Legislator Case Law & Legislation
1761/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, finding insurance agent's claim sufficiently specific despite initial rejection.

Case Number 1761/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a lower court's decision declaring an insurance agent's claim inadmissible due to lack of specificity. The agent argued that the claim was sufficiently detailed by referencing a specific schedule within the complaint detailing insurance classes and premium amounts. The court agreed, ruling that the inclusion of these specific data points in the attached schedule rendered the claim admissible and the lower court's rejection a violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 15 A' par. 1 of Law 1569/1985; Art. 559 no. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure: An insurance agent's claim is admissible if it sufficiently identifies the subject matter and amounts through attached schedules, even if the main text lacks precise dates, as the schedule prevents confusion and satisfies legal requirements.

Keywords

AI generated
insurance agent admissibility of claim specificity requirement attached schedule Code of Civil Procedure insurance premiums legal specificity

Cited Legislation

AI generated
Art. 15 A' par. 1 of Law 1569/1985
Art. 559 no. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 par. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 par. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 par. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1761 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1761/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Ε. Γ.Α.Η.Ε..", η οποία εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Μ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κοκοτό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17984/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 482/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 15 Α' παρ. 1 του Ν. 1569/1985,ο οποίος ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μεσίτης ασφαλίσεων είναι το πρόσωπο το οποίο κατά το άρθρο 1 του ιδίου νόμου ασκεί διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και έχει ως αποκλειστικό έργο, κατ' εντολή του ασφαλιζομένου, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης, έναντι αμοιβής που καταβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, να φέρει σε επαφή ασφαλιζομένους και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, να λαμβάνει από την ασφαλιστική επιχείρηση την έγκριση των ασφαλιζομένων και να βοηθά κατά τη διαχείριση και την εκτέλεσή των συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου.

Κατά την παρ. 7 του άνω άρθρου ο μεσίτης ασφαλίσεων πρέπει να απολαμβάνει νομικής και οικονομικής ανεξαρτησίας έναντι των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, έχει δε τις περιγραφόμενες στο άρθρο 15 Δ' του ιδίου νόμου υποχρεώσεις, δηλαδή να υποβάλει στους ασφαλιστές "συμφωνητικό ασφαλιστικής κάλυψης", στο οποίο αναγράφονται όλες οι προϋποθέσεις και οι όροι αποδοχής της ασφάλισης από τους ενδιαφερόμενους ασφαλισμένους (παρ. 1), να εκδίδει πιστοποιητικό ασφάλισης με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο παραδίδει στον ασφαλισμένο και να αντικαθιστά το πιστοποιητικό αυτό χωρίς υπαίτια βραδύτητα με το ασφαλιστήριο (παρ. 2), ευθυνόμενος έναντι του ασφαλιζόμενου για τη σωστή τήρηση και εφαρμογή των έγγραφων εντολών αυτού.

Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο μεσίτης ασφαλίσεων, ο οποίος αποτελεί ένα νεώτερο είδος ασφαλιστικού διαμεσολαβητή - ανεξάρτητου επαγγελματία, δραστηριοποιείται από το νόμο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη, που θέλει ν' ασφαλιστεί, και ειδικότερα στον εντοπισμό των ασφαλιστικών αναγκών τούτου, στην επιλογή της κατάλληλης ασφαλιστικής εταιρίας, στην επίτευξη επαφής του πελάτη του με την επιχείρηση αυτή και στη διεκπεραίωση όλων των αναγκαίων προπαρασκευαστικών εργασιών για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, επίσης δε βοηθά στη διαχείριση και εκτέλεση της σύμβασης, αυτής.

Ο εν λόγω μεσίτης δεν εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά η δραστηριότητα του αναπτύσσεται κατόπιν εντολής του πελάτη που θέλει ν' ασφαλιστεί και συνεπώς ενεργεί ως εντολοδόχος αυτού (άρθρα 713 επ. ΑΚ), η δε ευθύνη του περιορίζεται έναντι του ασφαλιζομένου στη σωστή τήρηση και εφαρμογή των εγγράφων εντολών του (ΑΠ 1689/2018, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 325/2001).

Ωστόσο, δεν αποκλείεται ο ασφαλιστής να τον διορίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ.ΑΚ, ως πληρεξούσιο ή εντολοδόχο του με σύμβαση εντολής, οπότε αυτός, με την τελευταία αυτή ιδιότητα, αντιπροσωπεύει τον ασφαλιστή στις σχέσεις του με τους ασφαλισμένους (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1160/1990) στα πλαίσια δε της συμφωνίας αυτής μπορεί ο ασφαλιστής να του αναθέσει την είσπραξη από το ασφαλισμένο, για λογαριασμό του των ασφαλίστρων(ΑΠ 1329/2017), τα οποία αυτός θα κατέχει ως θεματφύλακας, δηλαδή κάτοχος αυτών και θα έχει την υποχρέωση να του τα αποδώσει, όπως συμφωνήθηκε.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 88/2024). Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4619/2019 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λπ.)(ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1755/2022), β) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δηλαδή, είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται και με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λπ..), είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1424/2017).

Έτσι υπεξαίρεση και συνεπώς αδικοπραξία διαπράττει και ο εντολοδόχος, ο οποίος, αν και έχει την υποχρέωση κατά το άρθρο 919 ΑΚ να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, αρνείται να αποδώσει στον εντολέα το κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε ή το κινητό πράγμα που έλαβε στην κατοχή του για λογαριασμό του εντολέα, με βάση την σύμβαση εντολής και συνεπώς υπεξαίρεση διαπράττει και ο μεσίτης ασφαλίσεων, όταν ενεργεί ως εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ' αυτή των ασφαλίστρων(ΑΠ 863/2020 ποιν., ΑΠ 1520/2019 ποιν., ΑΠ 96/2019 ποιν), αφού η ευθύνη του ως θεματοφύλακα των εισπραχθέντων δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας, γιατί τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (πρβλ 1852/2023, ΑΠ 768/2021, ΑΠ 492/2003 Ποιν).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται και τα ακόλουθα:

α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021).

Ειδικότερα και όσον αφορά την εταιρία περιορισμένης ευθύνης(ΕΠΕ), από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 61, 65 και 68 ΑΚ, με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 1, 6, 8, 9§1, 16, 17§1 και 18§1 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" (όπως τα άρθρα 6,8 και 9 παρ. 1 ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο), προκύπτει ότι η ΕΠΕ, από τη νόμιμη σύστασή της σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μπορεί, με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσής της, να αναθέτει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της και σε ένα μόνο πρόσωπο εταίρο της ή μη, αποκαλούμενο διαχειριστή, ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, την εκπροσωπεί και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης, που ανάγεται στο σκοπό της εταιρικής επιχείρησης και συνεπώς, για κάθε αδικοπραξία, που τελεί αυτός κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ` αυτόν καθηκόντων, ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, εκτός από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, και ο ίδιος εις ολόκληρον με εκείνη (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1647/2012).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ5/2020).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 754/2023, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία εκθέτει τα ακόλουθα:

Ότι με την από 02-05-07 σύμβαση μεσιτείας ασφαλίσεων, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ αυτής και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "........", εταίρος και μοναδικός διαχειριστής της οποίας είναι ο εναγόμενος, με τον οποίο και συμβλήθηκε, η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί, έναντι προμήθειας, τις απαραίτητες εκείνες προπαρασκευαστικές ενέργειες για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους σε όλους τους κλάδους ασφάλισης, που ασκεί η ενάγουσα, να ολοκληρώνει την σύναψη των συμβάσεων μετά την τελική αποδοχή τους από την ίδια και να εισπράττει για λογαριασμό της από τους ασφαλισμένους τα ασφάλιστρα των συναπτόμενων συμβάσεων, κατά τους ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενους όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι όροι, σύμφωνα με τους οποίους η εταιρεία α)όφειλε να της αποδίδει τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα εντός 10 ημερών από την είσπραξή τους, άλλως όφειλε εντός 60 ημερών, για τον κλάδο αυτοκινήτων, οδικής βοήθειας και αστικής ευθύνης να της επιστρέφει προς ακύρωση τις μη εισπραχθείσες από τους ασφαλισμένους αποδείξεις και β) δεν δικαιούτο να παρακρατεί τα ασφάλιστρα, ούτε να τα συμψηφίζει με προμήθειες, που της αναλογούν, γιατί οι προμήθειές της θα υπολογίζονταν μεταγενέστερα επί των αποδοθέντων ασφαλίστρων.

Ότι κατόπιν διαχειριστικού ελέγχου των αρμόδιων οργάνων της διαπίστωσε πως έως και τον Ιούλιο του 2010 είχε δημιουργηθεί σε βάρος της "...." χρεωστικό υπόλοιπο προς απόδοση, ύψους 161.560,67 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα αναλυτικά προσδιοριζόμενα στην αγωγή ποσά κατά κλάδο ασφάλισης, αριθμό συμβολαίου, ημερομηνία έκδοσης αυτού, επωνυμία πελάτη και χρόνο έναρξης και λήξης της ασφάλισης, που αφορούν ασφάλιστρα των κλάδων πιστώσεων, αυτοκινήτου και οδικής βοήθειας, τα οποία εισπράχθηκαν από αυτήν για λογαριασμό της δια του μοναδικού διαχειριστή της εναγομένου και δεν της αποδόθηκαν.

Ότι με την από 4-2-2011 έγγραφη όχλησή της και την από 28-6-2011 αγωγή της κατά της εταιρείας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την απόδοση του ανωτέρω ποσού, αλλά η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε, και συνεπώς ο εναγόμενος, ο οποίος εισέπραξε τα ανωτέρω ποσά με την ανωτέρω ιδιότητα του, με τον τρόπο αυτό εκδήλωσε την πρόθεσή του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.

Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα, επικαλούμενη αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου ως μοναδικού διαχειριστή της ως άνω εταιρίας, γιατί η προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του στοιχειοθετεί σε βάρος της το ποινικό αδίκημα της κακουργηματικού χαρακτήρα υπεξαίρεσης, ζητεί να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει ως αποζημίωση για την θετική της ζημία το ποσό των 161.560,67 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως και μετά από άσκηση έφεσης από τον αναιρεσίβλητο απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή: 1) σε ποιους κλάδους ασφάλισης (αυτοκινήτου, οδικής βοήθειας, πιστώσεων και εγγυήσεων) αφορούν τα ασφάλιστρα, που φέρεται να εισέπραξε ο εναγόμενος και δεν απέδωσε στην ενάγουσα, καθόσον στον πίνακα της αγωγής δεν γίνεται τέτοιος διαχωρισμός, 2) ποιο είναι το ποσοστό προμήθειας, που δικαιούταν ο εναγόμενος για την είσπραξη του αιτούμενου με την αγωγή ποσού ασφαλίστρων, ώστε το ποσό που του αναλογεί στην προμήθειά του, από κάθε ως άνω κλάδο ασφάλισης, να αφαιρεθεί από τα εισπραχθέντα από τον εναγόμενο ασφάλιστρα, 3) ποιο ακριβώς ύψος ασφαλίστρων εισέπραξε ο εναγόμενος από κάθε ασφαλισμένο και δεν απέδωσε στην ενάγουσα, 4) ποια ημερομηνία εισέπραξε ο εναγόμενος κάθε ποσό ασφαλίστρων και είχε υποχρέωση να τα αποδώσει στην ενάγουσα ή είχε προθεσμία για τυχόν ακύρωση κάποιου συμβολαίου ασφάλισης.

Ο ενσωματωμένος στην ένδικη αγωγή πίνακας οφειλομένων ασφαλίστρων, 32 σελίδων, τύπου Excel, 7 κάθετων στηλών, στην τελευταία των οποίων στηλών, με την επικεφαλίδα "Υπόλοιπο", για το ίδιο συμβόλαιο ασφάλισης φέρονται οφειλόμενα πολλά ποσά, τα οποία προκαλούν σύγχυση, λόγω του ύψους τους, εάν αφορούν ασφάλιστρα.

Έτσι, α) στην πρώτη σελίδα του ως άνω πίνακα, ο πελάτης της ενάγουσας Π. Σ. φέρεται να οφείλει, από την ίδια σύμβαση ασφάλισης, τα ποσά των 177,82€, 187,02€, 187,90€, 1,75€, 1,71€, 1,74€, 1,75€ και 1,75€, β) στη δεύτερη σελίδα του ιδίου πίνακα ο πελάτης της ενάγουσας Θ. Π. φέρεται να οφείλει, από την ίδια σύμβαση ασφάλισης, τα ποσά των 8,11€, 170,75€, 184,79€, 1,75€, 1,74€ και 1,75€.

Σε όλες τις σελίδες του πίνακα αυτού εμφανίζονται οι εκεί αναφερόμενοι πελάτες της ενάγουσας να οφείλουν, από τα ίδια συμβόλαια ασφάλισης, εκτός των μεγάλων ποσών, που πιθανώς αντιστοιχούν σε ασφάλιστρα, και πολύ μικρά, ύψους 0,42€, 0,74£, 1,08€, 1,00€, 1,25€, 17€, 1,74€, 1,75€, 1,94€, 3, 49€, 3,50€, 4,00€. Λόγω όλων των ανωτέρω ελλείψεων, η υπό κρίση αγωγή κρίνεται αόριστη".

Η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι πλήρως ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή, αφού σε αυτήν αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για να θεμελιωθεί αξίωση από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα:

α) Ότι στα πλαίσια της από 2-5-2007 σύμβασης ασφαλιστικής μεσιτείας, που κατήρτισε η αναιρεσείουσα με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." ΕΠΕ, η τελευταία ανέλαβε και την υποχρέωση να εισπράττει από τους ασφαλισμένους, που συνάπτουν με την αναιρεσείουσα με τη μεσολάβησή της ασφαλιστικές συμβάσεις, τα ασφάλιστρα των συμβάσεων αυτών για λογαριασμό της αναιρεσείουσας ως θεματοφύλακας, δηλαδή ως κάτοχος αυτών και να τα αποδίδει στην αναιρεσείουσα εντός 10 ημερών από την είσπραξή τους, χωρίς να έχει το δικαίωμα να τα συμψηφίζει με τις προμήθειες που της αναλογούν.

β) Ότι αν και η ανωτέρω εταιρεία, δια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ήταν εταίρος και ο μοναδικός διαχειριστής της, εισέπραξε από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης και μέχρι τον μήνα Ιούλιο του 2010 τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά κατά κλάδο ασφάλισης, συμβόλαιο ημερομηνία έκδοσης συμβολαίου, έναρξη και λήξη ασφάλισης και επωνυμία ασφαλισμένου συνολικού ποσού 161.560,67 ευρώ, όμως δεν τα απέδωσε στην αναιρεσείουσα.

γ) Ότι αν και η αναιρεσείουσα επέδωσε στην ΕΠΕ την από 4/2/2011 εξώδικο όχληση και στις 28/6/2011 την υπ' αρ. 6707/2011 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και έγινε δεκτή, με την οποία ζήτησε να της αποδοθεί το ποσό αυτό, ο αναιρεσίβλητος δεν της απέδωσε τα χρήματα αυτά, που εισέπραξε με την ανωτέρω ιδιότητά του, αλλά τα παρακρατεί παράνομα εκφράζοντας πλέον τη βούλησή του να τα ιδιοποιηθεί και διαπράττοντας έτσι αδικοπραξία (υπεξαίρεση).

Επομένως, έτσι που κατά τα ανωτέρω έκρινε το Εφετείο, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298, 330 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 385 Π.Κ., απαιτώντας περισσότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, από όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές και ειδικότερα απαιτώντας: 1) την αναγραφή του ποσοστού προμήθειας που δικαιούνταν η ΕΠΕ και την αφαίρεση του ποσού, που αντιστοιχεί σε αυτό, από τα αποδοτέα στην αναιρεσείουσα ασφάλιστρα, αφού, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, υπήρχε υποχρέωση απόδοσης στην αναιρεσείουσα ολόκληρου του ποσού, που εισπράττετο για λογαριασμό της και ανήκε σε αυτήν, συμπεριλαμβανόμενης και της προμήθειας, ώστε να αποδοθεί στη συνέχεια στην ΕΠΕ η προμήθειά της, που υπολογιζόταν επί των αποδοθέντων ασφαλίστρων και συνεπώς και η προμήθεια εισπράττετο από την ΕΠΕ για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, η οποία απλώς είχε ενοχική υποχρέωση απόδοσής της στη συνέχεια στην ΕΠΕ και 2) την ακριβή ημερομηνία είσπραξης κάθε ποσού, η οποία δεν είναι αναγκαία, αφού αρκεί ο αγωγικός ισχυρισμός ότι όλα τα επίδικα ποσά έχουν εισπραχθεί κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση κάθε ασφαλιστηρίου και μέχρι την από 4/2/2011 εξώδικη όχληση προς την ΕΠΕ, το δε απαίτησε για το ορισμένο της αγωγής στοιχεία που ανέφερε ότι δεν περιέχονται σε αυτήν, ενώ περιέχονται, και έτσι παρά το νόμο την κήρυξε αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, δεδομένου ότι 1) ο κλάδος ασφάλισης που αφορά κάθε ποσό αναφέρεται στον πίνακα, που είναι ενσωματωμένος στην αγωγή, με τους αριθμούς 19 για τον κλάδο ασφάλισης αυτοκινήτων και 27 για τον κλάδο ασφάλισης οδικής βοήθειας και 2) το ακριβές ποσό ασφαλίστρων που εισπράχθηκε για κάθε σύμβαση, επίσης αναφέρεται στον πίνακα αυτό, ουδεμία δε σύγχυση δημιουργείται από την αναφορά στην αγωγή διαφορετικών ποσών ασφαλίστρων για την ίδια σύμβαση ασφάλισης, αφού ο αριθμός της σύμβασης ασφάλισης είναι ο αρχικός αριθμός αυτής και τα διαφορετικά ποσά αφορούν τις αναφερόμενες στην αγωγή διαφορετικές περιόδους ασφάλισης, όλα δε τα μικρά ποσά αφορούν σε συμβάσεις ασφάλισης οδικής βοήθειας.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και της παρά το νόμο κήρυξης ως απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.

Πολ. Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 482/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ