Legislator Case Law & Legislation
1762/2012 AI generated

1762/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1762/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2008 και με αριθμ. κατάθ. ΒΑΒ 50/2008 και 49/2008 δύο αιτήσεις όλων των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Legislator headnote

AI generated

1762/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 9 παρ.3 ν.1337/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 ν. 3212/2005, στην περίπτωση πράξης εφαρμογής πολεοδομικού σχεδίου η εισφορά σε χρήμα την οποία πρέπει να συνεισφέρει ο ιδιοκτήτης ακινήτου που εντάσσεται στο σχέδιο, υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής, και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1762 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1762/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Β. και 2. Α. θυγ. Χ. Μ., συζ. Α. Σ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Δήμητρας Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη, που κατοικοεδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ποσάντζη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2008 και με αριθμ. κατάθ. ΒΑΒ 50/2008 και 49/2008 δύο αιτήσεις όλων των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Εκδόθηκε η απόφαση:776/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 8-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έβδομου, όγδοου και ενάτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της 776/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 9 παρ.3 ν.1337/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 ν. 3212/2005, στην περίπτωση πράξης εφαρμογής πολεοδομικού σχεδίου η εισφορά σε χρήμα την οποία πρέπει να συνεισφέρει ο ιδιοκτήτης ακινήτου που εντάσσεται στο σχέδιο, υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής, και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 7 το ίδιου νόμου, αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 γίνεται και σε περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας, εφόσον δε κατά την κρίση της Αρχής το τμήμα γης, που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο εισφοράς, δεν είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεση του είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία, μπορεί να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή, που διατίθεται αποκλειστικά για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και για κοινωνικές χρήσεις και σκοπούς.

Τέλος, κατά το άρθρο 12 παρ. 13 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.3 ν. 3212/2003, ο προσδιορισμός της αξίας των τμημάτων που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 7 γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2881/2001. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, ως ειδικές και νεώτερες, υπερισχύουν εκείνης του άρθρου 13 παρ.1 ΚΑΑΑ, συνάγεται ότι η εισφορά σε χρήμα που συνεισφέρει ο ιδιοκτήτης ακινήτου εντασσόμενου στο σχέδιο πόλεως σε εκτέλεση Πράξης εφαρμογής προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά τη διαδικασία που ορίζονται από τον ΚΑΑΑ και υπολογίζεται με βάση την αξία που είχε κάθε ιδιοκτησία κατά το χρόνο κύρωσης της συγκεκριμένης Πράξης εφαρμογής και όχι κατά τους χρόνους που ορίζονται στο άρθρο 13 ΚΑΑΑ.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Α.Π. 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 465/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "Με το 11.2.1991 π.δ/μα, όπως αναθεωρήθηκε με τα π.δ/ματα από 20.9.1995, 21.6.1996, 5.4.2000 και 11.4.2002, εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη τμημάτων της πολεοδομικής ενότητας ΕΛΑΙΩΝΑΣ Αττικής, τα οποία εμπίπτουν στους Δήμους Αθηναίων, Αγ.

Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω, Περιστερίου και Ταύρου Αττικής. Σε εκτέλεση των πιο πάνω προεδρικών διαταγμάτων εκδόθηκε - μεταξύ άλλων - η Μ16/2004 Μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Πολεοδομία της Νομαρχίας Πειραιώς, η οποία αφορά τμήμα του Ελαιώνα που εμπίπτει στο Δήμο Αγ. Ιωάννη Ρέντη. Η πράξη αυτή κυρώθηκε με την Π. 1943/Β172/ 7.4.2005 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς και καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο της Νίκαιας Αττικής με αριθμό 729/6.7.2005.

Στον κτηματολογικό πίνακα της εν λόγω πράξης εφαρμογής περιλαμβάνονται και η με αριθμό κτηματογράφησης 051012 ιδιοκτησία, η οποία βρίσκεται στο 257 Ο.Τ. και ανήκει στους καθ' ων -αιτούντες κατά τα 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το ακίνητο αυτό απεικονίζεται με τα αριθμητικά στοιχεία 2-3-4-6-7-8-9-10-11-12-2 στο με αριθμό 5 από Οκτωβρίου 2004 διάγραμμα της Τεχνικής Υπηρεσίας του αιτούντος Δήμου που συνοδεύει την πράξη εφαρμογής και έχει ελεγχθεί, θεωρηθεί και εγκριθεί νόμιμα από τους Π.

Τ., Κ. Κ. και Κ. Ο. αντίστοιχα, έχει δε συνολική επιφάνεια 4.312,47 τμ., από τα οποία τα 1.317,27 τμ. αποτελούν θεωρητική εισφορά σε γη, που μετατρέπεται σε χρηματική εισφορά, και έτσι το εμβαδόν του ακινήτου παραμένει το ίδιο. Με την παραπάνω πράξη εφαρμογής ορίστηκε επίσης ότι κάθε ένας από τους συγκυρίους του επιδίκου οφείλει εισφορά σε χρήμα για επιφάνεια 392,25 τμ.

με τιμή μονάδας 181 ευρώ ανά τ.μ. όση ήταν τότε η αντικειμενική αξία του. Το προαναφερόμενο 257 Ο.Τ. περικλείεται από την οδό Π. Ράλλη, τη Λεωφ. Κηφισσού και την οδό Μ. Λουντέμη. Η ιδιοκτησία των καθ' ων - αιτούντων συνορεύει βορείως με την οδό Π. Ράλλη, όπου η πρόσοψη της, μήκους 28,95 μέτρων, νοτίως επί πλευράς μήκους 41,66 μέτρων με την ιδιοκτησία 051016, ανατολικώς επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 142,88 μέτρων με ιδιοκτησίες 051019, 051023, 051015 και 051016 και δυτικώς επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 121,86 μέτρων με την ιδιοκτησία 051016.

Έχει δηλαδή σχήμα ακανόνιστο, μικρή σχετικά πρόσοψη επί της οδού Π. Ράλλη και μεγάλο βάθος. Είναι πάντως άρτιο και οικοδομήσιμο με συντελεστή δόμησης 0,80 και ποσοστό κάλυψης 40 - 50% ανάλογα με τη χρήση. Η επιτρεπόμενη χρήση των ακινήτων της ευρύτερης περιοχής είναι βιοτεχνίες, βιομηχανίες, γραφεία και διοικητικές υπηρεσίες (Β).

Πρόκειται για περιοχή σχετικά υποβαθμισμένη, η οποία περιέχει κυρίως εργοστάσια, βιοτεχνίες, αποθήκες κλπ. Εξυπηρετείται, όμως, από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας και από την αστική συγκοινωνία, κατά τα τελευταία δε έτη αποκτά σταδιακά και εμπορικό χαρακτήρα λόγω της λειτουργίας εκεί εμπορικών επιχειρήσεων και καταστημάτων Τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας κλπ.

Η εμπορική δε ανάπτυξη της περιοχής ευνοείται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι διασχίζεται από τους βασικούς οδικούς άξονες Λ. Κηφισσού και Π. Ράλλη. Έτσι, κατά τα τελευταία έτη έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν μεταξύ των άλλων το συγκρότημα της αλυσίδας SUPER MARKET CARREFOUR, το κέντρο σύγχρονου κινηματογράφου VILLAGE CENTER, το ψυχαγωγικό κέντρο ALLOU FUN PARK, τα καταστήματα MAKRO και ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑΙ κλπ.

Η αντικειμενική αξία του επιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο κύρωσης της Πράξης Εφαρμογής (7.4.2005) ανερχόταν σε 137,74 ευρώ ανά τμ. (βλ. την προαναφερόμενη από 23.9.2008 έκθεση του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς). Στη συνέχεια όμως αυξήθηκε σημαντικά και τον Οκτώβριο 2006 ανήλθε στα 259,50 ευρώ ανά τμ., ενώ ήδη διαμορφώθηκε στα 618,18 ευρώ ανά τμ. (βλ.

το από 18.9.2008 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου), γεγονός που υποδηλώνει αντίστοιχη αύξηση και της αγοραίας αξίας των ακινήτων της περιοχής λόγω της σταδιακής αναβάθμισης και της εμπορικής ανάπτυξης της, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω. Ο αιτών Δήμος υποστηρίζει, ότι αγοραία αξία του επιδίκου κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αίτησης του (τον οποίο υπολαμβάνει ως τον κρίσιμο χρόνο) ανερχόταν σε 1000 ευρώ ανά τμ., την εκτίμηση δε αυτή επιβεβαίωσε και ο μαρτυράς του Α.

Π., τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος έχει συντάξει την προαναφερόμενη από 17.10.2006 τεχνική έκθεση. Αντίθετα, οι καθ' ων ανταιτούντες, οι οποίοι είναι υπόχρεοι προς καταβολή της αποζημίωσης, ισχυρίζονται ότι η καταβλητέα αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί με βάση την αντικειμενική αξία του επιδίκου και ότι σε κάθε περίπτωση η αγοραία αξία του, λόγω των επικαλούμενων απ' αυτούς μειωτικών συντελεστών (μεγάλο βάθος, συνιδιοκτησία κλπ.), δεν υπερβαίνει τα 76,84, άλλως τα 153,74 ευρώ ανά τμ.

Τους ισχυρισμούς ωστόσο αυτούς ούτε ο μαρτυράς τους Γ. Ν. επιβεβαιώνει πλήρως αναφορικά με την αγοραία αξία του επιδίκου, την οποία ενώπιον του Δικαστηρίου προσδιόρισε σε 300- 350 ευρώ ανά τμ., ενώ στο Μονομελές Πρωτοδικείο, όπου επίσης είχε εξεταστεί ως μάρτυρας των καθ' ων, την είχε αναβιβάσει στα 400 - 450 ευρώ ανά τμ. (βλ.

τα 230/2007 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου). Εξάλλου, το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προαναφερόμενη 71/2008 απόφαση του όρισε την προσωρινή τιμή μονάδας σε 500 ευρώ ανά τμ. Περαιτέρω, οι διάδικοι προς ενίσχυση της εκτίμησης τους αναφορικά με την αγοραία αξία του επιδίκου προσκομίζουν και επικαλούνται τις πιο κάτω δικαστικές αποφάσεις.

Ειδικότερα, ο αιτών Δήμος προσκομίζει τη 260/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η αξία του ακινήτου ιδιοκτησίας Α. Μ., που βρίσκεται στην ίδια περιοχή (Ο.Τ. 144), απέχει 300 μ. περίπου από το επίδικο, έχει ομοίως πρόσοψη επί της οδού Π. Ράλλη (μήκους 50 μέτρων), καθώς και επί δυο ανωνύμων οδών και απαλλοτριώθηκε το 1997, ορίστηκε σε 900 ευρώ ανά τ.μ.

με κρίσιμο χρόνο την 10.11.2003. Το ακίνητο αυτό, όπως γίνεται φανερό, υπερτερεί του επιδίκου, αφού έχει μεγαλύτερη (σχεδόν διπλάσια) πρόσοψη επί της οδού Π. Ράλλη και διαθέτει προσόψεις και επί άλλων οδών. Εξάλλου, οι καθ' ων ανταιτούντες προσκομίζουν α) την 387/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης (χρηματικής εισφοράς) για όμορο προς δυσμάς του επιδίκου ακίνητο, ιδιοκτησίας Ν.

Π. κ.λ.π., ορίστηκε σε 500 ευρώ ανά τμ. με κρίσιμο χρόνο επίσης την 7.4.2005. Το ακίνητο αυτό υπερτερεί του επιδίκου ως προς το σχήμα και τη θέση (είναι γωνιακό) αλλά υστερεί ως προς το συντελεστή δομήσεως (0,60). β) τις 221/2007, 362/2007 και 1911 έως 1194/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τις οποίες η προσωρινή τιμή μονάδας για τα περιγραφόμενα σ' αυτές ακίνητα, που βρίσκονται στο ίδιο με το επίδικο Ο.Τ., ορίστηκε σε 500 ευρώ ανά τμ.

με τον ίδιο κρίσιμο χρόνο, γ) την 858/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία για ακίνητο ιδιοκτησίας 0ΒΙ ΜΕΝΤΩΡ ΑΕΤΕ, το οποίο βρίσκεται στο ίδιο Ο.Τ. και έχει πρόσοψη στη Λ. Κηφισσού (63,01 μ) και στην οδό Λουντέμη (46,88 μ.) η οριστική τιμή μονάδας ορίστηκε σε 600 ευρώ ανά τμ. με τον ίδιο επίσης κρίσιμο χρόνο και δ) διάφορες άλλες προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες η οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα της ίδιας περιοχής ορίστηκε σε 249 έως 470 ευρώ ανά τ.μ.

με κρίσιμους χρόνους από το Μάρτιο 2001 έως τον Ιούνιο 2002, δηλαδή κατά πολύ προγενέστερους του επιδίκου. Σημειώνεται ότι από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται Την καθαρή πρόσοδο του επιδίκου (άρθρο 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ). Με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του επιδίκου κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο κύρωσης της Πράξης Εφαρμογής (7-4-2005) ανερχόταν σε 500 ευρώ ανά τ.μ." Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης του το Εφετείο με τις οποίες έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 9§3 του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11§2 του ν. 3212/2003, 8§7 και 12§13 του ίδιου νόμου 1337/1983 όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 11§3 του ν. 3212/2003, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ειδικά δε ως προς την αξία του επίδικου τμήματος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 7-4-2005, με τις αντιφατικές παραδοχές ότι "αφ' ενός μεν η αντικειμενική αξία κατά τον ίδιο χρόνο ανερχόταν σε 137,74 € ανά τ.μ., στη συνέχεια όμως αυξήθηκε σημαντικά τον Οκτώβριο του 2006, αλλά και μέχρι το Σεπτέμβριο 2008 στο ποσό των 618,18 € ανά τ.μ., γεγονός που υποδηλώνει και αντίστοιχη αύξηση της αγοραίας αξίας, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο της 7-4-2005 ανερχόταν σε 500 € ανά τ.μ.".

Επίσης, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της συνεξετίμησε ως συγκριτικά στοιχεία τις υπ' αριθμ. 221/2007, 363/2007 και 1191 και 1194/2007 αποφάσεις του Μ.Π. Πειραιώς, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας για ακίνητα που βρίσκονται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με το επίδικο, για τα οποία προσδιορίστηκε προσωρινή τιμή στο ποσό των 500 € το τ.μ., δεν παρέθεσε στην απόφαση του τα χαρακτηριστικά των ακινήτων αυτών (διαστάσεις, πρόσοψη, βάθος) ώστε να κριθεί εάν μειονεκτούσαν ή υπερτερούσαν του επιδίκου ακινήτου, ενόψει και της παραδοχής ότι το τελευταίο έχει σχήμα ακανόνιστο, μικρή πρόσοψη στην οδό Πέτρου Ράλλη και μεγάλο βάθος.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα, και πρέπει κατά παραδοχή του ίδιου λόγου του αναιρετηρίου ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα εις το διατακτικό.

Επί της ασκούμενης με τις κατατεθείσες από τους αναιρεσείοντες έγγραφες προτάσεις τους, ένδικης αίτησης κατ'αρθρ.579 παρ.2 του ΚΠολΔ επαναφοράς των πραγμάτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με σωρευόμενη στις κατατεθείσες στο Δικαστήριο τούτο έγγραφες προτάσεις τους, ήδη από τις 16-9-2010 αίτηση, ζητούν να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάστασης, ώστε να επιστραφεί σ' αυτούς και ειδικά σε καθένα από τους δύο, το συνολικό ποσό των 263.652,00 ευρώ, που καταβλήθηκε από καθένα απ' αυτούς στο αναιρεσίβλητο, μετά τις από 10-6-2009 δύο έγγραφες προσκλήσεις και τις από 12-6-2009 δύο ατομικές ειδοποιήσεις του αναιρεσίβλητου.

Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της, η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή, και νόμιμη, αλλά, και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση, την αναιρεθείσα απόφαση και τα προσκομιζόμενα σε πρωτότυπα διπλότυπα είσπραξης της ταμειακής υπηρεσίας του αναιρεσίβλητου Δήμου με αριθμούς 0022943, 0022944, 0022950, 0022941, 0022942 και 0022949/30-6-2009 με βάση τα οποία καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο από καθένα των αναιρεσειόντων το χρηματικό ποσό των 263.452 ευρώ για την επιδικασθείσα από την αναιρεθείσα απόφαση μετατροπή και 200 ευρώ για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα.

Τα προαναφερθέντα ποσά καταβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες αιτούντες με την ρητή δήλωση επιφυλάξεως τους για κάθε δικαίωμά τους από την τυχόν αναίρεση της εκτελεσθείσας υπ' αριθ. 776/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (βλ. την από 1-7-2009 έγγραφη δήλωση επιφύλαξης που κατατέθηκε αυθημερόν στον αναιρεσίβλητο Δήμο με αριθμό πρωτοκόλλου 11323/1-7-2009.

Τα πιο πάνω ποσά θα καταβληθούν (επιστραφούν) στους αναιρεσείοντες με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στον αναιρεσίβλητο Δήμο κεκυρωμένου αντιγράφου της παρούσης απόφασης και όχι από την ημερομηνία καταβολής, όπως αβάσιμα ζητείται με την ένδικη αίτηση επαναφοράς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 776/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο Δήμο, ως καθού η αίτηση επαναφοράς, να καταβάλλει (επιστρέψει) σε καθένα από τους αναιρεσείοντες το ποσό των διακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα δύο (263.652,00) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσης απόφασης.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ