ο πωλητής προέβη σε δήλωση που έγινε αποδεκτή από τον αγοραστή, η οποία έχει ως περιεχόμενο την ύπαρξη ορισμένων και συγκεκριμένων ιδιοτήτων ή προσόντων του αντικειμένου της σύμβασης και την ανάληψη ευθύνης του δηλούντος για την ύπαρξη των ιδιοτήτων αυτών και τις συνέπειες της έλλειψης τους.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../7.9.2003 συμβολαίου πώλησης....που μεταγράφηκε νόμιμα. ...η εναγόμενη μεταβίβασε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα εδαφοτεμάχιο, εμβαδού 7.852 τ.μ που βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Εχεδώρου Θεσσαλονίκης και στο δημοτικό διαμέρισμα Σίνδου του Νομού Θεσσαλονίκης, εντός του οικοδομικού τετραγώνου … της Γ' Φάσης του ρυμοτομικού σχεδίου της βιομηχανικής περιοχής Θεσσαλονίκης, άρτιο και οικοδομήσιμο, με θέση και όρια που περιγράφονται στην αγωγή, έναντι τιμήματος 288.011,36 ευρώ, το οποίο εξοφλήθηκε ολοσχερώς κατά την ημέρα υπογραφής του άνω συμβολαίου.
Στην περιοχή που βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο, είχε δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος βυρσοδεψικού πάρκου ή πάρκου υδροβόρων μονάδων όλης της βιομηχανικής περιοχής Θεσσαλονίκης προκειμένου να μεταφερθούν και εγκατασταθούν στο χώρο αυτό όλα τα βυρσοδεψεία της περιοχής Θεσσαλονίκης για την προστασία του Θερμαϊκού Κόλπου, αλλά και για την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο άνω ακίνητο τον Απρίλιο του έτους 2004, οπότε και ξεκίνησε τις αναγκαίες ενέργειες για την ανέγερση εντός αυτού βυρσοδεψικού κτιρίου. Λόγω δε του ότι δεν υπήρχε σύστημα υποδομής μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσεως μέχρι το σημείο στο οποίο βρίσκονταν το ακίνητο της, η ενάγουσα αλλά και άλλες 12 επιχειρήσεις βυρσοδεψείων, που είχαν επίσης αγοράσει ακίνητα από την εναγόμενη για τον ίδιο σκοπό, επέδωσαν στην τελευταία την από 21-6-2004 εξώδικη "δήλωση-πρόσκληση και διαμαρτυρία" με την οποία οι εν λόγω ιδιοκτήτες των ακινήτων, επικαλούμενοι σχετικό όρο του μεταβιβαστικού τους συμβολαίου, ο οποίος ήταν πανομοιότυπος σε όλα τα συμβόλαια και σύμφωνα με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, η εναγόμενη πωλήτρια είχε αναλάβει την ευθύνη και την υποχρέωση να εκτελέσει με δική της φροντίδα, έξοδα και επιμέλεια την εκτέλεση όλων των έργων υποδομής ηλεκτροδοτήσεως καθενός από τα εδαφοτεμάχια-οικόπεδά τους, την κάλεσαν να καταβάλει προς τη ΔΕΗ, κάθε έξοδο και ποσό ώστε να εκτελεστούν τα έργα υποδομής ηλεκτροδότησης των επιχειρήσεων τους, ενώ ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι ήδη είχαν προκαλέσει για λόγους κατεπείγοντος και προς αποτροπή κινδύνου των επιχειρήσεων τους την εκτέλεση των έργων αυτών από την ΔΕΗ, ζήτησαν να τους καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν αυτοί με την καταβολή εξ ιδίων χρημάτων του αντίστοιχου ποσού το οποίο αποτελούσε υποχρέωση της εναγόμενης.
Στην ως άνω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και διαμαρτυρία, η εναγόμενη απήντησε με την από 28-7-2004 εξώδικη απάντηση της, αρνούμενη παντελώς την υποχρέωση της να προβεί σε έργα υποδομής ηλεκτροδότησης των άνω επιχειρήσεων, ισχυριζόμενη ότι η ίδια, με βάση το σχετικό όρο των μεταβιβαστικών συμβολαίων είχε υποχρέωση να φροντίσει να εκτελεσθούν τα έργα αυτά από τον οικείο οργανισμό (ΔΕΗ), χωρίς καμία δική της οικονομική επιβάρυνση.
Η ενάγουσα μετά την κατά τα ανωτέρω άρνηση της εναγομένης να συμμετέχει στην δαπάνη της εκτέλεσης των έργων υποδομής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η εγκατάσταση της στο άνω ακίνητο, κατέβαλλε προς τη ΔΕΗ το ποσό των 17.571,74 ευρώ πλέον ΦΠΑ 3.338,63 ευρώ και συνολικά 20.910,37 ευρώ και εκτελέστηκε το άνω έργο μεταφοράς, με εναέριο δίκτυο, ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης, αποτελούμενο από οκτώ κολώνες, η τελευταία των οποίων τοποθετήθηκε στο δρόμο έμπροσθεν της πρόσοψης του ακινήτου της.
Συγχρόνως, η ενάγουσα και οι λοιποί ιδιοκτήτες των ακινήτων του εν λόγω βυρσοδεψικού πάρκου με την άνω εξώδικη δήλωση τους την οποία απηύθυναν και προς τη ΔΕΗ, ζήτησαν από την τελευταία να τους χορηγήσει φωτοτυπία της συμφωνίας-πλαίσιο που καταρτίσθηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης -τότε ΕΤΒΑ- και της ίδιας (ΔΕΗ ) ώστε να λάβουν γνώση των επί μέρους συμφωνιών που καταρτίσθηκαν και συνομολογήθηκαν μεταξύ τους για το χώρο της βιομηχανικής περιοχής Σίνδου Θεσσαλονίκης και την οποία (συμφωνία) αν και μέσω εισαγγελικής εντολής υποχρεώθηκε αυτή (ΔΕΗ) να τους παραδώσει, παρέμεινε αυτή ανεκτέλεστη.
Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους αλλά προκύπτουν και από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το άρθρο 8 του προαναφερόμενου συμβολαίου αγοραπωλησίας γηπέδου δυνάμει του οποίου περιήλθε στην ενάγουσα το άνω ακίνητο, ορίζονται τα εξής: " Η πωλήτρια έχει εκτελέσει με έξοδα της τα παρακάτω έργα υποδομής τα οποία θα εξυπηρετούν τη βιομηχανική περιοχή και την αγοράστρια δηλαδή α) τους κύριους δρόμους, β) το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών και γ) το δίκτυο παροχής ύδατος.
Ως προς το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και το τηλεφωνικό δίκτυο η πωλήτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για να εκτελεστούν αυτά από τους οικείους οργανισμούς (ΔΕΗ -ΟΤΕ) και σύμφωνα με τις διατάξεις τις διέπουσες τους οργανισμούς αυτούς. Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι τα παραπάνω με στοιχεία β και γ δίκτυα νοούνται μόνον τα διερχόμενα δια των οδών.
Η σύνδεση με αυτά και η παροχή θα εκτελείται με έξοδα της αγοράστριας. Για την ηλεκτροδότηση της μονάδας της αγοράστριας η πωλήτρια δηλώνει και η αγοράστρια αποδέχεται ότι δεν πρόκειται να καταβάλει καμία οικονομική συμμετοχή τόσο για την αρχική όσο και για οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση ισχύος αυτής".
Από την διατύπωση του άνω άρθρου της εν λόγω σύμβασης αγοραπωλησίας και δη από το γεγονός ότι σ' αυτήν αναφέρεται "Ως προς το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και το τηλεφωνικό δίκτυο η πωλήτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για να εκτελεστούν αυτά από τους οικείους οργανισμούς (ΔΕΗ-ΟΤΕ) και σύμφωνα με τις διατάξεις τις διέπουσες τους οργανισμούς αυτούς" σε συνδυασμό με όσα αναγράφονται στις υπόλοιπες παραγράφους του ίδιου άρθρου, ανακύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού αμφιβολία ως προς την αληθή έννοια των δηλώσεων των συμβαλλομένων στην επίμαχη σύμβαση και δη αν κατά την κατάρτιση αυτής συνομολογήθηκε ως ιδιότητα του πωλούμενου ακινήτου η ύπαρξη έργων υποδομής που αφορούσαν την διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, η δαπάνη εκτέλεσης των οποίων από την αρμόδια ΔΕΗ θα βάρυνε την ενάγουσα ή την εναγόμενη, αντίστοιχα, οπότε συντρέχει περίπτωση προσφυγής, κατά τα όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Καταρχήν από την ανάγνωση του όλου περιεχόμενου του άνω άρθρου είναι σαφές ότι αυτό αναφέρεται στα έργα υποδομής που εκτελέστηκαν ή πρόκειται να εκτελεστούν στο συγκεκριμένο ακίνητο και αφορούν α) τον κύριο δρόμο που οδηγεί σ' αυτό β) το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών γ) το δίκτυο παροχής ύδατος και δ) τα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικού δικτύου.
Κατόπιν, γίνεται σαφής αναφορά ότι τα υπό στοιχ. α, β, γ έργα υποδομής κατά το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου έχουν εκτελεστεί με έξοδα της πωλήτριας και ότι η σύνδεση του ακινήτου με το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών και με το δίκτυο παροχής ύδατος θα γίνει με έξοδα της αγοράστριας.
Εν συνεχεία γίνεται αναφορά στο έργο υποδομής που αφορά τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (υπογραφής του άνω συμβολαίου ) δεν έχει εκτελεστεί, η δε εναγόμενη πωλήτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελεστού και αυτά από τους οικείους οργανισμούς (ΔΕΗ, ΟΤΕ).
Τέλος, για την ηλεκτροδότηση της μονάδας της αγοράστριας, η εναγόμενη, δήλωσε ότι δεν θα έχει καμία οικονομική συμμετοχή τόσο για την αρχική όσο και για οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση της ισχύος αυτής. Με βάση λοιπόν τα όσα ανωτέρω αποτυπώθηκαν στο άνω συμβόλαιο και έγιναν αποδεκτά από τους διαδίκους, ερμηνευόμενα με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που επιβάλλουν τη μη προσήλωση στις λέξεις αλλά την αναζήτηση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι με την επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας, συνομολογήθηκε ως ιδιότητα του ακινήτου η ύπαρξη δικτύου υποδομής μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο είχε υποχρέωση να μεριμνήσει η εναγόμενη να εκτελεστεί από τη ΔΕΗ, καταβάλλοντος η ίδια τη σχετική δαπάνη.
Συγκεκριμένα, η έκφραση που αποτυπώνεται στο άνω συμβόλαιο "η πωλήτρια αναλαμβάνει να φροντίσει να εκτελεστούν αυτά (δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και το τηλεφωνικό δίκτυο ) από τους οικείους οργανισμούς ΔΕΗ - ΟΤΕ )", έχει την έννοια, τόσο της μέριμνας της εναγόμενης για την εκτέλεση των έργων αυτών από τη ΔΕΗ, όσο και της οικονομικής της επιβάρυνσης με την απαιτούμενη δαπάνη.
Διαφορετική ερμηνεία της συγκεκριμένης έκφρασης και δη ότι αυτή είχε την έννοια μόνο του συντονισμού εκ μέρους της εναγόμενης των όποιων ενεργειών ως φορέας διοίκησης και διαχείρισης της ΒΙ.ΠΕ.Θ, δεν ανταποκρίνεται στις αληθείς βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, καθώς αν πράγματι αυτή ήταν η βούληση τους δεν ήταν απαραίτητο να περιληφθεί τέτοια διάταξη στον άνω άρθρο του μεταβιβαστικού συμβολαίου, αφού θα ήταν κενή περιεχομένου και οποιοσδήποτε δέσμευσης της εναγομένης, ανέξοδη και χωρίς έννομες συνέπειες γι' αυτήν.
Αντίθετα, το γεγονός ότι για τα υπόλοιπα έργα υποδομής τα οποία είχαν εκτελεστεί από την εναγόμενη, η τελευταία επωμίσθηκε τα έξοδα κατασκευής τους, οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι και για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι έργο υποδομής απαραίτητο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων που εγκαταστάθηκαν στο συγκεκριμένο βυρσοδεψικό πάρκο, τα έξοδα θα επιβάρυναν την εναγόμενη.
Επιπρόσθετα δε το γεγονός ότι ειδικά για τη δαπάνη σύνδεσης του ακινήτου της ενάγουσας με τα άνω έργα υποδομής και συγκεκριμένα με το δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών, το δίκτυο ύδρευσης αλλά και το δίκτυο ηλεκτροδότησης της μονάδας της ενάγουσας, τόσο για την αρχική όσο και για οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση ισχύος αυτής, ρητά εκφράστηκαν οι διάδικοι στο άνω συμβόλαιο και απάλλαξαν την εναγομένη-πωλήτρια από τις δαπάνες αυτές, οδηγεί το δικαστήριο αυτό στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι αν η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να απαλλάξουν την εναγομένη-πωλήτρια από τη δαπάνη για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας θα είχαν εκφραστεί ρητά και για το θέμα αυτό, δεδομένου και του υψηλού κόστους που αφορούσε η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου υποδομής.
Από αυτή περαιτέρω την αντιδιαστολή που γίνεται με τους άνω δύο επίμαχους όρους ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι: Εάν πράγματι με τον άνω ερμηνευόμενο όρο η εναγόμενη αναλάμβανε απλώς και μόνο την υποχρέωση της μέριμνας εκτελέσεως των έργων μεταφοράς ηλεκτρική ενέργειας και όχι και τη δαπάνη εκτέλεσης τω έργων αυτών, ήταν περιττή η σαφής εξαίρεσή από την υποχρέωση της να συμμετέχει στη δαπάνη σύνδεσης με το ηλεκτρικό δίκτυο, αφού αυτό θα ήταν αυτονόητο, εφόσον μη έχοντας αναλάβει το μείζον ασφαλώς δεν θα είχε αναλάβει και το έλασσον.
Έτσι, επειδή ακριβώς ανέλαβε την δαπάνη της εκτέλεσης των έργων υποδομής, κατέστη αναγκαίο να διευκρινιστεί και πλήρως αποσαφηνιστεί με ρητό όρο, ότι δεν θα βαρύνεται και με τη δαπάνη της σύνδεσης. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου αυτού ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι μεταξύ της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης και της ΔΕΗ είχε υπογράφει η από 9-10-1979 συμφωνία-πλαίσιο, η οποία σημειωτέον μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει καταγγελθεί, δυνάμει της οποίας η πρώτη θα βαρύνονταν οικονομικά με ποσοστό συμμετοχής 60% για τη δαπάνη εκτέλεσης έργων υποδομής μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος σε όλα τα εδαφοτεμάχια που βρίσκονται στις χαρακτηρισμένες βιομηχανικές περιοχές της χώρας, ενώ το υπόλοιπο 40% θα βάρυνε την δεύτερη (ΔΕΗ).
Γι αυτό άλλωστε το λόγο η ενάγουσα, όταν κατέβαλλε εξ ιδίων τη σχετική δαπάνη προκειμένου να εκτελεστούν τα έργα ηλεκτροδότησης του ακινήτου της, επιβαρύνθηκε με ποσοστό συμμετοχής 60% της σχετικής δαπάνης και όχι για το σύνολο αυτής. Η εναγόμενη, ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει και με τις ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατατεθείσες προτάσεις της, αμυνόμενη κατά των λόγων της εφέσεως, ότι έκανε χρήση αυτής της συμφωνίας μέχρι το έτος 2001 και ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει καμία απολύτως δαπάνη για την κατασκευή δικτύου μεταφοράς ενέργειας για καμία επιχείρηση σε οποιαδήποτε βιομηχανική περιοχή της Ελλάδος και ότι αυτό αποτυπώθηκε ρητά στο άρθρο 8 του άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου που συνυπέγραψε με την ενάγουσα, σε κάθε δε περίπτωση ότι αυτή συνυπολόγισε την απαλλαγή της από τη δαπάνη αυτή κατά τη διαμόρφωση της τιμής πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου.
Τα άνω πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στον άνω ισχυρισμό υποστήριξε με την κατάθεση του και ο μάρτυρας ανταποδείξεως, Λ. Β. του Λ., ο οποίος είναι υπεύθυνος πωλήσεων- εργοδηγός ηλεκτρολόγος της εναγόμενης, και ο οποίος συμπορευόμενος με τους ισχυρισμούς της διαδίκου που τον προτείνει, κατέθεσε ότι από το 2001 και εντεύθεν η τελευταία δεν συμμετέχει σε κανένα έργο υποδομής για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, ότι αυτό αποτυπώθηκε ρητά στον σχετικό όρο του συμβολαίου της ενάγουσας, καθώς και ότι ο ίδιος, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις ενημέρωνε προφορικά τους υποψήφιους αγοραστές ότι ουδεμία υποχρέωση αναλαμβάνει η πωλήτρια σχετικά με τις δαπάνες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η κατάθεση αυτή, η οποία σταθμίζεται αναλόγως ενόψει της υπηρεσιακής εξαρτήσεως του άνω μάρτυρα από την εναγόμενη, δεν κρίνεται πειστική, διότι αν πράγματι η διοίκηση της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης είχε αποφασίσει από το έτος 2001 και εντεύθεν να μετακυλίσει την παραπάνω δαπάνη στους υποψήφιους αγοραστές θα είχε εκφραστεί ρητά σχετικά με το θέμα αυτό στα συμβόλαια που επακολούθησαν, και περαιτέρω δεν απαιτούνταν προφορική ενημέρωση των υποψήφιων αγοραστών περί μη οικονομικής συμμετοχής της εναγόμενης στη δαπάνη αυτή, η οποία άλλωστε (προφορική ενημέρωση) σύμφωνα με την πλέον αξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ουδέποτε έλαβε χώρα τόσο όσον αφορά την ενάγουσα όσο και τους άλλους υποψήφιους αγοραστές των ακινήτων του συγκεκριμένου βυρσοδεψικού πάρκου.
Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, τόσο με την ενάγουσα, όσο και με άλλους υποψήφιους αγοραστές προϋπολόγιζε τη δαπάνη μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, την οποία απομείωνε ή επαύξανε αναλόγως με το συνομολογημένο τίμημα αγοράς του όλου αγροτεμαχίου, οπότε και μετακυλίονταν η καταβολή της οικονομικής αυτής συμμετοχής στους αγοραστές, δεν είναι πιστευτός.
Τούτο δε διότι, δεν ήταν εφικτό να γνωρίζει η εναγόμενη, πριν από την εγκατάσταση του κάθε αγοραστή στο ακίνητο του, ποιο ακριβώς θα ήταν το ύψος της δαπάνης αυτής. Σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως ισχυρίζεται ότι, στην παρούσα περίπτωση, το αιτούμενο με την αγωγή ποσό που αφορά τη δαπάνη που απαιτήθηκε για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας στο ακίνητο της ενάγουσας, το συνυπολόγισε στο συμφωνηθέν τίμημα, μετακυλίοντας έτσι την ευθύνη καταβολής της δαπάνης αυτής στην ενάγουσα.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως, έλλειπε η συφωνηθείσα ιδιότητα του ακινήτου και συγκεκριμένα δεν είχε εκτελεστεί από τη ΔΕΗ το έργο υποδομής μεταφοράς ενέργειας, η δαπάνη του οποίου βάρυνε την εναγομένη, δικαιούται η ενάγουσα να αξιώσει από την τελευταία αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη προκειμένου να αποκατασταθεί η έλλειψη αυτή και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 17.571,74 ευρώ πλέον ΦΠΑ 3.338,63 ευρώ και συνολικά 20.910,37 ευρώ που κατέβαλλε αυτή (ενάγουσα) προς τη ΔΕΗ για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ως ουσία αβάσιμος ο μοναδικός σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως και συνακόλουθα αυτή (έφεση)στο σύνολο της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί από το δικαστήριο αυτό η υπόθεση, να δικαστεί η από 29-9-2011 (αριθμ.
εκθ. κατ. 3194/30-9-2011) αγωγή και να γίνει αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ακολούθως πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.910,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως,..." Με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), με την αιτίαση ότι προέβη σε εσφαλμένη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αναφορικά με την δοθείσα από το Εφετείο ερμηνεία του άρθρου 8 του μεταβιβαστικού συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία συνομολογήθηκε, ως ιδιότητα του πωληθέντος ακινήτου η ύπαρξη δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας σ' αυτό ή ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε τη δαπάνη για την κατασκευή του από τη ΔΕΗ.
Όμως, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την παραδοχή του, ότι η ύπαρξη δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στο πωληθέν ακίνητο αποτελούσε συμφωνημένη ιδιότητα του, δεν παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που εφήρμοσε, προς συναγωγή του σχετικού του πορίσματος, καθ' όσον οι σχετικές αιτιολογίες που διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του συνιστούν ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρθηκε τόσο στη διαπίστωση αμφίβολων σημείων στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όσο και στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε ότι στον επίμαχο συμβατικό όρο γίνεται αναφορά για έργα υποδομής εκτελεσθέντα ήδη από την αναιρεσείουσα στο συγκεκριμένο ακίνητο (κύριος δρόμος που οδηγεί σ' αυτό, δίκτυο υπονόμων και αποχετευτικών αγωγών, το δίκτυο παροχής ύδατος), τα οποία πράγματι είχαν εκτελεστεί, κατά το χρόνο κατάρτισης του εν λόγω συμβολαίου, καθώς και σε έργα υποδομής (τα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικού δικτύου), για τα οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεστούν από τους οικείους οργανισμούς (ΔΕΗ, ΟΤΕ), καθώς και ότι η μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας ήταν έργο υποδομής απαραίτητο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων που εγκαταστάθηκαν στο συγκεκριμένο βυρσοδεψικό πάρκο, η ύπαρξη του οποίου σύμφωνα με την αποτυπωθείσα στη σύμβαση δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, ερμηνευόμενη με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση σης λέξεις, αλλά με αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνομολογήθηκε, ως ιδιότητα του ακινήτου.
Το εν λόγω ερμηνευτικό πόρισμα δεν ήταν αντίθετο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αναιρεσείουσα, εξειδικεύοντας την επίμαχη πλημμέλεια αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλματα, σχετιζόμενα με τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 8 της σύμβασης, το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που κατά τα πιο πάνω εκτεθέντα χρησιμοποίησε το Εφετείο και την από 9/10/79 σύμβαση της δικαιοπαρόχου της με τη ΔΕΗ, που συνάπτονται με το συνεχόμενο ερμηνευτικό πόρισμα του, ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε τη δαπάνη για την εκτέλεση του έργου μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας στο ακίνητο.
Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις κρίνονται αλυσιτελείς, διότι μετά την παραδοχή ότι η ύπαρξη δικτύου υποδομής μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στο ακίνητο αποτελούσε συμφωνημένη ιδιότητα του, δεν ετίθετο θέμα περαιτέρω ερμηνείας, αναφορικά με το ποίος θα έφερε το βάρος της σχετικής δαπάνης, στην οποία ως εκ περισσού προέβη το Εφετείο.
Τούτο δε, διότι το τίμημα της πωλήσεως καλύπτει το πωλούμενο πράγμα με τη συμφωνημένη ιδιότητα του, λόγος άλλωστε για τον οποίο σε περίπτωση ελλείψεως της, κατά τον κρίσιμο χρόνο παραδόσεως του, μεταξύ άλλων, χωρεί μείωση του τιμήματος (άρθρο 540 ΑΚ, όπως αντ/κε από 21.08.2002 με την παρ. 1 άρθρου 1 ν. 3043/2002), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, σύμφωνα με τη μη προσβαλλόμενη παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης , η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση το ποσό της δαπάνης για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας στο ακίνητο, το συνυπολόγισε στο συμφωνηθέν τίμημα (με την έννοια της κατά το ποσό αυτό απομείωσής του), ώστε να μετακυλιστεί η ευθύνη καταβολής του στην αναιρεσίβλητη αγοράστρια Στα ίδια πλαίσια του 1ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ως ερμηνευτικά εργαλεία προς εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας των συναλλακτικών ηθών: 1) τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2545/97, σύμφωνα με την οποία ως έργα εξωτερικής υποδομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, τα δίκτυα της ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ, τα οποία οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να εκτελούν
σε διάστημα κατ' ανώτατο όριο δύο ετών από τη δημοσίευση της αναφερόμενης σ' αυτό απόφασης και 2) ότι με τη διάταξη του άρθρου 15 ν. 2919/01 η αναιρεσείουσα είχε εξέλθει από το δημόσιο τομέα και οι δεσμεύσεις της έπρεπε να ερμηνεύονται έκτοτε με τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ενώ με την επίκληση ότι τις ανωτέρω διατάξεις, ως ερμηνευτικά εργαλεία, η αναιρεσείουσα τις είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποδίδεται με το 2° λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι τους εν λόγω πραγματικούς ερμηνευτικούς της ισχυρισμούς το Εφετείο δεν τους έλαβε υπόψη του. Οι εν λόγω αιτιάσεις, κατά το πρώτο μέρος τους, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε η ίδια την εκτέλεση του επίμαχου έργου, αλλά ότι ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίσει να εκτελεστεί τούτο από τη ΔΕΗ, υποχρέωση η οποία ως περιεχόμενο συμβατικού όρου δεν είναι αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε το δεύτερο μέρος τους ήσαν αόριστες, διότι δεν προσδιορίζεται σε ποια ερμηνεία των συναλλακτικών ηθών οδηγεί η εφαρμογή των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και μάλιστα τέτοια που να είναι αντίθετη με το ερμηνευτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αιτιάσεις και κατά τα δύο μέρη τους δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν τις πλημμέλειες από τους αρ. ι και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων οι 1ος και 2ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.
Σε περίπτωση, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ο αγοραστής μπορεί σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εναλλακτικά και υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις δικαιούται να επιλέξει τη μη άσκηση των δικαιωμάτων από το άρθρο 540 ΑΚ και αντ' αυτών να ζητήσει απευθείας αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 575/13).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 537 ΑΚ προκύπτει, ότι η κατά τη σύναψη της σύμβασης πωλήσεως γνώση του αγοραστή ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, λόγω ελλείψεως συμφωνηθείσας ιδιότητας, αποκλείει την εκ του λόγου τούτου ευθύνη του πωλητή, εμποδίζοντας τη γένεση οποιουδήποτε δικαιώματος του αγοραστή κατά του πωλητή από τα άρθρα 540, 543 ΑΚ, προτεινόμενη δε κατά της αγωγής με την οποία ο αγοραστής ασκεί δικαίωμα του από τις ανωτέρω διατάξεις, συνιστά ένσταση.
Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, παρά μόνον όταν η σύναψη της σύμβασης παρά τη γνώση του αγοραστή για την έλλειψη της ιδιότητας, κατά συσταλτική ερμηνεία σύμφωνα με το σκοπό των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνεύεται ως αποδοχής του να αγοράσει το πράγμα στην κατάσταση που βρίσκεται. Έτσι, αν ο αγοραστής γνώριζε μεν την έλλειψη της ιδιότητας, κατά την κατάρτιση της πωλήσεως, πλην όμως προέβη στην αγορά, επειδή ο πωλητής του υποσχέθηκε ότι θα προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε το πωληθέν να έχει τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, τότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί η παραπάνω διάταξη του άρθρου 537 ΑK, ο δε αγοραστείς μπορεί να προτείνει κατ' αντένσταση την υπόσχεση αυτή του πωλητή.
Τέλος, μείωση του τιμήματος σημαίνει πραγματική ελάττωση του αρχικώς συμφωνηθέντος, μέχρι του ποσού κατά το οποίο τούτο θα είναι αντίστοιχο με την πραγματική! αξία του πωληθέντος ελλιπούς πράγματος, κατά τον κρίσιμο χρόνο για την ύπαρξη της έλλειψης και επιτυγχάνεται είτε με επιστροφή από τον πωλητή μέρους του καταβληθέντος τιμήματος, είτε με άφεση μέρους του τυχόν μη καταβληθέντος.
Με τον 3° λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 537 παρ. 1 περίοδος β' ΑΚ, του οποίου οι προϋποθέσεις συνέτρεχαν και οδηγούσαν σε απαλλαγή από την ευθύνη της αναιρεσείουσας πωλήτριας, κι' έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537 παρ. 1 περίοδος α' και 534 ΑΚ, η εφαρμογή των οποίων αποκλειόταν, εφόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η αναιρεσίβλητη αγοράστρια κατά τη σύναψη της σύμβασης, γνώριζε ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, δηλαδή γνώριζε την ανυπαρξία δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που να εξυπηρετεί το πωληθέν γήπεδο (ως συμφωνημένης ιδιότητας).
Επικουρικά δε αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πραγματικό της ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε την ανυπαρξία της παραπάνω συμφωνηθείσας ιδιότητας. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί.
Ειδικότερα, αναφορικά με την επιχειρούμενη στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραδοχή. Όμως, ακόμη και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, εμμέσως, παραδοχή, περί γνώσεως της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, για την ανυπαρξία του επίμαχου δικτύου, και πάλι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας, εφόσον κατά τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές (συναπτόμενες με τον καθ' υποφορά υποβληθέντα με την αγωγή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης) η αναιρεσείουσα με το άρθρο 8 του μεταβιβαστικού συμβολαίου, ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίσει για την εκτέλεση του σχετικού έργου από τη ΔΕΗ και συνεπώς αυτή (αναιρεσίβλητη) αποδέχτηκε αγορά ακινήτου που θα διέθετε το απαιτούμενο δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Αναφορικά δε με την επικουρικώς επιχειρούμενη θεμελίωσή του στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αυτή δεν προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ), ούτε επανέφερε παραδεκτώς αντίστοιχο ισχυρισμό της, προβληθέντα πρωτοδίκως (άρθρο 562 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το επισκοπούμενοι περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, επικαλούμενη την παντελή έλλειψη των έργων υποδομής μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης στο αγορασθέν ακίνητο, ως συμβατικώς συνομολογημένης ιδιότητας του, ζήτησε κατά το ρητό και σαφές αγωγικό της αίτημα την επιδίκαση του ποσού των 20.910,37 ευρώ, κατ' ενάσκηση του δικαιώματος της για μείωση του τιμήματος κατά το παραπάνω ποσό, το οποίο προσδιόρισε ως διαφορά μεταξύ της συμβατικής του αξίας, "ως υγειούς" με τη συνομολογημένη ιδιότητα και εκείνης του "μη υγειούς" χωρίς τη συνομολογημένη ιδιότητα, εκθέτοντας διηγηματικώς ότι το ποσό αυτό το είχε ήδη καταβάλει προκειμένου να εκτελέσει η ίδια τα επίμαχα έργα Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεχόμενο τη συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης της αναιρεσείουσας, εξαιτίας ελλείψεως της επίμαχης συμφωνημένης ιδιότητας, επιδίκασε το παραπάνω ποσόν, ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 543 αρ. 1 ΑΚ Έτσι, παρά την εσφαλμένη νομική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της είναι ορθό, εφόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό του άρθρου 540 ΑΚ (για μείωση του τιμήματος).
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, πρέπει να χωρήσει αντικατάσταση της σχετική νομικής αιτιολογίας της απόφασης και ν' απορριφθεί ο 3ος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/7/13 αίτηση της εταιρείας ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ. ΑΕ, για αναίρεση της 1057/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ