Legislator Case Law & Legislation
1761/2006 AI generated

Supreme Court remands appeal to Plenary Chamber due to unconstitutional restriction of public service bonus to permanent staff only.

Case Number 1761/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remitted the sole ground of appeal to the Plenary Chamber because it found a specific law restricting a public service bonus to permanent employees unconstitutional. The appellants argued that contract staff working under identical conditions in the same region were discriminated against without sufficient public interest justification. The court acknowledged the lower court's finding of discrimination but noted the contested statutory provision itself violated constitutional equality principles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1), 22(1b) of the Constitution; Article 8(5) of Law 2470/1997: A statutory distinction limiting a regional public service bonus exclusively to permanent employees, while excluding contract staff working under identical conditions in the same region, violates the principle of equality before the law and requires review by the Plenary Chamber.

Keywords

AI generated
constitutional equality public service bonus permanent vs contract staff regional employment unconstitutional discrimination remittal to plenary Article 2470/1997

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1b) of the Constitution
Article 8(5) of Law 2470/1997
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 563(2b)(γ) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1761 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1761/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής - Σισμανόγλειον, που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κιόρογλου. Των αναιρεσίβλητων: 1) ..... και 2) ...... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-9-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις 4424/7-7-2006 και 4453/7-7-2006 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Ιωάννη Μαργαρίτη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (ΟλΑΠ 19/2004).

Εξάλλου η αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας, αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ.1εδ. β΄ του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολούμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 13/2003) και επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί από αυτή άλλους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, με τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά την αρχή της ισότητας (άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος).

Τέλος, με το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" χορηγήθηκε επίδομα προβληματικών και παραμεθόριων περιοχών στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που υπηρετούν σε περιοχές, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως προβληματικές και παραμεθόριες και μόνο για όσο χρόνο υπηρετούν σ' αυτές.

Κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού -στις διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι- το προαναφερόμενο επίδομα καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στις ανωτέρω περιοχές λόγω των ιδιαιτεροτήτων που αυτές παρουσιάζουν και αποτελεί κίνητρο για την παραμονή τους στις υπηρεσίες των περιοχών αυτών.

Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του N.1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2085/1992, ορίζεται ότι με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται περιοχές της Χώρας ως προβληματικές λόγω ιδιαιτεροτήτων από άποψη, ιδίως, συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης και ότι αυτές διακρίνονται σε κατηγορία Α΄ ή Β΄ ανάλογα με τον βαθμό προβληματικότητας τους.

Με τη ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30-10-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 667/11-11-1992), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω άρθρου, ο Νομός Ροδόπης καθορίστηκε ως προβληματική περιοχή Α΄ κατηγορίας και με το άρθρο 1 του Ν. 287/1976 ως παραμεθόρια περιοχή. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το προαναφερόμενο επίδομα θεσπίστηκε ως κίνητρο για την προσέλκυση, εγκατάσταση και παραμονή των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που υπηρετούν στον Νομό Ροδόπης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάπτεται με την κατηγορία του υπαλλήλου, αλλά αποκλειστικά με τον τόπο, στον οποίο αυτός υπηρετεί.

Έτσι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει τη χορήγηση του παραπάνω κινήτρου στους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που υπηρετούν στον Νομό Ροδόπης, συντρέχει και για τους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντες στους οργανισμούς αυτούς με τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή στον ίδιο νομό.

Επομένως, η μη χορήγησή του στους εργαζομένους αυτούς εισάγει δυσμενή σε βάρος τους διάκριση έναντι των μόνιμων υπαλλήλων, χωρίς αυτή να επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, που να δικαιολογούν τη διάκριση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά τα έτη 1980 και 1984 αντιστοίχως, προσλήφθηκαν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νοσοκομείο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που εδρεύει στην Κομοτηνή, υπηρετώντας έκτοτε σ' αυτό και παρέχοντας την εργασία τους με τις ίδιες συνθήκες με εκείνες των υπαλλήλων του ίδιου νοσοκομείου, οι οποίοι συνδέονταν με αυτό με σύμβαση εργασίας δημοσίου δικαίου, χωρίς να λάβουν το προαναφερόμενο επίδομα κατά το διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το παραπάνω επίδομα επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους- έκρινε ότι η μη χορήγησή του σ' αυτούς συνιστά αδικαιολογήτως δυσμενή σε βάρος τους διάκριση έναντι των προαναφερόμενων υπαλλήλων του ίδιου νοσοκομείου, για την αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστούν και για τους αναιρεσιβλήτους οι διατάξεις που ισχύουν για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η προαναφερόμενη ειδική ρύθμιση, ώστε να λάβουν και αυτοί το παραπάνω επίδομα.

Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ. 1β΄ του Συντάγματος και 8 παρ. 5 του Ν. 2470/1997 και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Δεδομένου όμως ότι το Τμήμα αυτό, που δικάζει την υπόθεση, κρίνει ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 2470/1997 είναι αντισυνταγματική, κατά το μέρος που περιορίζει την εφαρμογή της μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που υπηρετούν στον Νομό Ροδόπης, o ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β εδ.

γ΄ του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό λόγο της από 1-9-2003 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 69/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ