Supreme Court dismisses appeal on grounds of insufficient evidence of gross negligence regarding bill of lading errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a contract dispute involving air freight. The appellant argued the lower court failed to properly assess the defendant's gross negligence in issuing conflicting bills of lading, but the court found the lower court's reasoning sufficient. The court held that the defendant's failure to inform the plaintiff about the official bill of lading constituted the required gross negligence, validating the lower court's award of damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 714 of the Civil Code and Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; The court ruled that a carrier's failure to inform the consignor of the issuance of an official bill of lading, when instructed to issue one, constitutes gross negligence justifying liability for the resulting loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1762/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας διεθνών μεταφορών με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 17-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", γνωστής στις συναλλαγές της με το εξωτερικό ως "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-6-1997 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9045/1998 μη οριστική και 254/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4590/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης διάβασε την από 26-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4590/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 9-2-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 254/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή μερικώς η από 10-5-1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή αποζημιώσεως από την κακή εκτέλεση εντολής και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην τελευταία το ποσόν των 55.800 δολαρίων Η.Π.Α., κατά το ισάξιο αυτού σε ευρώ την ημέρα της πληρωμής (νομιμοτόκως). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι για την ένδικη αεροπορική μεταφορά, με σκοπό την πληρωμή μικρότερου ναύλου, είχαν εκδοθεί δύο φορτωτικές, " μία κύρια και μία εσωτερική", σύμφωνα με τις οδηγίες της ενάγουσας, ωστόσο δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, για ποιο λόγο η αεροπορική εταιρεία δεν παρέδωσε τη φορτωτική στην οριζόμενη Κινεζική Τράπεζα, για να μπορέσει η τελευταία να παραδώσει το μεταφερόμενο εμπόρευμα στην αγοράστρια εταιρεία μετά την καταβολή του τιμήματος, ούτε γιατί επέδρασε στη μη καταβολή του τιμήματος η εσωτερική φορτωτική, ούτε τέλος γιατί ενόψει όλων αυτών κρίθηκε ότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η σχετική ένστασή της, καταλυτική της αγωγής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ως προς τα ζητήματα αυτά το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανέθεσε στην αεροπορική εταιρεία LUFTHANSA την εκτέλεση της μεταφοράς, ενώ συμφωνήθηκε ότι τόσο τον αεροπορικό ναύλο, όσο και την αμοιβή για τις υπηρεσίες της θα κατέβαλε η αγοράστρια κινέζικη εταιρεία, όπως συμφωνήθηκε με την ενάγουσα.
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταφοράς, εκδόθηκε από την εναγομένη η με αριθμό ... της 9-12-1996 φορτωτική της αεροπορικής εταιρείας LUFTHANSA (master), στην οποία αναφερόταν ως φορτωτής αποστολέας η ενάγουσα, αλλά ως δικαιούχος παραλήπτης η εδρεύουσα στο ... εταιρεία με την επωνυμία MAHE FREIGHT LIMITED, η οποία ήταν ανταποκρίτρια της εναγομένης στο ...
και με τοπικό γραφείο στην πόλη SHENZEN, και είχε θέσει τη σημείωση "παρακαλούμε ειδοποιήσατε τον παραλήπτη άμα τη αφίξει". Παράλληλα η εναγομένη, αν και ενεργούσε ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ενώ ο πραγματικός μεταφορέας ήταν η αεροπορική εταιρεία LUFTHANSA, εξέδωσε για τη μεταφορά και μια δική της (house air way bill) αεροπορική φορτωτική με αριθμό ...
και ημερομηνία 9-12-1996, στην οποία ανέγραψε τα στοιχεία φορτωτή και παραλήπτη, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενάγουσας. Όμως αποδείχθηκε ότι το παραπάνω έγγραφο δεν είναι η επίσημη φορτωτική, με βάση την οποία ταξίδεψε το φορτίο, δεδομένου ότι η μόνη επίσημη φορτωτική ήταν η προαναφερόμενη φορτωτική της LUFTHANSA, όπου αναφερόταν ως δικαιούχος η εκπρόσωπος της εναγομένης Κινέζικη εταιρεία με την επωνυμία ΜΑΗΕ FREIGHT LIMITED και όχι η Κινέζικη Τράπεζα, με την επωνυμία GUANDONG DEVELOPMENT BANK στη πόλη … της …, στην οποία είχε ανοιχτεί πίστωση από την αγοράστρια εταιρεία υπέρ της ενάγουσας.
Η παραπάνω house (εσωτερική) φορτωτική αποτελεί εσωτερικό έγγραφο της εναγομένης, το οποίο ανεξάρτητα αν εκδίδεται κατά τη συνήθη πρακτική των μεταφορικών εταιρειών, ή των εκτελωνιστών, ως ένα είδος αντεγγράφου στις σχέσεις τους με τις αεροπορικές εταιρείες, προκειμένου να επιτυγχάνονται καλύτερες αμοιβές ή ναύλα, εντούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση, ουδόλως εξασφάλιζε την ενάγουσα για την είσπραξη του τιμήματος.
Συνεπώς παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε δώσει τις ανωτέρω ρητές οδηγίες στην εναγομένη η τελευταία έπραξε αντίθετα προς αυτές και δήλωσε ως παραλήπτη τη Κινέζικη εταιρεία με την επωνυμία ΜΑΗΕ FREIGHT LIMITED, η οποία σύμφωνα με τη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Κ., ήταν η εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας και με την οποία είχε έλθει πολλές φορές σε συνεννοήσεις, τόσο προφορικές όσο και έγγραφες, στα πλαίσια της οργάνωσης της μεταφοράς και ενόψει του γεγονότος ότι επρόκειτο για ογκώδες και βαρύ φορτίο.
Το γεγονός ότι η εταιρεία ΜΑΗΕ FREIGHT LIMITED έδωσε οδηγίες στην εναγομένη για τη μεταφορά του φορτίου ή το γεγονός ότι αυτή ή η αγοράστρια εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε, κατέβαλε τον αεροπορικό ναύλο και την αμοιβή της εναγομένης, δεν καθιστούν είτε τη πρώτη, είτε τη δεύτερη, αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης δεδομένου ότι η υποχρέωση για την αμοιβή και τα τέλη μεταφοράς μπορεί κατόπιν 'συμφωνίας αγοραστή πωλητή να βαρύνουν τον παραλήπτη και όχι τον αποστολέα, όπως συνέβη στην επίδικη περίπτωση (βλ.
Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο 2007 Ειδικό μέρος τ.Π, σελ.416), παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη. Αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς της εναγομένης ήταν, όπως δεν αμφισβητείται, η παράδοση από την αεροπορική εταιρεία LUFTHANSA, της επίσημης (master) φορτωτικής στην εταιρεία ΜΑΗΕ FREIGHT LIMITED, εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρείας, η οποία ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στη τελευταία, η οποία την 14-12-1996 παρέλαβε το φορτίο χωρίς τη μεσολάβηση της τράπεζας και χωρίς ποτέ, να καταβάλει το τίμημα της πώλησης ποσού 55.800 δολαρίων ΗΠΑ, στη μεσολαβούσα Κινέζικη Τράπεζα, ή έστω αργότερα, στην ενάγουσα.
Στις 20-12-1996, η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος διαβίβασε στην ενάγουσα "τέλεξ" το οποίο απέστειλε η Κινέζικη Τράπεζα, με το οποίο πληροφόρησε αυτή, για την άρνηση της αγοράστριας να καταβάλει το τίμημα του εμπορεύματος και να παραλάβει τα πρωτότυπα φορτωτικά έγγραφα τα οποία είχαν αποσταλεί στη Κινέζικη Τράπεζα.
Εξάλλου δεν αποδείχτηκε, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ότι η ενάγουσα γνώριζε τη διαδικασία έκδοσης δύο φορτωτικών, καθόσον δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο έγγραφο της ΙΑΤΑ ή άλλου φορέα, ότι σε περίπτωση που αναφέρεται στη φορτωτική ως παραλήπτης -δικαιούχος Τράπεζα, ο αεροπορικός ναύλος είναι διπλάσιος, γεγονός , που όπως ισχυρίζεται η εναγομένη γνώριζε η ενάγουσα, ούτε ότι οι Κινέζικες τράπεζες δεν παραλαμβάνουν αεροφορτωτικές, αφού στην περίπτωση αυτή δεν θα άνοιγαν ενέγγυα πίστωση υπέρ των αποστολέων -πωλητών των εμπορευμάτων.
Η εναγομένη δεν ενημέρωσε την ενάγουσα για την έκδοση της επίσημης (master) φορτωτικής, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτή με. την έφεση της, η οποία (ενάγουσα) έμεινε με την εντύπωση ότι η φορτωτική που θα συνοδεύσει το πωληθέν φορτίο θα ήταν η house φορτωτική που της είχε παραδοθεί στην οποία όπως προαναφέρθηκε, παραλήπτης του φορτίου αναφερόταν η Κινέζικη Τράπεζα.
Διαφορετικά δεν εξηγείται η έκπληξη που διατυπώνει η ενάγουσα στο από 20-12-1996 "φαξ" προς την εναγομένη με το οποίο διερωτάται πώς η αγοράστρια εταιρεία παρέλαβε τα εμπορεύματα. Η παράλειψη της εναγομένης, ως εντολοδόχου να μην ακολουθήσει τις ρητές οδηγίες της ενάγουσας, ως προς τη συμπλήρωση της φορτωτικής, η παράλειψη της να την ενημερώσει για την έκδοση δύο φορτωτικών, με αναφερόμενο διαφορετικό παραλήπτη σε καθεμιά και το γεγονός ότι η εναγομένη επέλεξε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της αγοράστριας εταιρείας η οποία δεν επιθυμούσε να αναφερθεί η Κινέζικη Τράπεζα ως τελικός παραλήπτης, όπως προκύπτει από το από 11-12-1996 "φαξ" της εταιρείας ΜΑΗΕ FREIGHT LIMITED, προς την εναγομένη, συνιστούν το πταίσμα της εναγομένης (άρθ. 714 ΑΚ), το οποίο συνιστά βαριά αμέλεια, με συνέπεια να είναι υπεύθυνη για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας η οποία είναι ίση με την αξία του φορτίου που δεν της καταβλήθηκε ποτέ από την αγοράστρια εταιρεία, δηλαδή το ποσόν των 55.800 ευρώ (ενν.
δολαρίων Η.Π.Α.)". Κατόπιν αυτού το Εφετείο έκρινε ότι η μεν ενάγουσα απέδειξε πλήρως την ιστορική βάση της αγωγής της, ενώ αντιθέτως η εναγομένη δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά της ενστάσεώς της, ότι δηλαδή κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, και συνακόλουθα δέχθηκε την αγωγή, κατά το μέρος που είχε κριθεί νόμιμη και ορισμένη, ως βάσιμη και κατ' ουσία, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση που είχε υποβάλει η εναγομένη.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της πλημμελούς εκτελέσεως της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναφορικά με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων που κάλυπταν την ένδικη αεροπορική μεταφορά, και τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι η επίσημη φορτωτική, με βάση την οποία μεταφέρθηκε το ένδικο φορτίο στον τόπο προορισμού, δεν ανέγραφε ως παραλήπτη αυτόν που είχε υποδείξει η αναιρεσίβλητη, όπως όφειλε να πράξει η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις εντολές της, αφού μόνο με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η πωλήτρια του φορτίου για την καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος.
Εξάλλου, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας έκδοση και άλλης φορτωτικής, την οποία και μόνο παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη και στην οποία είχε αναγράψει τα στοιχεία του φορτωτή και παραλήπτη σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας, χωρίς ωστόσο να την ενημερώσει για την έκδοση της επίσημης φορτωτικής, στην οποία αναγραφόταν άλλος παραλήπτης, από εκείνον για τον οποίο της είχε δώσει τη σχετική εντολή, δεν συνιστά την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και γεννά την υποχρέωση του εντολοδόχου να αποζημιώσει τον εντολέα για τη ζημία που υπέστη από την πλημμελή εκτέλεση της εντολής.
Κατόπιν αυτού ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2012 αίτηση της εταιρίας "..." για αναίρεση της 4590/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ