Legislator Case Law & Legislation
1761/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal decision due to insufficient reasoning on agency representation.

Case Number 1761/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the appellant's agency status. The appellant argued that specific documents and signatures proved the respondent acted as their agent, a claim the lower court rejected without adequate justification. Consequently, the Supreme Court found the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 575, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's decision lacks sufficient reasoning to justify its rejection of a party's claim regarding agency representation, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure agency representation insufficient reasoning remand for retrial appeal admissibility commercial agency court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4, section g and d of the Code of Civil Procedure
Article 575, paragraph 1, section b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1761 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1761/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε."που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σάμπαλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της .../2009 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6018/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3303/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα, ανέγνωσε την από 20-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Αθανασίου Kαγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2/ 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 180/2014, ΑΠ 1507/2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../25-11-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Π., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3303/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επισπεύθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία, προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου …, τη δικάσιμο της 1-2-2016, για την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.

δ, 129, 136 παρ. 2, 230 παρ. 2, 498, 568 παρ. 4). Κατά την εν λόγω δικάσιμο, στην οποία δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 21-11-2016 (υπ’ αριθ. πιν. 10), κατά την οποία όφειλε να παραστεί, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.

Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 3303/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 2-1-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 6018/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της, που απέρριψε την από 21-12-2009 ανακοπή της και επικύρωσε την ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. .../2009 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσία, δέχτηκε την ως άνω ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την εκδοθείσα, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, ανακοπτόμενη .../2009 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μη ακυρωθέν με την εκκαλουμένη απόφαση μέρος της, ήτοι κατά το ποσό των 449.632,76 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη της απαίτησης και τη δυνατότητα να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔικ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής.

Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ’ αυτών (Ολ.ΑΠ 43/2005, Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 933/2011).

Παράλληλα, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε κατά την έννοια του άρθρου αυτού θεωρείται, εκείνος που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο 447 του ίδιου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη, μόνο, αν το προσκόμισε ο αντίδικός του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ.

Έτσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο, αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή, κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση, κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από τη δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, κατόπιν εντολής και εξουσιοδότησής του, απαιτείται, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται, είτε από το περιεχόμενο των ιδίων τιμολογίων - δελτίων αποστολής, είτε από άλλο συγκεκριμένο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή το συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 1480/2007, ΑΠ 1305/2009).

Η παραπάνω προϋπόθεση επιβάλλεται και από την αρχή της ασφαλείας των συναλλαγών, διότι, διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος αγοραστής δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησής του για αντιπροσωπευτική διάθεση (ΑΠ 1480/2007). Εξάλλου, αν το εκδικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν ακύρωσε αυτή μολονότι κατά την έκδοσή της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούσαν κατά νόμο την έκδοσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 ...4 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 665/2010).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία τα υπόθεσης τα ακόλουθα:

"Με την από 26-11-2009 αίτηση της προς το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "... ΕΠΕ", ζήτησε να εκδοθεί κατά της ανακόπτουσας - εκκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "...", διαταγή πληρωμής για το συνολικό ποσό των 533.495,38 ευρώ, που αντιστοιχεί σε υπόλοιπο τιμήματος των εμπορευμάτων ("... - ανταλλάξιμες και συλλεκτικές κάρτες - φακελάκι των 6 καρτών"), που, όπως ανέφερε στην αίτηση της, της πώλησε.

Με την ως άνω αίτηση της η καθ’ ης η ανακοπή επικαλέσθηκε και συνυπέβαλε προς απόδειξη της κατά της ανακόπτουσας-εκκαλούσας απαίτησης της τα εξής έγγραφα: 1) την από 10-11-2008 σύμβαση αποκλειστικής διανομής εμπορευμάτων, μεταξύ αυτής και της ανακόπτουσας, 2) τα υπό στοιχεία .../12-1-2009, .../14-1-2009, .../19-1-2009, .../21-1-2009, ...27-1-2009, .../9-2-2009, .../13-2-2009 και .../19-2-2009 δελτία αποστολής της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Ε.", που εκδόθηκαν για λογαριασμό της καθ’ ης η ανακοπή, 3) το υπ’ αριθμ. ...2-2009 τιμολόγιο πώλησης της καθ’ ης η ανακοπή προς την ανακόπτουσα και 4) την απευθυνόμενη ενώπιον παντός δικαστηρίου και αρχής, από 3-11-2009, εξώδικη διαμαρτυρία, καταγγελία και δήλωση της καθ’ ης η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../3-11-2009 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Φ.

Ν.). Με βάση τα παραπάνω έγγραφα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό .../2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσόν των 533.495,38 (449.632,76 ευρώ, για οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων + 83.862,62 ευρώ, για ΦΠΑ 19%) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρις την ολοσχερή εξόφληση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Από τα έγγραφα αυτά, όμως, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα αν και τα προαναφερόμενα δελτία αποστολής δεν φέρουν την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσα αλλά τρίτων προσώπων (υπαλλήλων της εταιρίας "..."), τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της καθ’ ης η ανακοπή είχαν εξουσιοδοτηθεί από την ανακόπτουσα για την παραλαβή των εμπορευμάτων, δεν προσκομίσθηκε, μαζί με την αίτηση, έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό) που να αποδεικνύει την εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως απαιτείτο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Τέτοια εντολή και πληρεξουσιότητα δεν αποδεικνύεται από την ως άνω, τεθείσα υπ’ όψη της Δικαστή που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ των διαδίκων, αφού σ’ αυτήν ρητά αναφέρεται, ότι η παράδοση των πωλούμενων προϊόντων, από την καθ’ ης η ανακοπή στην ανακόπτουσα θα γίνεται στις αποθήκες της τελευταίας στο ..., επί της οδού ..., με φροντίδα και έξοδα της πρώτης και μεταφορείς επιλογής της ίδιας, η οποία και θα φέρει κάθε κίνδυνο από την μεταφορά των προϊόντων, μέχρι την παραλαβή τους από την ανακόπτουσα (όρος 4.3 της Σύμβασης), χωρίς να ορίζεται η εταιρία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ" ως εντεταλμένη αντιπρόσωπος της ανακόπτουσας, για την παραλαβή των προϊόντων αυτών. Επομένως, δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα έγγραφα η παραλαβή των εμπορευμάτων από την ανακόπτουσα και, συνακόλουθα, η αποδοχή, εκ μέρους της προκύπτουσας απ’ αυτά οφειλής. Έτσι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη της απαίτησης της καθής η ανακοπή και τη δυνατότητα απόδειξής της με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και, συγκεκριμένα, λόγω μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία αυτή εκδόθηκε... ".

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής για το ανεξόφλητο τίμημα των αναφερομένων σε αυτή πωληθέντων προϊόντων ποσού 449.632,76 (8.250,56 + 441.382,20) ευρώ, δεχόμενο τον πρώτο λόγο της από 21-12-2009 ανακοπής της αναιρεσίβλητης, ακύρωσε, κατά τούτο, την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

‘ Ετσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών στα ουσιώδη ζητήματα της παραλαβής από την αναιρεσίβλητη των προς αυτή πωληθέντων, εμπορευμάτων, καθώς και της αποδοχής της προκύπτουσας από αυτά αντίστοιχης οφειλής της, με την παραδοχή ότι από την προσκομισθείσα σύμβαση διανομής δεν αποδεικνύεται ότι η παραλαβούσα αυτά, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, εταιρεία "..." ενεργούσε για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος της αγοράστριας αναιρεσίβλητης, η οποία όμως παραδοχή είναι ελλιπής, καθόσον τη σχετική κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελίωσε μόνο στο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, απορρίπτοντας χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι την αντιπροσωπευτική εξουσία της παραλαβούσας ως άνω εταιρείας (...

AE) αποδείκνυε η επί των ενδίκων δελτίων αποστολής υπάρχουσα άνωθεν της υπογραφής των αρμοδίων υπαλλήλων της, και συνομολογουμένη από την αναιρεσίβλητη επισημείωση "για λογαριασμό ..., ΑΦΜ ...", σε συνδυασμό με το υπ’ .../2009 τιμολόγιο πώλησης της αναιρεσείουσας που φέρει την υπογραφή του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, ώστε να μην καλύπτεται με πληρότητα το πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής τους.

Συνακόλουθα τούτων, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνη του αριθμού 14 αυτού, είναι βάσιμοι. Επομένως, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι, δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. ...-4-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3303/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ