Supreme Court allows appeal against murder conviction, remanding for new sentencing under lenient provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the sentencing portion of the murder conviction but dismissed the arguments concerning the conviction itself. The court found the lower court's reasoning on the elements of the crime and the defendant's intent to be sound and free from error. Consequently, the case was remanded for a new sentencing hearing to apply the most lenient provisions of the Penal Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52, 83, 85, 299 of the Penal Code; When a conviction for murder is upheld due to correct application of substantive law, the Supreme Court may remand the case solely for a new sentencing hearing to apply the most lenient provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1761 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1761/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Σταματική Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι. κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πεγιάδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 75, 87, 88/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Εύβοιας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. συζ. Π. Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τσίγκανο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Εύβοιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 4991/25-4-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 754/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το μέρος της ποινής και να εφαρμοστούν οι επιεικέστερες διατάξεις των άρθρων 52, 83, 85 και 299 του ισχύοντος ΠΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, κατ' άρθρο 552 του ισχύοντος ΚΠΔ, μόνο ως προς το μέρος αυτό και Β) να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 585 του ισχύοντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/11-6-2019-ΦΕΚ Α' 96), ο παρών Κ.Π.Δ. αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019, κατά δε το άρθρο 589 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησης τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα". Στην προκειμένη περίπτωση, με την 75, 87, 88/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ευβοίας ο κατηγορούμενος Γ. Σ. του Ι. και Α. κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' Π.Κ., και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών και σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για δύο (2) έτη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση στις 25-4-2019 από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του ως άνω κατηγορουμένου, ο οποίος είχε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. 4991/2019), ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του ως άνω Δικαστηρίου στις
8-4-2019. Η αναίρεση συνεπώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή ,διότι περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων; που προβλέπουν την παραπάνω αξιόποινη πράξη, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυσε μέχρι την εισαγωγή του νέου Π.Κ., "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλο τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου.
Κατά δε το άρθρο 27 παρ. 1 του Π.Κ., με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Ειδικότερα πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται, ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν είναι μια τέτοια αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Βεβαίως, το αποτέλεσμα του' συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει, όταν το πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα οποία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 528/2019).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ευβοίας, εκτιμώντας, κατ'αυτό, τις αποδείξεις και δη την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης την επισκόπηση των φωτογραφιών σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου εξέδωσε την υπ'αριθμ. 75, 87, 88/2018 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ανελέγκτως ως προς την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος το έτος 1976, γνώρισε από τη μετέπειτα κουνιάδα του και πολιτικώς ενάγουσα την αδελφή της Π., με την οποία συνήψε σχέση και στη συνέχεια συνήψε γάμο τον Φεβρουάριο 1977.
Από το γάμο αυτόν το ζεύγος απέκτησε δύο παιδιά , τους μάρτυρες Α. Σ. και Ι. Σ.. Ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος του …, ενώ η σύζυγος του Π. ασχολείτο με τα οικιακά και την ανατροφή των παιδιών. Οι σχέσεις του ζεύγους από την αρχή του γάμου δεν ήταν αρμονικές. Ο κατηγορούμενος ήταν βίαιος και συχνά προσέβαλε τη σύζυγο του ενώπιον τρίτων.
Η Π. Σ. ήταν ένα άτομο ευγενικό, κοινωνικό και ήταν αγαπητή σε όλους. Ήταν καλή νοικοκυρά και φρόντιζε τα παιδιά της. Σε ηλικία 18-20 ετών είχε παρουσιάσει μελαγχολική συνδρομή με ψυχοσωματικά στοιχεία με αποτέλεσμα να νοσηλευθεί στην ψυχιατρική κλινική "...", που διατηρούσε τότε ο γιατρός-ψυχίατρος Β. Κ., στο ..., όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από σχιζοθυμία, μια ψυχική νόσο η οποία αφορά περισσότερο τη διαταραχή του συναισθήματος με τη συμμετοχή του ιδεοληπτικού μηχανισμού.
Ο τύπος αυτός της ψυχικής νόσου είναι τέτοιου είδους που πλήττει τον πυρήνα της προσωπικότητας ενός ατόμου με απρόβλεπτες συνέπειες για τον ασθενή και το περιβάλλον του. Η ασθένεια θα μπορούσε να κάνει επικίνδυνο για τον εαυτό του (πχ να αυτοκτονήσει ή να δημιουργήσει πρόβλημα στο περιβάλλον του). Έκτοτε ο γιατρός τη παρακολουθούσε σποραδικά και της χορηγούσε την ανάλογη θεραπεία, με διάφορα φάρμακα όπως sinequan 25 mg, tavor 2.5 mg aloperidin, stelazine 5 mg, nozinam 25 mg, minitran, efexor, το οποίο διώχνει την αγωνία και το άγχος.
Όταν λάμβανε τα φάρμακα της ήταν λειτουργική και ανταποκρινόταν στις καθημερινές ανάγκες της. Την τελευταία δεκαετία η Π. Σ. τον είχε επισκεφθεί δύο ή τρείς φορές. Ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση τα προβλήματα αυτά της συζύγου του μετά τον γάμο.
Η Π. Σ. ήταν ευαίσθητη και πληγωνόταν από την συμπεριφορά του συζύγου της προσπαθούσε όμως να μην εξωτερικεύσει τα προβλήματά της στις φίλες της με τις οποίες συναντιόταν αρκετά συχνά, στις οποίες εκμυστηρευόταν λίγα πράγματα. Με την αδερφή της και την οικογένεια αυτής είχαν αρκετές συναντήσεις, όμως οι δύο αδελφές επικοινωνούσαν τηλεφωνικά καθημερινά και η πολιτικώς ενάγουσα μάθαινε τα προβλήματα της.
Η πολιτικώς ενάγουσα από την αρχή δεν ήθελε αυτό το γάμο και αντιπαθούσε το γαμβρό της, για τον οποίο, με την πάροδο του χρόνου, μάθαινε ότι διατηρούσε και εξωσυζυγικές σχέσεις. Η Π. Σ. τα τελευταία χρόνια είχε αναπτύξει μια στενότερη σχέση με την ανεψιά της και μάρτυρα Ε. Κ. λόγω και της ειδικότητάς της, ως βιολόγου, στην οποία προσέφευγε και της εκμυστηρευόταν ότι ο σύζυγος της είχε εξωσυζυγικές σχέσεις με αποτέλεσμα να της μεταδίδει διάφορα αφροδίσια νοσήματα.
Το ζεύγος ζούσε στην …στην περιοχή του …, σε μια διώροφη πολυκατοικία με εσωτερική σκάλα. Τα τελευταία χρόνια οι γονείς της Π. Σ. άφησαν το ιδιόκτητο σπίτι τους, το οποίο εκμίσθωσαν σε τρίτο και μετακόμισαν σε διαμέρισμα, επάνω από την κατοικία της κόρης τους, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, για να βοηθούν την κόρη τους.
Ο κατηγορούμενος διατηρούσε καλή σχέση με τον πεθερό του ο οποίος απεβίωσε πρώτος. Την 17-1-2005 απεβίωσε και η πεθερά του, η οποία είχε καρκίνο του παχέος εντέρου. Ο μάρτυρας και γιατρός της οικογένειας Π.Π. παρακολουθούσε την Π. Σ. και της έγραφε στο βιβλιάριο τα φάρμακα που είχε συστήσει ο ψυχίατρος αλλά, και τη μητέρα της και υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου στο οποίο αναφέρει ως αιτία θανάτου ca παχέος εντέρου και καρδιακή ανακοπή.
Όμως η Π. Σ., η πολιτικώς ενάγουσα αδελφή της και η οικογένειά της τελευταίας αμφισβήτησαν την αιτία θανάτου διότι πίστευαν ότι ο κατηγορούμενος είχε επιφέρει το θάνατο της πεθεράς του, που ήταν ασφυκτικός. Μετά δε και το θάνατο της Π., η πολιτικώς ενάγουσα ζήτησε την εκταφή -νεκροψία νεκροτομή της μητέρας της Δ.
Π., η οποία διενεργήθη την 6-3-2008, σύμφωνα με την 1/2008 Διάταξη διενέργειας και διορισμού πραγματογνώμονα της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Σπάρτης από τον Ν. Κ. Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας … και συνετάγη η υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ....4α/27- 6-2008 έκθεση, στην οποία αναφέρεται ότι από τα ευρήματα της μελέτης της σορού, επιστημονικά κριτήρια στοιχειοθέτησης, ότι ο θάνατος προήλθε από εγκληματικής ενέργεια δεν υπάρχουν.
Η Π. Σ. στεναχωρήθηκε πολύ από τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της, και την προβλημάτιζε, ότι η νεκρή βρέθηκε σε τυμπανιαία κατάσταση. Όμως φαίνεται ότι χαιρόταν για το γάμο της κόρης της που επρόκειτο να γίνει σύντομα. Επίσης είπε στη φίλη της Σ. Κ. ότι " τώρα που πέθανε η μητέρα μου θα μπορούμε να ερχόμαστε στη …".
Την"7η Μαρτίου 2005 ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην οικία του από την εργασία, περί ώρα 17:30 .όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος, δεδομένου ότι στο σπίτι βρισκόταν μόνο η σύζυγος του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, όπως ισχυρίσθηκε " φώναξε τη γυναίκα του, δεν πήρε απάντηση, αλλά δεν έδωσε σημασία, πιστεύοντας ότι κοιμάται.
Άλλαξε ρούχα, ήπιε λίγο νερό και ανέβηκε στον επάνω όροφο κοίταζε στο υπνοδωμάτιο, φώναξε "Π." αλλά δεν πήρε απάντηση. Ξαναφώναξε αλλά και πάλι δεν πήρε απάντηση. Ανησύχησε, το φως της τουαλέτας ήταν αναμμένο , πήγε να ανοίξει. Είχε βάλει ένα μάνταλο πίσω από την πόρτα και έσπασε τη κάσα, τη βρήκε καθισμένη στο μπάνιο με τα πόδια της προς την πόρτα.
Το καλώδιο ήταν τυλιγμένο στο λαιμό και το κεφάλι γυρισμένο δεξιά το ένα χέρι ήταν στο στήθος και ακουμπούσε στο τηλέφωνο της μπανιέρας. Αναγκάστηκε να περάσει από επάνω της, ξετύλιξε το καλώδιο από το λαιμό της, την έτριψε στο πρόσωπο και πήγε και πήρε τηλέφωνο το γιατρό (Π.Π.). Μιάμιση φορά ήταν σίγουρα τυλιγμένο το καλώδιο στο λαιμό".
Κατά την κατάθεση του γιατρού, ο κατηγορούμενος όταν του τηλεφώνησε, του είπε ότι η Π. δεν αναπνέει και ο ίδιος έδωσε οδηγίες να κάνει μαλάξεις και να τηλεφωνήσει το "166". Όταν έφθασε στο σπίτι, η Π. ήταν μέσα στο μπάνιο το οποίο ήταν πολύ μικρό με διαστάσεις (1,50 Χ 1,70 μέτρου). Ήταν ντυμένη, στο πάτωμα του μπάνιου.
Ήταν κάπως στο πλάι, ανάσκελα, δίπλα στη μπανιέρα. Ακουμπούσε στη μπανιέρα. Ήταν ζεστή ακόμη. Οι δύο άντρες την τράβηξαν έξω και της έκαναν μαλάξεις. Το πρόσωπο της ήταν μελανιασμένο και στο λαιμό, γύρω από την αλυσίδα με φυλακτά, που φορούσε είχε οίδημα. Της έβγαλε την αλυσίδα. Όταν έφθασε το "166" ο μάρτυρας έφυγε από το σπίτι και ειδοποίησε την αστυνομία.
Οι γιατροί του ασθενοφόρου διαπίστωσαν το θάνατο της Π. Σ. ηλικίας 48 ετών. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια τηλεφώνησε στην πολιτικώς ενάγουσα, που βρισκόταν στη .... και την ενημέρωσε ότι βρήκε την αδελφή της στο λουτρό μελανιασμένη, όπως ήταν και η μαμά, από την καρδιά της δίχως να της δώσει περαιτέρω πληροφορίες.
Επίσης, ο κατηγορούμενος κληθείς από την αστυνομία το ίδιο βράδυ παρέλειψε σκόπιμα να αναφέρει ότι είχε το καλώδιο τυλιγμένο στο λαιμό της, ώστε ο θάνατος να φανεί ότι είχε προέλθει από παθολογικά αίτια.
Ο Ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …, Φ. Κ., βάσει της ...7/23/7-3-2005 παραγγελίας του AT … διενέργησε, την από 8-3-2005, νεκροψία και νεκροτομή στο πτώμα της Π. Σ.. Κατά τη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι:
Σημεία από προηγηθείσες κακώσεις ή εγχειρήσεις: Εκτεταμένες και έντονες ασφυκτικές κηλίδες επί του προσώπου. Εκχυμώσεις και κυκλικό τραύμα επί του κάτω χείλους του στόματος. Επιμήκης εκχύμωση μήκους 2 εκατμ. επί της πωγωνοχειλικής χώρας. Βαθειά γραμμοειδής εκδορά μήκους 1,5 εκατμ. μετά οιδήματος επί της αριστεράς κογχοζυγωματικής χώρας. Κυάνωση ονύχων αμφοτέρων των άνω άκρων. Εικών ασφυκτικού προσωπείου. Ασφυκτικές κηλίδες επί των βολβών αμφοτέρων των οφθαλμών. Επί της δεξιάς πλαγίας τραχηλικής χώρας παρατηρείται αύλαξ επιμήκης καθέτως φερόμενη προς τον επιμήκη άξονα του λαιμού. Κατά μήκος της αύλακος παρατηρούνται μικροεκδορές του δέρματος. Επί της αριστεράς πλαγίας τραχηλικής χώρας παρατηρείται η συνέχεια της προαναφερθείσης αύλακος η οποία είχε ανοδική πορεία προς την αριστερή ινιακή χώρα. Η εν λόγω αύλαξ αντιστοιχεί στην αγκύλη βρόχου χωρίς στοιχεία εκ της δράσεως του κόμβου του βρόχου.
Χρόνoς που έχει περάσει από τον θάνατο: Αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού λόγω συντηρήσεως του πτώματος εντός ψυκτικού θαλάμου.
Από τη νεκροτομή προέκυψαν τα εξής, κατά, τα ενδιαφέροντα σημεία:
Κρανίο: Διάσπαρτες αιμορραγικές διηθήσεις επί των μαλακών μορίων της μετωπιαίας και αριστερής κροταφικής χώρας. Εκ των οστών δεν παρατηρείται κάταγμα.
Μήνιγγες, Εγκέφαλος: Εκ του εγκεφάλου παρατηρείται έντονη υπεραιμία των μηνίγγων και στιγματοειδής αιμορραγίες επί αμφοτέρων των ημισφαιρίων, χαρακτηριστικές επί ασφυκτικών θανάτων.
Στόμα, Λαιμός: Αιμορραγικές διηθήσεις επί του δεξιού τοιχώματος του λάρυγγος και εκχύμωση επί του δεξιού έξω πλαγίου της γλώσσης. Το υοειδές οστούν δεν εμφανίζει κάταγμα.
Περιτόναιο και έντερα: Άνευ κακώσεων.
Ήπαρ, Σπλην, Πάγκρεας: Συμφορητικά-άνευ κακώσεων.
Ουροποιογεννητικό σύστημα: Συμφορητικό-άνευ κακώσεων.
Πληροφοριακά Στοιχεία: Αιφνίδιος θάνατος οίκοι. Βρέθηκε πεσμένη στο πάτωμα του μπάνιου.
Παρατηρήσεις: 1) Ελήφθησαν αίμα και χολή για τοξικολογική εξέταση η οποία απέβη αρνητική. 2) Αυτοψία του χώρου δεν έγινε υπό του υπογράφοντος Ιατροδικαστού επειδή εφέρετο αρχικώς ως αιφνίδιο θάνατος. Το σύνολο των νεκροψιακών και νεκροτομικών ευρημάτων σε συνδυασμό με την αιτία θανάτου καθιστούν αναγκαία την ανακριτική διερεύνηση των περιστατικών του θανάτου διότι Ιατροδικαστικώς δεν αποκλείεται η εκδοχή της ανθρωποκτονίας, αντίθετα υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις. 3)Συναποστέλλονται πέντε (5) φωτογραφίες του πτώματος οι οποίες ελήφθησαν κατά την διάρκεια της Ιατροδικαστικής διερευνήσεως.
Αιτία Θανάτου: Άτυπος απαγχονισμός εκ χαμηλού σημείου αναρτήσεως.
Από το ληφθέν και εξετασθέν βιολογικό υλικό του πτώματος δεν διαπιστώθηκε η παρουσία φαρμάκου ή δηλητηρίου από τα ανήκοντα στις ερευνηθείσες ομάδες καθώς και οινοπνεύματος. Ο πραγματογνώμονας εκτιμώντας όλα τα στοιχεία που είχε και συγκεκριμένα επειδή: 1) η θανούσα είχε ένα ασφυκτικό προσωπείο, το οποίο δεν ήταν συμβατό με αιφνίδιο θάνατο 2) στο λαιμό είχε μία αύλακα συμβατή με βρόχο, η οποία ενώ ήταν κάθετα στη δεξιά πλευρά έκανε ένα κλάδο στην αριστερή πλευρά και ανέβαινε προς την αριστερή ινιακή χώρα, 3) δεν υπήρχε αποτύπωμα κόμβου στην αύλακα 4) δεν του είχε σταλεί ο βρόχος προς εξέταση, έκρινε αναγκαίο να πραγματοποιήσει άτυπη αυτοψία στην οικία του κατηγορούμενου, η οποία πραγματοποιήθηκε περίπου τρεις μήνες αργότερα, με τη συναίνεση του κατηγορούμενου, ο οποίος δέχθηκε να παίζει το ρόλο της συζύγου του και να αναπαραστήσει την εικόνα, που αντίκρισε όταν βρήκε τη σύζυγο του στο δάπεδο του μπάνιου κατά του ισχυρισμούς του.
Κατά τη δήλωση του κατηγορούμενου το λάστιχο του ντους, το οποίο ήταν λείο, δεν είχε αλλαχθεί και ήταν το ίδιο, που υπήρχε και την ημέρα του συμβάντος. Κατά την άτυπη αυτή αυτοψία ο πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου δεν συμφωνούν με τα Ιατροδικαστικά ευρήματα. Κατά την ένορκη εξέταση του πραγματογνώμονος ενώπιον του ακροατηρίου, τόσο στην αρχική, όσο και στην κατ' αντιπαράσταση με τη Χ.
Σ. Καθηγήτρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, διατύπωσε με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία ότι ο θάνατος προήλθε από απαγχονισμό αφού η αύλακα στο λαιμό είχε ανοδική πορεία προς την αριστερή ηνιακή χώρα (αν ήταν οριζόντια θα μιλούσε για στραγγαλισμό). Το συγκεκριμένο λάστιχο δεν μπορούσε να γίνει κόμβος και συνεπώς κάποιος τρίτος κράτησε το λάστιχο ψηλά, ως σημείο ανάρτησης.
Ο βρόχος δεν πρέπει να χαλαρώσει για να γίνει απαγχονισμός. Η μπαταρία του ντους δεν θα μπορούσε να είναι το σημείο ανάρτησης, σε συνδυασμό με το υλικό του λάστιχου, δεν μπορούσε να σταθεροποιήσει την περιέλιξη. Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα κατά την άποψη 6 μελών του Δικαστηρίου ο θάνατος της Π. Σ. προήλθε από ενέργεια του κατηγορουμένου, ο οποίος κράτησε ψηλά το λάστιχο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε άλλο άτομο στο σπίτι.
Η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Χ. Σ. δεν δύναται να αναιρέσει τη, μετά πλήρους βεβαιότητας, διατύπωση επιστημονικής άποψης του πραγματογνώμονος Φ.Κ. ο οποίος είναι ο μόνος, ο οποίος είχε ολοκληρωμένη άποψη έχοντας διενεργήσει την νεκροψία, τη νεκροτομή, την άτυπη αυτοψία και έχοντας συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο.
Η ως άνω μάρτυρας εκφράζοντας, την επιστημονική της και μόνο άποψη κατέθεσε ότι είναι δυνατόν να επέλθει ο θάνατος με απαγχονισμό με σκοπό την αυτοκτονία από χαμηλό σημείο ανάρτησης όπως η μπαταρία στο ντους αρκεί να πιέζονται τα αγγεία του λαιμού στις τραχηλικές χώρες, χωρίς να απαιτείται να υπάρχει κόμβος στο λάστιχο, αναφέρθηκε δε σε περιπτώσεις που έχουν συμβεί και είναι γνωστές από τη βιβλιογραφία, ατόμων συνήθως ανάπηρων σε ιδρύματα, φυλακές, νοσοκομεία που αυτοκτόνησαν χρησιμοποιώντας χαμηλό σημείο ανάρτησης.
Στις περιπτώσεις αυτές η αποχώρηση του σώματος είχε γίνει από χαμηλά σημεία, όπως για παράδειγμα πόμολα από ντουλάπες, σωλήνες καλοριφέρ, σίδερο κρεβατιού οπότε η αποχώρηση ήταν ατελής. Η από 27-7-2009 γνωμάτευση που συντάχθηκε από τους υπογράφοντες αυτήν Ε. Σ., ιατρό ειδικό Ιατροδικαστή και Σ. Π., βιολόγο-ιατρό ειδική ιατροδικαστή και λέκτορα του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου … αναφέρει το εξής:
"Γνωμοδοτούμε: 1) Η αυτοψία του χώρου θα αποκάλυπτε αδιαμφισβήτητα στοιχεία, με την προϋπόθεση να είχε πραγματοποιηθεί πριν την μετακίνηση της θανούσης από την οικία της. Η πραγματοποίηση της ατύπως, μετά την πάροδο περίπου τριών μηνών από την ημερομηνία θανάτου, ελάχιστη μόνον αξία έχει.
2) Η βαθειά γραμμοειδής εκδορά μήκος 1,5 εκατμ που περιγράφεται από τον κ. Κ. στην αριστερή κογχοζυγωματική χώρα είναι μεταθανατίως γενόμενη, πιθανώς οφειλόμενη σε χειρισμούς κατά τη μεταφορά της σωρού από την οικία της στο Νεκροτομείο ….
3) Η μπαταρία της μπανιέρα του λουτρού στην οικία της θανούσης μπορεί να αποτελέσει χαμηλό σημείο ανάρτησης του βρόχου.
4) Το γεγονός ότι το υοειδές οστούν βρέθηκε ακέραιο, συνεπικουρούμενο από απουσία κακώσεων ενδεικτικών πάλης καθώς και των αποτελεσμάτων της τοξικολογικής εξέτασης καθιστούν το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας εντελώς απίθανο.
5) Ο χαρακτήρας της αύλακας του βρόχου είναι συμβατός με απαγχονισμό.
6) Οι μικροεκδρορές περί της αύλακος του βρόχου στον τράχηλο, εξηγούνται από την ύπαρξη αλυσίδας που αφαιρέθηκε πριν από την φωτογράφηση στο Νεκροτομείο ….
7) Τα αρνητικά αποτελέσματα της τοξικολογικής εξέτασης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θανούσα είτε είχε διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή της, είτε ελάμβανε σε υποθεραπευτικές δοσολογίες με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη γνώμη του θεράποντα ψυχίατρου της κ. Κ., να είναι δυνατόν να γίνει επικίνδυνη τόσο για τον εαυτό της όσο και να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους γύρω".
Κατά την άποψη της πλειοψηφίας και η ως άνω γνωμοδότηση η οποία συντάχθηκε πλέον των τεσσάρων ετών μετά το θάνατο της Π. Σ. αποτελεί μια θεωρητική επιστημονική άποψη των υπογραφόντων επιστημόνων, που στηρίζεται στην βιβλιογραφία η οποία αποτελεί μεγάλο τμήμα της γνωμοδότησης. Σύμφωνα με το συμπερασμό τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ' ουδένα τρόπο δύναται να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση της μπαταρίας του λουτρού ως χαμηλό σημείο αναρτήσεως από τη θανούσα, διατυπώνοντας έτσι την επιστημονική τους άποψη, όχι θετικά με πλήρη βεβαιότητα, αλλά αρνητική ως πιθανότητα να συμβεί. Επίσης η κρίση των δύο επιστημόνων στηρίζεται κατά μεγάλο ποσοστό στο ψυχικό νόσημα της θανούσας, μολονότι η ψυχιατρική δεν είναι το γνωστικό τους αντικείμενο, αναφέροντας, ότι: Επειδή από την τοξικολογική εξέταση δεν ανιχνεύθηκαν τα φάρμακα τα οποία η θανούσα λάμβανε θεραπευτικά, είτε είχε διακόψει την αγωγή, είτε τη λάμβανε, αλλά σε υποθεραπευτικές δόσεις με συνέπεια βάσιμα να υποθέσει κάποιος ότι η θανούσα ήταν πιθανώς απορρυθμισμένη και σε ευαίσθητη ψυχολογική κατάσταση πολύ δε περισσότερο αν συνυπολογισθεί και η πρόσφατη απώλεια της μητρός η κρίση αυτή είναι υποθετική και γενικόλογη.
Κατά την άποψη της πλειοψηφίας η εκφρασθείσα από τον πραγματογνώμονα κρίση, επιστημονικά και κατ' ουσίαν αποτυπώνει την πραγματικότητα, ότι η θανούσα ανεξάρτητα από τη ψυχική νόσο από την οποία έπασχε και τη στενοχώρια από τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της ήταν λειτουργική και δεν θα προέβαινε στην πράξη της αυτοκτονίας από αγάπη για τα παιδιά της και μάλιστα λίγο καιρό πριν το γάμο της κόρης της, τον οποίο ετοίμαζε με χαρά.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις δραστηριότητες της την ημέρα εκείνη. Το πρωί η θανούσα πήγε σε ένα εκκλησάκι δίπλα στο σπίτι της και μοίρασε χρήματα σε φτωχούς. Μαγείρεψε φακές. Στις 10.30 μίλησε τηλεφωνικά με τη φίλη της και κο. μάρτυρα Ρ. Στις 11.00 συνομίλησε τηλεφωνικά με τον εξάδελφο της Π. Δ. για κάτι χωράφια.
Στις 14.15 συνομίλησε με την ξαδέλφη της και τη ρώτησε αν εάν έφθασαν καλά στη …. Στις 15.15 συνομίλησε τηλεφωνικά με το γιό της που βρισκόταν στα …. Αργότερα, θα πήγαινε να κάνει μπάνιο. Η συμπεριφορά της αυτή λίγες ώρες πριν το θάνατο της, δεν πρόδιδε άτομο το οποίο είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Η θανούσα δεν ήταν ευτυχισμένη από το γάμο της και όπως εκμυστηρεύτηκε στην αδελφή της θα χώριζε από το σύζυγο της, αλλά μετά το γάμο της κόρης τους.
Ο θάνατος της μητέρας της και οι υπόνοιες, ότι ο θάνατος προήλθε από βίαιη ενέργεια του συζύγου της επιβάρυνε το βαρύ κλίμα στις σχέσεις των συζύγων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να γίνεται πιο βίαιος και να φθάσει μέχρι το σημείο να αφαιρέσει τη ζωή της συζύγου του, πιστεύοντας ότι η πράξη του θα περάσει απαρατήρητη από το γιατρό Π.
Π., που κλήθηκε να εξετάσει τη σύζυγο του, και να εκδώσει πιστοποιητικό θανάτου και μη περιμένοντας ότι ο γιατρός θα ειδοποιούσε τις Αρχές για περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως μετά από το προηγούμενο περιστατικό της πεθεράς του ο κατηγορούμενος απέβλεψε στην απουσία μαρτύρων και συγκεκριμένα στην απουσία των παιδιών του, τα οποία, κατά τη μακρόχρονη έρευνα της υποθέσεως θέλησαν από εσωτερική ανάγκη, περισσότερο να πιστέψουν, ότι η μητέρα τους αυτοκτόνησε και όχι ότι δολοφονήθηκε από τον πατέρα τους.
Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που τέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της συζύγου του, να του αναγνωρισθούν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α' και ε' ΠΚ, όπως πρωτοδίκως.
Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία (6-1), για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην … στις 7 Μαρτίου 2005 και ώρα 19.00', σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με πρόθεση σκότωσε άλλον και ειδικότερα ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τη σύζυγο του Π.
Σ., επιτέθηκε εναντίον της εντός της συζυγικής τους οικίας, στην περιοχή … και αφού την οδήγησε στο μπάνιο, περιέσφιξε το λαιμό της με τον πλαστικό σωλήνα της ντουζιέρας, τον οποίο χρησιμοποίησε ως βρόγχο, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον ασφυκτικό θάνατο της." Με αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ειδικότερα οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που οδήγησαν σε καταδίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και επιβολή ποινής καθείρξεως 15 ετών, είναι ανεπαρκείς και βασίζονται σε επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Πιο συγκεκριμένα δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για το οποίο καταδικάστηκε κατά τα προαναφερθέντα ο αναιρεσείων.
Η επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, όπως οι μαρτυρικές καταθέσεις της οικογενείας της πολιτικώς ενάγουσας και των Σ. Δ. και Σ. Ρ., δημιουργεί την βάσιμη κρίση ότι δεν έχουν συνεκτιμηθεί με συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση κάποια άλλα. Πιο συγκεκριμένα στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται γιατί το Δικαστήριο πείστηκε από τα συγκεκριμένα μόνο αποδεικτικά μέσα και όχι από άλλα αντίθετα, όπως είναι οι καταθέσεις των παιδιών του κατηγορουμένου και της θανούσας Ι.
και Α. Σ., επιστημόνων αμφοτέρων (μηχανολόγος ο πρώτος και πολιτικός μηχανικός η δεύτερη), που αγαπούσαν, υπερβολικά σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, την μητέρα τους και των Ε. Π. και Π. Δ. - πρώτου εξαδέλφου της θανούσας. Εξ αυτών ο Ι. Σ. καταθέτει μεταξύ άλλων στο ακροατήριο "... Είμαι 100% σίγουρος ότι αυτοκτόνησε ...", η δε αδελφή του Α.
Σ. καταθέτει "... Δεν υπήρχε κανένα κίνητρο. Καμία λογική να τη σκοτώσει ο πατέρας μου..." Το σκεπτικό της προσβαλλομένης ότι τα παιδιά κατά τη μακρόχρονη έρευνα της υποθέσεως θέλησαν από εσωτερική ανάγκη περισσότερο να πιστέψουν ότι η μητέρα τους αυτοκτόνησε και όχι ότι δολοφονήθηκε από τον πατέρα τους "δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν θεμελιώνεται σε καμία διατυπωμένη επιστημονική άποψη και δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία.
Περαιτέρω η προαναφερθείσα μάρτυς Ε. Π. καταθέτει στο μεν πρωτόδικο " ... Εγώ είμαι σίγουρη ότι δεν την σκότωσε ..." στο ακροατήριο δε του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου "... Δεν θα ερχόμουν ποτέ να διαβεβαιώσω κάτι τέτοιο αν είχα και την παραμικρή υπόνοια ... ". Ακολούθως το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε από την κατάθεση του πραγματογνώμονα Φ.
Κ. την εξής περικοπή που αφορά την σχέση του με την μάρτυρα κατηγορίας Σ. Ρ. και τον προβληματισμό του για τον τρόπο θανάτου του θύματος. "... Την κυρία Ρ. την γνωρίζω, την έχω συναντήσει μία φορά σε μία εκδήλωση του …. Απλώς με πλησίασε και της είπα ότι έχω ένα πρόβλημα περί το αν είναι αυτοκτονία ή όχι ...". Πως το Δικαστήριο αξιολόγησε την περικοπή αυτή σε σύγκριση με την εξής προηγούμενη του ιδίου πραγματογνώμονος "...
Είναι αδύνατος η ίδια να αυτοαπαγχονιστεί με τον τρόπο που έγινε. Χρειάζεται ενέργεια τρίτου ... Κάποιος πρέπει να κράτησε το λάστιχο για να δημιουργήσει το σταθερό σημείο ... μπορεί να γλίστρησε δεν μπορώ να ξέρω. Στο σώμα δεν έχει ευρήματα ...". Επιπλέον ο ίδιος ιατροδικαστής στην πρωτόδικη δίκη, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα στο ΜΟΕ Ευβοίας έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, ρητά καταθέτει ότι "...
Δεν έχω πεί ότι την στραγγάλισε. Δεν δείχνω τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Μπορεί να είναι άλλος ... Δεν βρήκα χαρακτηριστικά σημεία που να δείχνουν πάλη ...". Για όλα αυτά η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι η εξής "... ο θάνατος της Π. Σ. προήλθε από ενέργεια του κατηγορουμένου ο οποίος κράτησε ψηλά το λάστιχο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε άλλο άτομο στο σπίτι ...", χωρίς καμία άλλη αναφορά στον τρόπο τέλεσης της ανθρωποκτονίας αυτής όταν στο διατακτικό αναφέρεται ότι "επιτέθηκε εναντίον της ...
και αφού την οδήγησε στο μπάνιο περιέσφιξε το λαιμό της με τον πλαστικό σωλήνα της ντουζιέρας ... ". Συνεχίζεται δε ακολούθως η αιτιολογία της προσβαλλομένης ως εξής "... Η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Χ. Σ. δεν δύναται να αναιρέσει τη μετά πλήρους βεβαιότητος διατύπωση επιστημονικής άποψης του πραγματογνώμονος Φ.
Κ.. Ακολούθως δεν εκτιμήθηκε το γεγονός ότι η θανούσα έπασχε από ψυχική νόσο και δη σχιζοθυμία για την οποία είχε νοσηλευτεί και ελάμβανε θεραπευτική αγωγή καθ' όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου της και δη sinequan 25 mg, tavor 2,5 mg, coperidin, stelazine 5 mg, nozinam 25 mg, monitran kai efexor. Σχετικά όμως με το θέμα αυτό ο ανωτέρω ιατροδικαστής που διενήργησε την τοξικολογική εξέταση της θανούσας αναφέρει σ'αυτήν ότι η τελευταία δεν είχε πάρει φάρμακα ναρκωτικά ή αλκοόλ.
Για το ίδιο θέμα η εξετασθείσα στο ακροατήριο καθηγήτρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Χ. Σ. αναφέρει "... Το άτομο εφόσον δεν είχε πάρει φάρμακα, σημαίνει ότι δεν ήταν υπό καταστολή, δεν θα μπορούσε κάποιος να το αρπάξει και να το κάνει ό,τι θέλει". Σε συνέχεια της ρήσεως αυτής ο ίδιος ανωτέρω ιατροδικαστής Φ.
Κ., εξεταζόμενος κατ'αντιπαράσταση με την τελευταία καταθέτει "Στα γενικά συμφωνώ απόλυτα ...". Στη συνέχεια, εν όψει της περικοπής από την απολογία του κατηγορουμένου ότι "... Το φως της τουαλέτας ήταν αναμμένο ... φώναξα "Π.", δεν πήρα απάντηση. Ξαναφώναξα, τίποτα. Ανησύχησα, πήγα να ανοίξω. Είχε βάλει ένα μάνταλο από πίσω που είχαμε και έσπασε η κάσα.
Βρήκε αντίσταση από πίσω η πόρτα ... " και της υπ'αριθμόν 26Α φωτογραφίας που επισκοπήθηκε και δείχνει το μάνταλο από την μέσα πλευρά του μπάνιου καθώς και την σπασμένη κάσα, δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης πώς με συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση εκτιμήθηκαν τα δύο αυτά αποδεικτικά μέσα.
Επίσης δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης εάν με συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση εκτιμήθηκαν από την απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και οι περικοπές ότι "...θυμάμαι ότι ξέμπλεξα το τηλέφωνο από το καλώδιο ..." (πρωτοδίκως επίσης είχε καταθέσει για το ίδιο θέμα " ...Το τηλέφωνο ήταν μαγκωμένο στο καλώδιο ...") και περαιτέρω " ...
Το ένα χέρι ήταν στο στήθος και ακουμπούσε το τηλέφωνο της μπανιέρας" (πρωτοδίκως επίσης είχε καταθέσει "Κρατούσε το τηλέφωνο με το ένα χέρι - το ακουμπούσε - και το άλλο ήταν κάτω ..."), ενόψει του ότι είχε τεθεί κατά τη διάρκεια της δίκης και το θέμα της πιθανής αυτοκτονίας της θανούσας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις και ασάφειες ως προς το κίνητρο του δράστη-κατηγορουμένου για την τέλεση του εγκλήματος, ως προς τον δόλο αυτού και ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
Κατά τη γνώμη δύο μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου και δη του Εισηγητή Κ. Π. και της Κ. Μ. η αναίρεση έπρεπε να απορριφθεί καθόσον με τις ανωτέρω κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,13α, 14, 26 παρ. 1, 27, 51, 53, 79 και 299 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.
Πλέον συγκεκριμένα αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε να σκοτώσει τη σύζυγο του σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τις παραδοχές της απόφασης ότι: "Η θανούσα δεν ήταν ευτυχισμένη από το γάμο της και όπως εκμυστηρεύθηκε στην αδελφή της θα χώριζε από το σύζυγο της, αλλά μετά το γάμο της κόρης τους.
Ο θάνατος της μητέρας της και οι υπόνοιες ότι ο θάνατος προήλθε από βίαιη ενέργεια του συζύγου της, επιβάρυνε το βαρύ κλίμα στις σχέσεις των συζύγων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να γίνεται πιο βίαιος και να φθάσει μέχρι το σημείο να αφαιρέσει τη ζωή της συζύγου του, πιστεύοντας ότι η πράξη του θα περάσει απαρατήρητη από το γιατρό Π.
Π., που κλήθηκε να εξετάσει τη σύζυγο του, και να εκδώσει πιστοποιητικό θανάτου και μη περιμένοντας ότι ο γιατρός θα ειδοποιούσε τις Αρχές για περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως μετά από το προηγούμενο περιστατικό της πεθεράς του..." και ακόμη ότι "ο κατηγορούμενος κληθείς από την αστυνομία το ίδιο βράδυ παρέλειψε σκόπιμα να αναφέρει ότι είχε το καλώδιο τυλιγμένο στο λαιμό της, ώστε ο θάνατος να φανεί ότι είχε προέλθει από παθολογικά αίτια".
Επομένως, αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, που ενήργησε με θετική ενέργεια και ήρεμη ψυχική του κατάσταση κατά τη λήψη της αποφάσεώς του. Περαιτέρω, αναφέρει τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο τέλεσης της ανθρωποκτονίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ενώ αιτιολογεί τον αποκλεισμό της αυτοκτονίας της θανούσας.
Επίσης, προέβη σε αξιολόγηση της έκθεσης νεκροψίας και νεκροτομής και της από 27-7-2009 γνωμάτευσης των Ε. Σ., ιατροδικαστή και Σ. Π., βιολόγου και με συλλογισμούς αναλυτικούς υιοθέτησε την άποψη του συντάξαντος την έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναίρεσε ίο ντα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν, κατά την άποψη της μειοψηφίας, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά πλειοψηφία την υπ'αριθ. 75, 87, 88/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ