Supreme Court dismisses appeal against public hospital employees' right to full family allowance under equal pay principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that public hospital employees must receive the full family allowance. The court held that the statutory provision prohibiting dual payment to married couples where both spouses work in the public sector violates the constitutional principle of equal treatment. Consequently, the court ruled that the general rule allowing full payment applies, rejecting the State's argument that the specific restriction was legally valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(1) and 4 of Law 2470/1997; Article 4(1) of the Constitution: The prohibition of double family allowance for married public sector employees constitutes unconstitutional discrimination and must be interpreted in favor of full payment to ensure equal treatment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1762 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1762/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, που εδρεύει στην Δραγάνα Αλεξανδρούπολης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αναγνώστου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: ...... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μουκανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-3-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", (που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997) και 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στον νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.
Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν.1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.
Εξάλλου η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθ. 4 παρ. 1 του Σ.) Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (αποφάσεις ΔΕΚ επί της ερμηνείας του άρθρου 119 στις υποθέσεις 12/81 και C-337/89, ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001).
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζονται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τον ν. 2470/1997 και έκρινε ότι δικαιούνται ολόκληρη την προαναφερόμενη οικογενειακή παροχή, αφού η απαγόρευση χορηγήσεώς της σ' αυτούς ολόκληρης, εκ του λόγου ότι τη λαμβάνουν οι σύζυγοί τους, υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των ΟΤΑ, αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος τους.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 15/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ