Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial acceptance of claim regarding contract payment terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's decision that partially accepted the plaintiff's claim. The appellant argued the contract's payment date was unclear and the lower court erred in calculating interest, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal failed to cite specific errors in the lower court's reasoning and improperly challenged the court's assessment of evidence rather than legal interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appeal must specifically cite deficiencies in the lower court's reasoning, and general challenges to the assessment of evidence or lack of specific dates in contracts do not constitute grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1761 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1761 /2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλέκου.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τεχνικής εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φλώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 204/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 273/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την από 24/6/2016 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ ,που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020 ) ή ως λόγος ανακοπής. Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057 /2019).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1/1/2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 παρ.6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προυποθέσεις του άρθρου 527, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 755/ 2021, ΑΠ 961/2019).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού ,το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011).
Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 84/2020,ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το μη πληττόμενο με την αίτηση αναίρεσης τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι με το από 1/12/2013 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας, πού καταρτίστηκε μεταξύ τον διαδίκων, η αναιρεσείουσα ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση μέρους του έργου, πού είχε αναλάβει από τον ανάδοχο του έργου η αναιρεσίβλητη και ειδικότερα τη συντήρηση και τροποποίηση των αναφερομένων αναλυτικά στην απόφαση αντλητικών συγκροτημάτων των αντλιοστασίων της λίμνης ...
Θεσσαλίας, καθώς και την μελέτη και κατασκευή των επίσης αναφερομένων στην απόφαση, στοιχείων των αντλιοστασίων, αντί συνολικής αμοιβής, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, 282.900 ευρώ, ότι το έργο δεν εκτελέστηκε μέχρι το μήνα Ιούλιο του 2014, όπως ορίστηκε με την ανωτέρω συμφωνία, καθόσον η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη περί την εκτέλεσή του και, τελικώς, παρά τις διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης, το ολοκλήρωσε στις 22/9/2015, και ότι από το υπολειπόμενο μέρος της αμοιβής της αναιρεσείουσας ανερχόμενο σε 39.822,20 ευρώ, συνολικό ποσό 17.289 ευρώ, και συγκεκριμένα ποσό 9.924 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για έξοδα κίνησης διαμονής και στέγασης του πολιτικού μηχανικού Ν.
Θ., τον οποίο απασχόλησε ως επιβλέποντα μηχανικό του ως άνω έργου καθ' όλο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, και ποσό 7.995 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για αμοιβή του Ν. Κ., που εκτέλεσε την συμφωνηθείσα με την σύμβαση βαφή των αντλιών, επειδή αρνήθηκε να προβεί σε αυτή η αναιρεσείουσα, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθόσον με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση συμψηφισμού και αφαιρέθηκε το εν λόγω ποσό από το ως άνω οφειλόμενο στην αναιρεσείουσα υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της, χωρίς το κεφάλαιο αυτό της πρωτοδίκης απόφασης να προσβληθεί με την έφεση της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι,..., υπέστη και ζημία ύψους 22.500,00 ευρώ συνιστάμενη στο ποσό που όφειλε να καταβάλει στον ως άνω πολιτικό μηχανικό Ν.
Θ., τον οποίο απασχόλησε ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου, που είχε αναλάβει κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), ενώ το ως άνω χρηματικό ποσό αντέτεινε παραδεκτά και νόμιμα σε συμψηφισμό κατά της ασκούμενης με την αγωγή απαίτησης της ενάγουσας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού αναφορικά με το παραπάνω ποσό ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι η εν λόγω ανταπαίτηση της εναγομένης ήταν μελλοντική και γι' αυτό μη ληξιπρόθεσμη και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αντιταχθεί σε συμψηφισμό, κρίση που τυγχάνει ορθή εφόσον οι μελλοντικές απαιτήσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μόνον του συμψηφισμού ,που καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ των συμβαλλόμενων και όχι όταν τον συμψηφισμό επικαλείται μονομερώς ο οφειλέτης....
Ωστόσο, με τον υπό στοιχείο Γ' λόγο της κρινόμενης έφεσης η εναγόμενη επαναφέρει παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την ένσταση συμψηφισμού κατά το ως άνω χρηματικό ποσό επικαλούμενη ότι έχει ήδη καταβάλει το εν λόγω ποσό στον ως άνω Ν. Θ. και προς απόδειξη αυτού επικαλείται και προσκομίζει το μη αμφισβητούμενο από την εφεσίβλητη υπ' αριθμό ...
τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο Ν. Θ. στο όνομα της εναγομένης. Ο ως άνω τρόπος προβολής της ένστασης συμψηφισμού, κατά το προαναφερόμενο ποσό, είναι νόμιμος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 περ. 6 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η ένσταση συμψηφισμού, ως δικονομικώς προνομιακός ισχυρισμός, μπορεί να προβληθεί σε κάθε στάση της δίκης εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου .....Περαιτέρω, η ως άνω ένσταση, και κατά το ως άνω ποσό, θα πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη εφόσον η βασιμότητα της προκύπτει από το προαναφερόμενο τιμολόγιο, ενώ το ύψος του ποσού και η αιτία καταβολής του δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από την εφεσίβλητη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε και με τις προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ενόψει των ανωτέρω η ζημία της εναγομένης από την προεκτεθείσα υπερημερία της ενάγουσας ανήλθε στο συνολικό ποσό των 39.789,00 ευρώ (17.289,00 + 22.500,00) και ως εκ τούτου η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 33,20 ευρώ (39.822,20 - 39.789,00).....Ακολούθως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον αναγόμενο σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων υπό στοιχείο Ε' λόγο της έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, εσφαλμένα επιδίκασε τόκους από την επόμενη της δήλης ημέρας πληρωμής εκάστου τιμολογίου, αντί να επιδικάσει αυτούς από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής ,αφού καμία συμφωνία περί καταβολής των ποσών δεν είχε καταρτιστεί από το πιο πάνω χρονικό σημείο.
Ο ως άνω λόγος της έφεσης θα πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος δεδομένου ότι... βάσει του άρθρου 7 της ένδικης σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή της ενάγουσας θα πραγματοποιούνταν κατά ποσοστό 50 % της συμφωνηθείσας αμοιβής της όταν αυτή θα παραλάμβανε την προς επισκευή αντλία και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% της αμοιβής, όταν θα ολοκλήρωνε την τοποθέτηση της επισκευασμένης αντλίας στο αντλιοστάσιο και εξέδιδε το σχετικό τιμολόγιο, το ποσό του οποίου θα καταβαλλόταν με επιταγή λήξεως 45 - 60 ημερών.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συνήφθη συμφωνία περί καταβολής του ποσού εκάστου τιμολογίου από την ημερομηνία έκδοσης αυτού, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με συνέπεια τόκοι επί του επιδικαζόμενου ποσού να οφείλονται από την επίδοση της αγωγής δεδομένου ότι ο ως άνω συμφωνηθείς χρόνος (45 - 60 ημέρες από την έκδοση κάθε τιμολογίου) και τρόπος (δια της έκδοσης επιταγής) πληρωμής είναι ασαφής και δεν επιτρέπει την επιδίκαση τόκων από προγενέστερο χρονικό σημείο από την επίδοση της αγωγής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση συμψηφισμού και ως προς την παραπάνω ανταπαίτησή της ποσού 22.500 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας και της επεδίκασε το ποσό των 33,20 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του ιδίου άρθρου, κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου) με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε την ένσταση συμψηφισμού ποσού 22.500 ευρώ για αμοιβή του μηχανικού Ν.
Θ., που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, παραδεκτή, ενώ αυτή ήταν απαράδεκτη α) ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται σε αυτήν η ιστορική βάση της προτεινόμενης προς συμψηφισμό απαίτησης, ότι αυτή είναι ομοειδής προς τη φερόμενη με την αγωγή δική της απαίτηση και ότι είναι ληξιπρόθεσμη και αγώγιμη και β) σε κάθε περίπτωση γιατί προβλήθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά με την έφεση, χωρίς όμως να ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία αυτή προβολή, δεδομένου μάλιστα ότι το τιμολόγιο, το οποίο, κατά την αναιρεσίβλητη, αποδεικνύει την προτεινόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτησή της, δεν το επικαλέστηκε με την έφεση, αλλά με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβαλε ένσταση συμψηφισμού, προς τη φερόμενη με την αγωγή απαίτηση της αναιρεσείουσας, της δικής της απαίτησης κατ' αυτής για αποζημίωση λόγω της δεκαπεντάμηνης υπερημερίας της αναιρεσείουσας περί την εκτέλεση του έργου, το οποίο κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να παραδώσει έως τις 30/6/2014 και το παρέδωσε τον μήνα Σεπτέμβριο του 2015, η οποία υπερημερία είχε ως αποτέλεσμα την ισόχρονη παράταση και των δικών της εργασιών ολοκλήρωσης του έργου ,που η ίδια είχε αναλάβει να κατασκευάσει, την ανάγκη να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του επιβλέποντα μηχανικού Ν.
Θ. με αμοιβή 1.500 ευρώ μηνιαίως και, συνεπώς, αντίστοιχη ζημία της ποσού (15.000 ευρώ Χ 15 μήνες =) 22.500 ευρώ, το οποίο οφείλει να καταβάλει σε αυτόν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "σύμφωνα με όσα εκθέτει η εναγόμενη η ανταπαίτηση, που φέρεται προς συμψηφισμό δεν είναι ληξιπρόθεσμη".
Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η αναιρεσίβλητη επανέφερε στο δευτεροβάθμιο την ίδια ως άνω ένστασή της, προσβάλλοντας την παραπάνω διάταξη της πρωτόδικης απόφασης και ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η έντασή της ως μη νόμιμη και, σε κάθε περίπτωση, ότι ήδη έχει εξοφλήσει το ποσό των 22.500 ευρώ στον Ν.
Θ., γεγονός που κατέστησε ενεστώσα τη ζημία της, ενώ, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, επικαλέστηκε με αριθμό σχετικού 16 και το ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του μηχανικού Ν. Θ., προς απόδειξη της καταβολής του προαναφερόμενου ποσού. Έτσι όπως προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη η ως άνω ένσταση συμψηφισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορισμένη και νόμιμη, αφού με αυτήν η αναιρεσίβλητη προέβαλε προς συμψηφισμό στη φερόμενη με την αγωγή απαίτηση της αναιρεσείουσας ομοειδή (χρηματική), γεννημένη και ληξιπρόθεσμη δική της απαίτηση κατ' αυτής, δεδομένου ότι όλα τα περιστατικά γέννησής της, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στην ένσταση (έναρξη και λήξη της υπερημερίας της αναιρεσείουσας και αναλυτικός προσδιορισμός της ζημίας της αναιρεσίβλητης λόγω της υπερημερίας αυτής) είχαν επέλθει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα απέκτησε δικαίωμα να της καταβληθεί από την αναιρεσίβλητη το υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της, ενώ δεν επηρεάζε το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης αυτής η μη καταβολή, κατά τον χρόνο προβολής της ένστασης, του οφειλόμενου στον απασχοληθέντα μηχανικό ποσού των 22.500 ευρώ, αφού η ζημία της αναιρεσίβλητης επήλθε με μόνη τη γέννηση της υποχρέωσής της προς καταβολή του ποσού αυτού.
Στη συνέχεια, μετά την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσίβλητη, ως εκκαλούσα, παραδεκτά, κατά τη μείζονα σκέψη, επανέφερε με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την ίδια ως άνω πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 30/1998). Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ένσταση συμψηφισμού είναι παραδεκτή, ως προβληθείσα το πρώτον σ' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 6 ΚΠολΔ, και επίσης ότι είναι ορισμένη, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε.
Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το παραδεκτό της προβολής και ως προς το ορισμένο της ένστασης αυτής, με τις πιο πάνω, αντιστοίχως, αναφερόμενες της παρούσας απόφασης και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ως αβάσιμος.
καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς τις περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα παραπονείται για την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης από το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι αυτή δεν έπρεπε να γίνει δεκτή, γιατί η αναιρεσίβλητη δεν προσεκόμισε για την απόδειξή της, σύμβαση εργασίας ή έργου συναφθείσα μεταξύ της ιδίας και του μηχανικού Ν.
Θ., καθώς και τις μηνιαίες αποδείξεις καταβολής της αμοιβής του, είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμελειών της απόφασης από το άρθρο 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 341 εδ. α', 345 εδ. α'και 346 εδ. α'ΑΚ , το οποία ορίζουν ότι "αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής" (άρθρ. 341 εδ .α'), "όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας , που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία" (άρθρ. 345 εδ.
α') και "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας)" (άρθρ. 346 εδ. α') συνάγεται ότι ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της συμφωνηθείσας "δήλης" ημέρας εκπλήρωσης της παροχής, χωρίς να απαιτείται και όχλησή του από τον δανειστή, ότι σε περίπτωση υπερημερίας για καταβολή χρηματικής οφειλής ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει τόκο υπερημερίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία και ότι αν δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη δήλης ημέρας και συνεπώς υπερημερία του οφειλέτη, ο δανειστής δικαιούται νόμιμους τόκους μόνο από την επίδοση της αγωγής.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996). Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμ. 14 ΚΠολΔ, που επικαλείται, κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου) με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αφ' ενός μεν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 341 Α.Κ.
παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και δέχθηκε έτσι ότι ο όρος που περιέχεται στο άρθρο 7 της επίδικης σύμβασης έργου ως προς τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής της είναι ασαφής και δεν καθορίζει συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής της, ενώ ο όρος αυτός, όπως και ολόκληρη η σύμβαση έχει συνταχθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν μπορεί να επικαλεστεί την αδυναμία ερμηνείας και εφαρμογής μιας συμφωνίας "δικής της παραγωγής", αφ' ετέρου δε χωρίς αιτιολογία, άλλως με πλημμελή αιτιολογία, δεχόμενο ότι δεν είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα πληρωμής, εκτίμησε εσφαλμένα το ίδιο άρθρο της σύμβασης παραβιάζοντας εκ πλαγίου την ίδια διάταξη του άρθρου 341 Α.Κ.
και έτσι, λόγω των παραβάσεων αυτών της επιδίκασε τόκους όχι από τη δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής της, που ήταν 60 ημέρες μετά την έκδοση εκάστου τιμολογίου, αλλά από την επίδοση της αγωγής. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, η μεν πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 341 Α.Κ., ενώ και η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία του άρθρου 341 Α.Κ.
ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο αυτό, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο σχετικά με το εάν υπήρχε δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής της ή όχι, η δε πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν προσδιορίζονται στον λόγο αναίρεσης οι συγκεκριμένες ελλείψεις στην αιτιολογία του Εφετείου, αλλά υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ότι δεν είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα πληρωμής.
Ο ίδιος ως άνω λόγος ως προς την προβαλλόμενη από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έκρινε ως ασαφή τον παραπάνω όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού, χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει προβάλει σχετικό ισχυρισμό, είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναφερόμενη παραπάνω αιτίαση δεν αφορά σε "πράγμα" αλλά σε περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 25-10-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 06 Σεπτεμβρίου 2022 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ