Supreme Court dismisses appeal against final judgment awarding damages for moral harm due to legal representative's misconduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a non-profit management company against the final judgment of the Patras Court of Appeal. The lower court had accepted the plaintiffs' claim for damages, finding that the company's legal representative committed intentional torts and made false statements, warranting compensation for moral harm. The court rejected the appellant's arguments regarding procedural errors and the sufficiency of the lower court's reasoning, upholding the original decision to award damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 65, 67, 68, 71 of the Commercial Law; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A legal person is liable for the acts of its organs performed within the scope of their duties, and a final judgment awarding damages for moral harm based on established facts is not subject to annulment for lack of clarity if the lower court provided sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1761 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1761/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ-ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Κουνινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. K. του Π., κατοίκου ... και 2. Χ. Σ. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λέων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 715/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 178/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφανίστηκε η 715/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως αόριστη, και στην συνέχεια, μετά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή της, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον κάθε αναιρεσίβλητο το ποσό των 3500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔικ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔικ). Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65,67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν την βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώραν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο και το υπαίτιο όργανο, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) και σχέσης απλής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή αυτών δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα του τρίτου (ΑΠ 22/2009, ΑΠ 27/2009].
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται: α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, β) ότι σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ`αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627 /2009).
3. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεί που απαιτούνται κατά νόμον για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 14 ΚΠολΔικ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά τον νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.
Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν ελήφθη υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως ελήφθη υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής [ΑΠ 1083/2013].
Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. 4. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...... Ο πρώτος ενάγων, ο οποίος είναι μηχανολόγος μηχανικός, είχε προσληφθεί από την εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρία δυνάμει της από 1.2.2002 "συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών",όπως τη χαρακτήρισαν τα συμβληθέντα μέρη, ως τεχνικός σύμβουλος, προκειμένου να εκτελέσει εργασίες υποβοήθησης του έργου της, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που είχε υπογράψει η εναγομένη με την Αναθέτουσα Αρχή (Υπουργείο Ανάπτυξης) και εργάστηκε μέχρι τις 5.1.2006, οπό τε η εναγομένη, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση, της οποίας, όμως, η λήξη είχε συμφωνηθεί για τις 31.12.2008.Ο σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με την έγγραφη καταγγελία, συνίστατο στην ύπαρξη σοβαρών υπονοιών για παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος.
Ακολούθως, ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών τις από 29.11.2005 και 29.3.2006 αγωγές, με τις οποίες, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η καταγγελία της συμβάσεώς τους, ήταν άκυρη, διότι έγινε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου, λόγου.
Με την υπ' αριθ. 433/2008 απόφαση του Εφετείου τούτου κρίθηκε τελεσίδικα ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγόμενη εταιρία ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η καταγγελία αυτής ήταν άκυρη, διότι δεν συνέτρεχε προς τούτο σπουδαίος λόγος. Η δεύτερη από τους ενάγοντες, σύζυγος του πρώτου, είναι πολιτικός μηχανικός από 15ετίας και πλέον, ασκώντας ελεύθερο επάγγελμα και μη συνδεόμενη με καμία απολύτως σχέση με την εναγομένη.
Οι ενάγοντες διατηρούν μαζί τεχνικό γραφείο στην Πάτρα... Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εναγόμενη εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της ..., απέστειλε προς την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, την από 2.6.2006 αναφορά - καταγγελία σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο ..., της οποίας το περιεχόμενο έχει επί λέξει ως εξής: "Ο κ.
Γ. Κ. προσελήφθη στην εταιρεία μας την 1.2. 2002 ως τεχνικός σύμβουλος προκειμένου να εκτελέσει εργασίες υποβοήθησης του έργου της με σχέση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η ανωτέρω από 1.2.2002 σύμβαση καταγγέλθηκε την 5. 1.2006 από την εταιρεία μας για σπουδαίο λόγο. Ο κ. Κ. διατηρεί γραφείο μελετών επί της οδού .... Επειδή υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι ο ανωτέρω έχει διαπράξει φορολογικές παραβάσεις.
Επίσης σας καταγγέλλουμε ότι σε αντίθεση με την μεταξύ μας σύμβαση η οποία απαγορεύει την παροχή υπηρεσιών του ιδίου ή μελών της οικογένειάς του σε επιχειρήσεις που επιδοτούνται της δράσης του Προγράμματος "ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ" το οποίο κατ' εντολή του Υπουργείου Ανάπτυξης διαχειριζόμαστε, ευρέθη το όνομα της συζύγου Χ.
Σ. στο Ισοζύγιο Γενικού Αναλυτικού Καθολικού της εταιρείας ΔΙΕΚΑΤ - ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΒΕΤΕ ότι έχει εισπράξει το ποσό των 9.440 ευρώ. Επισυνάπτουμε κατάσταση επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ενταχθεί στο ανωτέρω πρόγραμμα και ζητάμε την αντιπαραβολή των φορολογικών του στοιχείων (Δ.Π.Υ. κλπ) και της συζύγου του, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν εισπράξει και άλλες τυχόν καταγγελλόμενες από την σύμβαση του αμοιβές.".
Σε συνέχεια της καταγγελίας αυτής, στις 18.1.2007, διενεργήθηκε αιφνιδιαστικός φορολογικός έλεγχος από δύο ελεγκτές της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ) του Υπουργείου Οικονομικών στο ανωτέρω τεχνικό γραφείο των εναγόντων, ο οποίος διήρκεσε δύο ημέρες ...... και ελέγχθηκαν τα φορολογικά βιβλία των ατομικών επιχειρήσεων του καθενός τούτων, χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε σε βάρος τους........
Στο ίδιο αυτό έγγραφο των δύο ελεγκτών, επισημαίνεται, τέλος, ότι αναφορικά με το μνημονευόμενο στην άνω καταγγελία γεγονός ότι απαγορεύεται η παροχή υπηρεσιών σε τρίτους εφόσον επιδοτούνται από προγράμματα "ανταγωνιστικότητας" κατ'εντολή του Υπουργείου Ανάπτυξης, δεν άπτεται των αρμοδιοτήτων της άνω Υπηρεσίας τους, ούτε είναι δυνατό να καταλογιστούν παραβάσεις προς τούτο.
Με το φορολογικό αυτό έλεγχο που έγινε σε βάρος τους, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την ανωτέρω σε βάρος τους καταγγελία της εναγομένης.......Ενόψει των ανωτέρω, η αναφορά - καταγγελία σε βάρος των εναγόντων αποδεικνύεται ψευδής κατά περιεχόμενο ... Με βάση τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται ότι ο Κ. Α., ως νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ.
της εναγόμενης εταιρίας, γνώριζε οπωσδήποτε ότι η σε βάρος των εναγόντων ανωτέρω καταγγελία ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδής και παρόλα αυτά, με την ιδιότητα του αυτή, έδωσε εντολή και εξουσιοδότησε, για λογαριασμό της εναγομένης, τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, να αποστείλει στην ΥΠ.ΕΕ. του Υπουργείου Οικονομικών την επίμαχη έγγραφη αναφορά - καταγγελία, όπως σαφώς και προδήλως συνομολογεί η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της...επιδιώκοντας έτσι να εκθέσει τους ενάγοντες στον κίνδυνο ποινικής διώξεως για τέλεση ποινικού φορολογικού αδικήματος αλλά και να βλάψει την τιμή και την υπόληψη τους ως ατόμων, επιστημόνων και επαγγελματιών, γνωρίζοντας ότι η άνω ενέργεια του μπορούσε να έχει αυτό το αποτέλεσμα, αφού εμφάνιζε αυτούς ενώπιον τρίτων, εν προκειμένω των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Ε., ως εν δυνάμει φοροφυγάδες και να έχουν διαπράξει νομικοκοινωνικό παράπτωμα, επιπλέον δε τη δεύτερη ενάγουσα να έχει τελέσει και άλλο νομικό αλλά και ηθικό παράπτωμα, από την επικαλούμενη [ψευδή ) μη συμμόρφωσή της προς τη συμβατική δέσμευση της, κατά τα προαναφερθέντα...
Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό καθίσταται, εξάλλου, προφανές ότι η άνω ψευδής αναφορά - καταγγελία υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο του πρώτου ενάγοντος, επειδή, δηλαδή, διεκδίκησε με τις πιο πάνω αναφερόμενες από 29.11.2005 και 29.3.2006 αγωγές τα εργασιακά του δικαιώματα, για τα οποία ήδη δικαιώθηκε, όπως αναφέρθηκε, ενώ παράλληλα ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης στόχευε και στο να ευρεθούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, που να δικαιολογούν την απόλυση του εν λόγω ενάγοντος, για δήθεν σπουδαίο στην οποία είχαν προβεί προηγουμένως, κατά τα προεκτεθέντα.
Η εναγομένη, από την πλευρά της, ισχυρίζεται ότι σκοπός της άνω καταγγελίας ήταν να διαπιστωθεί ενδεχόμενη εμπλοκή ή μη του πρώτου ενάγοντος σε ασυμβίβαστες με τη συμβατική του δέσμευση υπηρεσίες, με τελικό σκοπό την προστασία και διαφύλαξη των συμφερόντων της ίδιας, καθώς, όπως υποστηρίζει, υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της για το ότι ο πρώτος ενάγων είχε αναπτύξει επαγγελματικές σχέσεις με επενδυτές και συμβούλους, που είχαν σχέσεις και επαφές με αυτήν (εναγομένη), επικαλούμενη με τις έγγραφες προτάσεις της πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όπως υποστηρίζει, δικαιολογούσαν τις βάσιμες υπόνοιες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αυτός, ουδόλως προσδίδει νόμιμο έρεισμα στην αποστολή της επίμαχης καταγγελίας στην ΥΠΕΕ , καθόσον τα αναφερόμενα στην καταγγελία δεν αφορούσαν σε αντισυμβατική συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος, η οποία ενδεχομένως να επιδείχθηκε εκ μέρους του, αλλά αφορούσαν σε διάπραξη εκ μέρους του δήθεν φορολογικού αδικήματος, πράγμα, βεβαίως, εντελώς διαφορετικό ποιοτικώς, καθώς μία ενδεχόμενη, παροχή υπηρεσιών από την πλευρά του σε επιδοτούμενη επιχείρηση, παρά την περί του αντιθέτου συμβατική του δέσμευση, ουδόλως συνεπάγεται ότι κατ' αυτήν διαπράχθηκε και φορολογική παράβαση.
Άλλωστε, ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με τελεσθέν φορολογικό αδίκημα από οιονδήποτε των εναγόντων. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την κατ' άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος.
Επίσης, ενόψει του γεγονότος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδές γεγονός για τους ενάγοντες, δεν μπορεί η εναγομένη να επικαλεστεί εν προκειμένω, προς ανατροπή της ευθύνης της από την αδικοπραξία του, τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, διατεινόμενη ότι σκοπός της καταγγελίας της ήταν η διαφύλαξη των συμφερόντων της εταιρίας, διότι με τη διάδοση ψευδών γεγονότων δε μπορεί να νοηθεί ότι υπηρετείται κάποιο δικαιολογημένο συμφέρον, απορριπτομένου, συνεπώς, του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης.
Τέλος, αποδεικνύεται ότι από την ανωτέρω αδικοπραξία του συγκεκριμένου καταστατικού οργάνου της εναγόμενης εταιρίας, δηλαδή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμου εκπροσώπου της Κ. Α., την οποία διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σε βάρος των εναγόντων και για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και την εντεύθεν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων κατά τα ανωτέρω, ι τελευταίοι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω του ότι επλήγη η τιμή και η επαγγελματική τους υπόληψη και φήμη.
Πρέπει, συνεπώς, να επιδικαστεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας πρέπει να οριστεί στο ποσό των 3500 ευρώ για καθένα των εναγόντων, πέραν του ποσού των 30 ευρώ, κατά το οποίο επιφυλάχθηκαν τελευταίοι να αξιώσουν από το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, όπως αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και ιδίως του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της απήχησης που είχε αυτή στους τρίτους, της υπαιτιότητας του ως άνω οργάνου της εναγομένης, του επαγγέλματος, της κοινωνικής κατάστασης και της προσωπικότητας των εναγόντων, καθώς και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ...".
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο, που με τις παραπάνω παραδοχές του έκανε μερικώς δεκτή την αγωγή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 63 παρ.1,71,922,57 εδ.α',59 εδ. α', 914 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 362,363 ΠΚ, στις οποίες θεμελιώνεται το αποδεικτικό του πόρισμα, δεδομένου ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου η αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, περιείχε τα ουσιώδη στοιχεία των προαναφερθεισών διατάξεων που την καθιστούσαν ορισμένη κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔικ και είναι αντίστοιχα αυτών που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ήτοι την παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και τον εν γνώσει αυτού ψευδή ισχυρισμό σε βάρος των αναιρεσίβλητων.
Περιείχε δηλαδή τα περιστατικά που απαρτίζουν τη ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ορισμένη, δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Τέλος διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες για τα επιμέρους στοιχεία που έλαβε υπόψη του και που δικαιολογούντα επιδικασθέντα για τον κάθε αναιρεσίβλητο ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτοί υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, [απορρίπτοντας τη σχετική ένστασή της που αυτή νομότυπα είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο] παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο αυτής δεν ορίζονταν με τρόπο σαφή και ορισμένο τόσο οι τυπικές προϋποθέσεις για την επιδίκαση της επί μέρους χρηματικής ικανοποίησης όσο και τα προσδιοριστικά του ύψους και της βλάβης τους στοιχεία καθώς επίσης τις ισχύουσες συνθήκες της προσβολής, το είδος, την ένταση και τις συνέπειες της βλάβης και πως όλα τα ανωτέρω επηρεάζουν την επαγγελματική και εν γένει κοινωνική εξέλιξη των εναγόντων, καθώς και όνομα του υπαίτιου καταστατικού οργάνου της ή το προστηθέν από αυτήν φυσικό πρόσωπο το οποίο βαρύνεται με την τέλεση της επικαλούμενης σε βάρος τους αδικοπραξίας, όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. β] ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εκ του άρθρου 367 ΠΚ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΥΡ. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ" για αναίρεση της 178/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2.700 ] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ