Supreme Court dismisses appeal on bad faith grounds, ruling bank's contract rescission was lawful.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision to reject their claim for contract rescission. The appellants argued the bank acted in bad faith by refusing their repayment proposals before rescinding the credit agreement. The court held that the bank's actions did not meet the legal threshold for bad faith abuse under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The exercise of a contractual right to rescind a credit agreement does not constitute an abuse of rights merely because the debtor failed to perform obligations, absent conduct creating a reasonable belief that the creditor would not exercise the right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1761 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1761/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ», που εδρεύει στη Ζηλευτή Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Λ. του Α. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νίκη Παπαγεωργίου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο τη μετονομασία της αναιρεσείουσας εταιρείας από "... ΕΕ" σε "... ΕΕ». Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζέρβα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. 159029160000 και ΑΦΜ 996807331, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. 223701000 και ΑΦΜ 094014249. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας Απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 46/2021 τελεσίδικη Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 27-11-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 47/2018 οριστική Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 28-8-2017 αγωγή τους, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης Απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη Απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της Απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της Απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της Απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της Απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης Απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της Απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο.
Ανεξάρτητα απ` αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....», "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της Απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Ν. Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-7-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες και στην αναιρεσίβλητη (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 4275ΣΤ/2-8-2013 και 4276ΣΤ/2-8-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Κων/νου Πλεξίδα και υπ' αριθ. 1530Θ/3-8-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Γ. ), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HERMES ACQUISITIONS B DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας.
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού από χορηγήσεις δανείων με εκδότρια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 25-5-2023 συμβάσεως εκχώρησης απαιτήσεων, η οποία αποτελεί συνέχεια της από 4-5-2023 ενοχικής σύμβασης πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 357/25-5-2023, σε τόμο 16 με αριθμό 130, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει του από 25-5-2023 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο του οποίου έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 358/25-5-2023, σε τόμο 16 με αριθμό … και του υπ' αριθ.
…/2-6-2023 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Μανιάτη. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης Απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειρίστρια απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ) .
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013 "Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης», θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος ("ΤτΕ») με την υπ' αρ. 116/1/25.08.2014 (ΦΕΚ Β’ 2289/ 27.08.2014) Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ), ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014 και έχει ήδη τροποποιηθεί δύο φορές με αντίστοιχες αποφάσεις της άνω Επιτροπής με αριθμούς 129/2/16.02.2015 (ΦΕΚ Β’486/31.03.2015) και 148/10/ 5.10.2015 (ΦΕΚ Β’ 2219/ 15.10.2015).
Εν τέλει αναθεωρήθηκε, δηλαδή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, με την Απόφαση 195/1/29.07.2016 (ΦΕΚ Β’ 2376/02.08.2016) της ΕΠΑΘ. Ο Κώδικας αυτός θέτει ως κύριο και πρωταρχικό στόχο του την εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, που έχει χορηγήσει πίστωση στον πρώτο, προκειμένου να μειωθεί με συμβιβαστικό τρόπο το δυσθεώρητο ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Βασική υποχρέωση που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα, αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης. Ο Κώδικας αυτός πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών.
Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του "συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως ορίστηκε με Απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους στο άρθρο 73 παρ. 2 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α’ 94/27.5.2016) "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις».
Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: (α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές, (β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές του δανειστή ή όποιου ενεργεί για λογαριασμό του, εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, (γ) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από τον δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, (δ) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί για λογαριασμό του, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του, και (ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης με το δανειστή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας.
Η θεσπισθείσα και καταγραφείσα, από τον Κώδικα, Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), αποτελείται από πέντε στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, το ίδρυμα, μεταξύ άλλων, επικοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντάς τους γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων τριάντα (δεκαπέντε πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών από τη συμπλήρωση εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών καθυστέρησης στην καταβολή δόσης της οφειλής, με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτοί ενημερώνονται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή τους στη Δ.Ε.Κ., λαμβάνουν το "Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες" και, αν είναι φυσικά πρόσωπα, την "Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης" (ΤΥ.Κ.Ο.Π.) ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, το τυποποιημένο έντυπο του ιδρύματος για την υποβολή πληροφόρησης από νομικά πρόσωπα και καλούνται να συμπληρώσουν με ακρίβεια και πληρότητα το αντίστοιχο έντυπο και να το προσκομίσουν στο ίδρυμα εντός δεκαπέντε(15) εργασίμων ημερών, προκειμένου στη συνέχεια να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο δεύτερο στάδιο της Δ.Ε.Κ.
Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως "μη συνεργάσιμος" και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται συγκέντρωση οικονομικών και λοιπών πληροφοριών του δανειολήπτη.
Κατά το τρίτο στάδιο γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων. Ειδικότερα, για κάθε κατηγορίας δανειολήπτη και εγγυητή αξιολογούνται ενδεικτικά στοιχεία, όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών.
Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο. Το ίδρυμα, καθ' όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με τον δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση.
Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση). Κατά το τέταρτο στάδιο γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη (λύση βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης ρύθμισης ή λύση οριστικής διευθέτησης).
Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως "κατάλληλη λύση" θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής (Π.Ε.Ε.) 42/30.05.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για τον σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης.
Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων, ιδίως ενόψει του χαρακτηρισμού του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα, που δεσμεύονται από αυτόν, την τήρηση, μεταξύ άλλων, των πέντε σταδίων της ΔΕΚ του Κώδικα πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης.
Αναφορικά με τη νομική φύση του εν λόγω Κώδικα αυτός βάσει του οργάνου που τον θέσπισε και του περιεχομένου του, αποτελεί κανονιστική διοικητική Πράξη, εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, που θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου (Τραπεζικού ή αστικού), δηλαδή κανόνες θετικού δικαίου. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα κατά πόσο η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα καθιστά, άνευ ετέρου, την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης άκυρη ως αντίθετη, κατά την ΑΚ 174, σε απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι αληθές ότι από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών, των οποίων άλλωστε το περιεχόμενο δεν αποδοκιμάζεται από το νόμο, αντίθετα, σκοπός του (Κώδικα) είναι η επιλογή της "καταλληλότερης" κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος ("ΤτΕ»).
Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων.
Δεν δύναται, όμως, να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.
Συνεπώς, και από το γράμμα του Κώδικα καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην ΤτΕ ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο Ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της ΔΕΚ.
Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της ΤτΕ(ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 και της κανονιστικής Απόφασης 178/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της ΤτΕ, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη ΔΕΚ συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση της ΔΕΚ από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την ΑΚ 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας (ΑΠ 323/2021).
Εξάλλου, κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 83/2023).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Με τον πρώτο των ως άνω λόγων (άρθρο 559 αριθ. 1) ελέγχεται, όπως αναφέρθηκε, η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της. Αν όμως οι τελευταίες (παραδοχές) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται ο δεύτερος από τους προαναφερόμενους λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση ή αντιστρόφως, για να θεμελιωθεί το ορισμένο ή το νόμιμο, λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 111/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 28-8-2017 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, εξέθεσαν τα εξής: Ότι μεταξύ της πρώτης από αυτούς ετερόρρυθμης εταιρίας και της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ήδη αναιρεσίβλητης, συνήφθη το έτος 2009 η υπ' αριθ. ... /13-8-2009 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και οι αναφερόμενες πρόσθετες πράξεις, με εγγυητή τον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα.
Ότι οι αναιρεσείοντες από το έτος 2011, διαβλέποντας λόγω της οικονομικής κρίσης τη δυσκολία εξυπηρέτησης της ανωτέρω σύμβασης, ζήτησαν κατ' επανάληψη από την αναιρεσίβλητη την αναδιατύπωση των όρων αποπληρωμής, με επιτόκιο που δεν θα ξεπερνά το 0,5 - 1 % , περίοδο χάριτος με καταβολή μόνο των τόκων, υπολογισθέντων εξ αρχής με το παραπάνω επιτόκιο και αποπληρωμή σε τριάντα έτη, σε ετήσιες δόσεις.
Ότι στα πλαίσια αυτά των διαπραγματεύσεων και των επανειλημμένων δεσμεύσεων της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες προέβησαν σε ουσιαστικές προσπάθειες και προσκόμισαν στην αναιρεσίβλητη τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης και το επιχειρηματικό πλάνο βιωσιμότητάς της, λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης.
Ότι συμμετείχαν και ενήργησαν στα πλαίσια του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, πλην όμως η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε κατά τις επιταγές του νόμου. Ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε την οικονομική εξάρτησή τους από αυτή και ότι δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν οι εκ μέρους τους συμβατικές υποχρεώσεις απέναντί της, επιπλέον δε αν και έλαβε μεγάλα χρηματικά ποσά από εκείνους και ειδικότερα από εκχώρηση προς αυτήν απαίτησής τους από επιδότηση μέσω υπαγωγής σε αναπτυξιακό νόμο αλλά και από ανάληψη ποσού 207.255,58 ευρώ, αιφνιδίως και χωρίς καμία προηγούμενη προειδοποίηση κατήγγειλε στις 14-7-2017 την ως άνω σύμβαση πιστώσεως.
Ότι η καταγγελία αυτή έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος και δη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθότι η αναιρεσίβλητη, προς την οποία οι αναιρεσείοντες τελούσαν σε άμεση οικονομική εξάρτηση, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, χωρίς ωστόσο η ίδια να έχει συμφέρον από την ενέργεια αυτή, που έλαβε χώρα σε χρόνο που η μη εκπλήρωση της συμβάσεως οφείλονταν σε οικονομική δυσχέρειά τους λόγω οικονομικής κρίσης, επιπλέον δε, η αξίωση εκπλήρωσης της ίδιας συμβάσεως θα επέφερε σε εκείνους σημαντική οικονομική ζημία, καθώς και κατά παράβαση των Γενικών Αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας καθόσον κατήγγειλε το επίδικο δάνειο, ενώ υπήρχε σε εξέλιξη η διαδικασία του Ν. 4224/2013, με ανταλλαγή προτάσεων και αντιπροτάσεων μεταξύ τους και κατά συνέπεια παρανόμως, ήτοι αντίθετα με τις επιταγές του Ν. 4224/2013 .
Ότι περαιτέρω με την ενέργειά της αυτή η αναιρεσίβλητη πρόσβαλε την εμπορική πίστη και φήμη τους, καθώς παρουσίαζε αφενός την μεν πρώτη αναιρεσείουσα ως αφερέγγυα και αναξιόχρεη εταιρία και αφετέρου τον δεύτερο αναιρεσείοντα ως αφερέγγυο νόμιμο εκπρόσωπο και κακό διαχειριστή των εταιρικών υποθέσεων, το δε γεγονός της καταγγελίας έγινε αμέσως γνωστό στην περιοχή των Τρικάλων, όπου κυρίως δραστηριοποιούνται, με δυσμενείς συνέπειες αναφορικά με τους προμηθευτές τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-7-2017 καταγγελίας της υπ' αριθ. ... /13-8-2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως παράνομης και καταχρηστικής και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διαιρετώς και ισομερώς στον καθένα, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 47/2018 οριστική Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της ανωτέρω Απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 27-11-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 46/2021 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Η αναιρεσιβαλλόμενη Απόφαση, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη Απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: ‘‘...H ως άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, δεν συνιστά παράβαση του νόμου 4224/2013 με τον οποίο εξουσιοδοτήθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκδοση του παραπάνω Κώδικα, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα αφορά τη σχέση της (της Τράπεζας της Ελλάδος) με τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα.
Έτσι, η τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων συνεπάγεται μόνον εποπτικής φύσης κυρώσεις και, συνεπώς, οι διατάξεις τους δεν συνιστούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε η μη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων από τα υπόχρεα ιδρύματα δημιουργεί κάποιου είδους ενοχή αυτών έναντι των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι να έχουν τη δυνατότητα να την αξιώσουν με την έγερση αγωγής.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 ‘‘περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών'' για τον αλληλόχρεο λογαριασμό δυνάμει των οποίων η πιστούχος Τράπεζα μπορεί να κλείνει οποτεδήποτε τον αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να τηρηθούν η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος ως Απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος δεν κατήργησε τις παραπάνω διατάξεις (άρθρα 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 ‘‘περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών''). Επιπλέον,..., η μη αποδοχή εκ μέρους της πιστούχου του σχεδίου αναδιάρθωσης που υποβλήθηκε από τους εκκαλούντες, δεν συνιστά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας, καθόσον δεν δημιουργείται υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη για την οριστική διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς από την πίστωση που χορηγήθηκε, σε περίπτωση που δεν συγκλίνουν οι μεταξύ τους θέσεις και προτάσεις.
Ακόμη, στην τελευταία περίπτωση, η καταγγελία του αλληλόχρεου λογαριασμού από την πιστούχο δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος,..., αφού ο πρωτοφειλέτης στην προκειμένη περίπτωση επικαλείται οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής του, η οποία μπορεί να αρθεί μόνο με την υλοποίηση της πρότασης του προς την πιστούχο , η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από την τελευταία ...’’.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του θεσπισθέντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 4224/2013, Κώδικα Δεοντολογίας και των άρθρων 281, 174 και 180 ΑΚ, καθόσον α) ανεξαρτήτως του ότι αυτή καθ' εαυτή η μη αποδοχή από την αναιρεσίβλητη του υποβληθέντος από τους αναιρεσείοντες σχεδίου αναδιάρθωσης, δεν συνιστά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας, αφού από το γεγονός της έναρξης της σχετικής Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων δεν δημιουργείται υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη για την οριστική διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, εφόσον αυτή δεν αποβαίνει αμοιβαίως συμφέρουσα, μόνη η επικαλούμενη παράβαση των διατάξεων του Ν. 4224/2013 και του Κανονισμού Δεοντολογίας, συνεπάγεται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρησή τους, δεν επιφέρει κατά το άρθρο 174 ΑΚ αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης πιστώσεως από την αναιρεσίβλητη και β) και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, ήτοι η οικονομική αδυναμία των αναιρεσειόντων λόγω της οικονομικής κρίσης να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους για χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, η καταβολή μέρους της οφειλής τους, η έναρξη διαπραγματεύσεων με σκοπό την αναδιατύπωση των όρων της συμβάσεως και εν τέλει η μη αποδοχή των προτάσεών τους από την αναιρεσίβλητη, δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκηθέντος από την αναιρεσίβλητη δικαιώματος καταγγελίας της επίδικης σύμβασης πίστωσης και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι, χωρίς μάλιστα και την επίκληση συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, προηγηθείσας της καταγγελίας, που να δημιούργησε σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση, έστω και αν οι αναιρεσείοντες συνέχιζαν να μην εκπληρώνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, δεν θεμελιώνουν τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, ώστε να θεωρηθεί ότι η καλόπιστη συμπεριφορά επέβαλε στην αναιρεσίβλητη την υποχρέωση να ανεχθεί και περαιτέρω καθυστέρηση στην εκπλήρωση της οφειλής εκ μέρους των αναιρεσειόντων, και να καθίσταται έτσι μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, λαμβανομένου προσθέτως υπόψη και ότι το συμβατικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη επίδικη σύμβαση, είναι συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει.
Κατά συνέπεια, η ενέργεια της αναιρεσίβλητης να προχωρήσει στην άσκηση του προβλεπόμενου από την επίδικη σύμβαση πίστωσης δικαιώματος προς καταγγελία αυτής δεν υπερβαίνει τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών καθώς και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της και δεν μπορεί να καταστήσει την άσκηση της καταγγελίας άκυρη ως καταχρηστική.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ούτε, παρά τον νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη Απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος . Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 15-2-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 46/2021 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ