Legislator Case Law & Legislation
1760/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling due to lack of legal grounds.

Case Number 1760/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Hellenic State's appeal against a First Instance Court decision regarding property ownership. The State argued the property belonged to an unknown owner based on land registry records, while the opposing party claimed long-term possession since 1965. The court rejected the appeal because the lower court properly evaluated evidence of adverse possession and the State's claim lacked legal basis for revocation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on factual disputes or improper evaluation of evidence is inadmissible as it constitutes an impermissible review of the lower court's discretionary assessment.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership inadmissible appeal evidence evaluation Hellenic State Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 143 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 section 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1760 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1760/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους, δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Ι. Β., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 28.12.2022 αίτησης αναίρεσης κατά της 202/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (02.04.2025), και κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την πληρεξούσια δικηγόρο του τελευταίου, ως νομίμου αντικλήτου του, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης της πληρεξουσίας δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 242/2015), κατ' άρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

2.- Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η αρ. 202/2022 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 27.04.2017 κτηματολογική αγωγή αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής (άρθρ. 6 παρ.2 ν. 2664/1998), με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του ακινήτου που περιγράφει σε αυτή λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια και να διορθωθεί η πρώτη κτηματολογική εγγραφή με την οποία το ακίνητο αυτό φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" ώστε να εγγραφεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως δική του ιδιοκτησία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 43/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του εναγόντος-αναιρεσιβλήτου και απέρριψε ως αβάσιμη, την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου - αναιρεσείοντος, ερειδόμενη: α) στην συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την 1026845/1897/0010/30.03.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Δ'/331/20.04.2006), β) στην διαδοχή του Τουρκικού Κράτους από το Ελληνικό Δημόσιο και γ) στον ισχυρισμό περί του δασικού χαρακτήρα τμήματος του επιδίκου εκτάσεως 3.809 τμ.

Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 29.03.2018 έφεσή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, χωρίς να επαναφέρει με αυτή τον πρώτο ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας λόγω συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η 202/2022 απόφαση με την οποία το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της απόφασης αυτής το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 28.12.2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3.- Η άσκηση της αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 ΕθνΚτημ προϋποθέτει, όπως και κάθε μέσο προστασίας, την ύπαρξη δικαιώματος.

Εν προκειμένω απαιτείται η ύπαρξη ολοκληρωμένου δικαιώματος, ήτοι δικαιώματος που έχουν πληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί για την σύστασή του ή εγγραπτέας έννομης σχέσης, με αντικείμενο ακίνητο ή ειδικό ιδιοκτησιακό αντικείμενο, το οποίο δεν εμφανίζεται ή εμφανίζεται εσφαλμένα, ως προς όλα ή ορισμένα στοιχεία του, στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο σύγκρισης της πραγματικής (εξω-κτηματολογικής) με την κτηματολογική κατάσταση του ακινήτου, που συμπίπτει με τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην συγκεκριμένη περιοχή (άρθρ. 1 παρ.3 ΕθνΚτημ). Επομένως, δικαιώματα που για πρώτη φορά συστάθηκαν ή μεταβλήθηκαν μετά τον κρίσιμο χρόνο, τα οποία αποτελούν αντικείμενο μεταγενέστερων εγγραφών, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 ΕθνΚτημ. Αν ασκηθεί μια τέτοια αγωγή ή προβληθούν τέτοιες ενστάσεις για μελλοντικά δικαιώματα απορρίπτονται ως μη νόμιμα. Πράγματι, οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές αποτυπώνουν την νομική κατάσταση των ακινήτων κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της διαδικασίας της κτηματογράφησης και έκδοσης της σχετικής διαπιστωτικής πράξης (άρθρ. 12 Ν.Κτηματογρ), με αποτέλεσμα να είναι ανακριβείς, εάν δεν αποτυπώνουν υπαρκτό δικαίωμα κατά τον χρόνο αυτό.

4.- Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 §1 του ισχύοντος ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", αλλά και του άρθρου 7 §2 του προϊσχύσαντος α.ν. 1731/1939, η συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται από την καταβολή στον δικαιούχο της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης περί της κατάθεσης της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, έκτοτε δε επέρχεται και η κτήση της κυριότητας από τον υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς την ανάγκη άλλης σημείωσης στα βιβλία μεταγραφών.

5.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). "Πράγματα", επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της (ΑΠ 382/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, στον οποίο περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας, ερειδόμενος στην απόκτηση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, τον οποίο, ως ένσταση ιδίας κυριότητας είχε προβάλλει νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (τις προτάσεις του στο οποίο δεν προσκομίζει) και τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο ως εκκαλούν, με την έφεσή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), του δικογράφου της εφέσεως, τέτοιος ισχυρισμός, ο οποίος δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης, δεν περιλαμβάνεται στο εφετήριο ούτε προβλήθηκε στο Εφετείο, με κάποιο νόμιμο τρόπο, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να ασχοληθεί με αυτόν.

Περαιτέρω ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αρ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που ερείδεται στην ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 7 του ν. 2882/2001, από το δικαστήριο της ουσίας, δια της παραλείψεως εφαρμογής της, είναι απαράδεκτος διότι, μετά την αμέσως ανωτέρω παραδοχή, της μη επαναφοράς στο Εφετείο με λόγο έφεσης, από το αναιρεσείον, του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας λόγω συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης, ώστε το Εφετείο να αποφανθεί περί αυτού, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές αυτές της παρούσας απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι αναιρετικοί λόγοι (πρώτος και τρίτος) περιλαμβάνουν μη νόμιμους ισχυρισμούς, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, της κτηματολογικής αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 του ΕθνΚτημ, το ερευνώμενο δικαίωμα θα πρέπει να υπάρχει ολοκληρωμένο, ήτοι ως προς όλες τις, κατά το νόμο, απαιτούμενες προϋποθέσεις σύστασής του, κατά τον χρόνο έναρξης της λειτουργίας του κτηματολογίου στην συγκεκριμένη περιοχή, [εν προκειμένω στην Αλόννησο όπου αυτή έλαβε χώρα στις 12.7.2006 (ΦΕΚ 899 Β')], άλλως η καταγραφή είναι ανακριβής.

Η δε απαλλοτρίωση στην οποία το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιχειρεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του, περί ιδίας κυριότητας λόγω ολοκλήρωσής της, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή κηρύχθηκε το 2006 και συντελέστηκε με την παρακατάθεση της αποζημίωσης των δικαιούχων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το έτος 2014, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του ερευνώμενου. 6.- Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθ. 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα".

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019). Σε κάθε περίπτωση για να ιδρυθεί ο λόγος, πρέπει η επίκληση του εγγράφου να έγινε ως αποδεικτικού στοιχείου και όχι προς συναγωγή επιχειρήματος προς ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 1539/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο αφενός μεν, προσέδωσε στην από 5.5.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. συζ. Ν. Κ., μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που πράγματι είχε, αφετέρου δε ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο δημόσιο έγγραφο, που το αναιρεσείον προσκόμισε νομότυπα μετ' επικλήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, της Περιφερειακής διεύθυνσης δημόσιας περιουσίας Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος με αριθμό πρωτ. ....2017 και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα ήτοι:

α)κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου, β)κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, γ)την με αριθμό ... ανακοίνωση παρακατάθεσης της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης. Ο λόγος αυτός, ως προς το δεύτερο σκέλος του (σχετικά με τα δημόσια) έγγραφα είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο από το αναιρεσείον, ως αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο δυνάμει απαλλοτρίωσης και όχι μόνο προς συναγωγή επιχειρήματος υπέρ της κτήσης κυριότητας με τον παραπάνω πρωτότυπο τρόπο και προς ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων.

Επιπλέον από τις κρίσιμες, για το ζήτημα αυτό, παραδοχές της προσβαλόμενης απόφασης που έχουν επί λέξει ως ακολούθως και η οποία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα κατόπιν συνεκτίμησης όλων των αποδεικτικών μέσων (ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων) που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα μετ' επικλήσεως στο Εφετείο (σελ. 15 της προσβαλλόμενης) : "Η συνεχής άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους του ενάγοντος στο ανωτέρω ακίνητο αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση της ανωτέρω μάρτυρα απόδειξης, Ε.

συζύγου Ν. Κ., και είχε ως συνέπεια να αποκτήσει ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία και να θεωρείται από τους περιοίκους και τους λοιπούς συμπολίτες του ως ιδιοκτήτης (κύριος) του ακινήτου αυτού, γεγονός που συνάγεται από το περιεχόμενο των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στην ένδικη αγωγή λεπτομερώς, ήτοι: 1.

Από το αντίγραφο της πρώτης σελίδας του κτηματολογικού πίνακα απαλλοτριωθέντων ακίνητων για την κατασκευή του έργου Λιμνοδεξαμενή "ΚΑΣΤΑΝΙΑ" Αλοννήσου Μαγνησίας, τον οποίο συνέταξε η Κτηματική Υπηρεσία Μαγνησίας. Στον ανωτέρω πίνακα αναγράφεται ότι ο ενάγων είναι φερόμενος ιδιοκτήτης της επίδικης εδαφικής έκτασης (ελαιώνα), απαλλοτριούμενης έκτασης κατά τον παραπάνω κτηματολογικό πίνακα, εμβαδού 1.260 τ.μ., η οποία κείται στην Καστανιά Αλοννήσου και περιέχει δώδεκα μεγάλα ελαιόδεντρα.

Η προαναφερθείσα απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την υπ' αριθμόν 1026845/1897/ 0010/30.03.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, (αριθμός ΦΕΚ 331/20.04.2006 τεύχος Δ'). 2. Από το αντίγραφο της από 23.03.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 95/23.03.2010 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (διαδικασία απαλλοτριώσεων), με την οποία υποβλήθηκε αίτημα για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα της απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση.

Μεταξύ των καθ' ων η ανωτέρω αίτηση (υπ' αριθμόν 95/2010), για τις ιδιοκτησίες των οποίων ζητήθηκε να καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, περιλαμβάνεται και ο ενάγων, Δ. Α. του Κ., ως φερόμενος ιδιοκτήτης του ήδη επίδικου ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ 350142501060. 3. Από την υπ' αριθμόν 1037/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία απαλλοτριώσεων), με την οποία υποβλήθηκε αίτημα για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα της απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση.

Μεταξύ των καθ' ων η ανωτέρω αίτηση (υπ' αριθμόν 1037/2011), για τις ιδιοκτησίες των οποίων ζητήθηκε να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, περιλαμβάνεται και o ενάγων, Δ. Α. του Κ., ως φερόμενος Ιδιοκτήτης του ήδη επίδικου ακινήτου (ελαιώνα) με αριθμό ΚΑΕΚ 350142501060. Μετά την κήρυξη της περιοχής του Δήμου Αλοννήσου νομού Μαγνησίας στις 12.07.2006 σε κτηματογράφηση ο ενάγων δεν μπόρεσε να δηλώσει το ανωτέρω ακίνητο ως ιδιοκτησία του (με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία) και το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να διενεργηθούν οι πρώτες εγγραφές και να καταρτιστούν οι κτηματολογικοί πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα και να λάβει το ανωτέρω ακίνητο τον αριθμό ΚΑΕΚ 350142501060/0/0, αλλά το ακίνητο εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία και στους κτηματολογικούς πίνακες με την ένδειξη ότι ανήκει στην κυριότητα αγνώστου κυρίου (ιδιοκτήτη) και με την εξής παρατήρηση: "σημείωση σύμφωνα με το άρθρο 17 τον Ν. 2282/2001 του Κώδικα περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων υπέρ τον Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος Α.

Δ. τον Κ.". Η ανωτέρω πρώτη εγγραφή ως προς τον κύριο του επίδικου ακινήτου είναι ανακριβής, διότι από όσα αναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε και ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος εξαιτίας έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτός ασκεί στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής επί χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των είκοσι ετών, από το έτος 1965 και μετέπειτα, συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί από οποιονδήποτε κατά την άσκηση αυτών των πράξεων νομής και χωρίς να αποβληθεί οποτεδήποτε από τη νομή του ανωτέρω ακινήτου.

Η διαδικασία κτηματογράφησης των ακινήτων της περιοχής του Δήμου Αλοννήσου περαιώθηκε πλέον και η διαδικασία καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο Κτηματολογικό Γραφείο του Δήμου Σκοπέλου ολοκληρώθηκε." (σελ. 17-19 της προσβαλλόμενης), προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, είναι και αβάσιμος, διότι από τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει αναμφίβολα, ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, με τον προσήκοντα τρόπο και με την αποδεικτική δύναμη που ο νόμος αποδίδει σε αυτά, καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από το συνδυασμό των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα παραπάνω δημόσια έγγραφα, αξιολογώντας τα υπέρ του αναιρεσιβλήτου- εφεσιβλήτου- ενάγοντος, καθόσον δεν υπήρχε, προς έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας, λόγος έφεσης περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Δημοσίου δυνάμει αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στην ένορκη βεβαίωση της Ε.

Κ., δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, διότι η εκτίμηση αυτή ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Εφετείου.

Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός ως προς όλες του τις αιτιάσεις είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας (εκ του αρ.12 του άρθρ.559 ΚΠολΔ), πλήττεται μέσω πραγματικών επιχειρημάτων αντίθετων προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, καθώς και μέσω αιτιάσεων αναγόμενων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης και οδηγεί σε ανεπίτρεπτο αναιρετικά έλεγχο της απόφασης του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατόπιν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, ελλείψει σχετικού αιτήματος του απολειπομένου αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.12.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 202/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ