Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, ordering municipality to pay damages to former employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the municipality's appeal against a final labor dispute judgment rendered by the Athens Court of First Instance. The plaintiffs, former employees, had sued the municipality for unpaid wages and benefits following a procedural dispute where the initial judgment was issued in absentia. The court found the lower court's decision legally flawed and ordered the municipality to pay specific monetary amounts to each plaintiff along with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1), 664-674 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final labor dispute judgment if the lower court erred in applying procedural rules or substantive law, thereby overturning the previous decision and ordering the defendant to pay the awarded damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1760 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1760/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσιβλήτου: οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΑΦΝΗΣ - ΥΜΗΤΤΟΥ", που εδρεύει στη Δάφνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ντούρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 2.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 4.Β. Ζ. του Τ., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Καμπουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1311/2020 μη οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν της 4/2021 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου στο Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η 6043/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 17-11-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 17-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9554-940/20-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 6043/28-11-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 4-2-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 471/8-2-2016 έφεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της υπ' αριθμό 436/10-2-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του αρχικά εναγομένου, Δήμου Υμηττού, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015) επί της από 2-8-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 147734-4904/12-8-2010 αγωγής τους κατά του αρχικά εναγομένου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Υμηττού" και έδρα τον Υμηττό Αττικής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - επειδή η αναιρεσιβαλλομένη, όπως ομολογείται (άρθρα 573 παράγραφος 1, 591 παράγραφος 1 και 261 ΚΠολΔ), δεν επιδόθηκε - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), διότι προσκομίζεται και η υπ' αριθμό 156/15-11-2023 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος, Δήμου Δάφνης-Υμηττού, η οποία απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 1 περίπτωση ι' του ν. 3852/2010 για να είναι παραδεκτή η άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).
2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι, όπως και τρίτα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι διάδικα στην παρούσα αναιρετική δίκη, στην από 2-8-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 147734-4904/12-8-2010 αγωγή τους - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχαν στρέψει κατά του αρχικά εναγομένου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Υμηττού", το οποίο είχε την έδρα του στον Υμηττό Αττικής, εξέθεσαν τα εξής:
Ότι είχαν καταρτίσει με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και έδρα την Αθήνα και το εναγόμενο τα από 15-10-2007, 29-11-2007, 15-10-2007 και 28-11-2007 συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στις υπηρεσίες του εναγομένου.
Ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. είχε συμβληθεί με την ιδιότητα του υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, ενώ το εναγόμενο με την ιδιότητα του φορέα υλοποίησης του προγράμματος. Ότι από τις ημεροχρονολογίες που προαναφέρθηκαν απασχολούντο σε συγκεκριμένες υπηρεσίες του εναγομένου ο καθένας ανάλογα με την ειδικότητά του. Ότι το εναγόμενο στην πραγματικότητα τους απασχολούσε εξαρχής για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του.
Ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους είχαν χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι συνεπώς το εναγόμενο είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτούς τις διαφορές των αποδοχών που λάμβαναν με εκείνες που κατέβαλλε σε άλλους εργαζομένους σε αυτό, τους οποίους απασχολούσε με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι, τέλος, το εναγόμενο τους απέλυσε ακύρως, όπως ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή.
Με το ιστορικό αυτό αιτήθηκαν να αναγνωρισθεί, πρώτον, ότι εργοδότης τους ήταν το εναγόμενο, ότι συνδέονταν με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι η απόλυσή τους ήταν άκυρη και, δεύτερον, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να απασχολεί αυτούς στη θέση, την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη με βάση τα τυπικά τους προσόντα και - μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό - να υποχρεωθεί και να αναγνωρισθεί κατά περίπτωση η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον καθένα από αυτούς συγκεκριμένα ποσά για διαφορές νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επιμέρους ποσό είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και επικουρικά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.
Οι αναιρεσίβλητοι αιτήθηκαν, επικουρικά, για την περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτό ότι δεν συνδέονται με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διότι κατά την κατάρτισή της δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, να υποχρεωθεί και κατά περίπτωση να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο είχε αποκομίσει από την παροχή της εργασίας τους σε αυτό ισόποση ωφέλεια, την οποία όφειλε να αποδώσει σε αυτούς νομιμότοκα κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως ειδικότερα είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση ερήμην του εναγομένου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 436/10-2-2014 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και ως προς την επικουρική της σιωπηρά.
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 4-2-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 471/8-2-2016 κοινή έφεση - την οποία έστρεψαν κατά του ήδη αναιρεσείοντος ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου - για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους εναντίον του.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε αρχικά αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμό 1311/26-2-2020 μη οριστική απόφαση, με την οποία διέταξε την αναβολή της συζήτησης της έφεσης (άρθρα 524 παρ. 1 σε συνδυασμό με 249 εδάφιο α του ΚΠολΔ), εωσότου εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία στα πλαίσια άλλης δίκης θα έκρινε ζήτημα που αποτελούσε αντικείμενο και της δίκης που εκκρεμούσε ενώπιόν του.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θα έκρινε συγκεκριμένα αν εργαζόμενοι που είχαν παράσχει τις υπηρεσίες τους σε δημόσιους φορείς σε εκτέλεση άκυρων μη γνησίων συμβάσεων μαθητείας ("stage") μπορούσαν να απαιτήσουν από αυτούς κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας - την οποία είχαν αποκομίσει οι φορείς που προαναφέρθηκαν από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι είχαν παράσχει σε αυτούς εργασία - και, ειδικότερα, των χρηματικών παροχών που θα κατέβαλλαν σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσαν στην ίδια θέση και θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης.
Μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 4/2021 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία επέλυσε καταφατικά το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, οι αναιρεσίβλητοι με την από 20-1-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 603-442/2022 κλήση τους επέσπευσαν νόμιμα νέα συζήτηση της έφεσής τους. Μετά από αυτό το Μονομελές Εφετείο δίκασε την έφεση, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 6043/28-11-2022 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει και στην ουσία της την έφεση ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο είχε απορριφθεί σιωπηρά η επικουρική βάση των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.
Η αναιρεσιβαλλομένη, ειδικότερα, δέχθηκε (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεχόμενο ότι η σύμβαση η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η οποία καταρτίσθηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998 προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγοντες επαγγελματική εμπειρία και κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης και αποτελεί ως εκ τούτου γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (...) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (...).
Ετσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, καθόσον, σύμφωνα με τη προηγούμενη μείζονα σκέψη, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα των προσλαμβανομένων εκκαλούντων-εναγόντων βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.
προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το εφεσίβλητο-εναγόμενο δημόσιο νομικό πρόσωπο, ως καθιστάμενο εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερο, υποχρεούται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος. (...).
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της διάταξη που αφορά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να διακρατηθεί η ένδικη αγωγή και να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της. Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση, που έχει ως αίτημα να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας των εκκαλούντων - εναγόντων ήταν άκυρη, το εκκαλούν-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτών κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν (...). [A]ποδεικνύονται τα ακόλουθα (...): Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες κατήρτισαν με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και το εφεσίβλητο-εναγόμενο ΝΠΔΔ, Πρωτοβάθμιο ΟΤΑ, με την επωνυμία "Δήμος Δάφνης-Υμηττού", τα από 19-9-2007, 26-11-2007, 19-9-2007 και 21-11-2007 συμφωνητικά συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στις Υπηρεσίες και Φορείς του εφεσίβλητου εναγομένου και νυν εφεσίβλητου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα οποία ο μεν ΟΑΕΔ συμβλήθηκε με την ιδιότητα του υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, το δε εφεσίβλητο-εναγόμενο, με την ιδιότητα του φορέα υλοποίησης του προγράμματος.
Ειδικότερα, το εφεσίβλητο-εναγόμενο, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τον 1° εκκαλούντα - ενάγοντα ειδικότητας ΠΕ-ΤΕ Διοικητικού, για χρονικό διάστημα με έναρξη από 15-10-2007 έως 14-4-2009 και από 22-5-2009 έως και 21-5-2010, την 2η εκκαλούσα-ενάγουσα, ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, για χρονικό διάστημα με έναρξη από 29-11-2007 έως 28-5-2009 και από 29-5-2009 έως και 1-6-2010, την 3η εκκαλούσα-ενάγουσα, ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, για χρονικό διάστημα με έναρξη από 15-10-2007 έως 14-4-2009 και από 22-5-2009 έως και 21-5-2010 και την 4η εκκαλούσα-ενάγουσα, ειδικότητας ΠΕ-ΤΕ Διοικητικού, για χρονικό διάστημα με έναρξη από 28-11-2007 έως 27-5-2009 και από 28-5-2009 έως και 27-5-2010, δίχως προσδιορισμό τμήματος και ακριβή περιγραφή θέσης εργασιακής εμπειρίας.
Αντιστοίχως, οι εκκαλούντες-ενάγοντες, με τα ίδια ως άνω ως συμφωνητικά, ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.
Το ημερήσιο ωράριο συμφωνήθηκε να μην υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ, η ημερήσια αποζημίωση, όχι όμως για παραπάνω από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, καθορίστηκε στο ποσό των τριάντα (30,00) Ευρώ για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και στο ποσό των είκοσι πέντε (25,00) Ευρώ για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και τους απόφοιτους ΤΕΑ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β' Κύκλου και Λυκείων Γενικής Εκπαίδευσης.
Οι εκκαλούντες-ενάγοντες, στα πλαίσια των προαναφερθέντων συμφωνητικών συνεργασίας, τοποθετήθηκαν και παρέμειναν στις υπηρεσίες του εφεσίβλητου- εναγομένου, μέχρι τη λήξη των παραπάνω χρονικών διαστημάτων. Ωστόσο, παρά τον αναγραφόμενο στα συμφωνητικά συνεργασίας σκοπό κατάρτισης αυτών ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και στην εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον των υπηρεσιών και φορέων του Ελληνικού Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες- ενάγοντες απασχολήθηκαν, όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών του εφεσίβλητου-εναγομένου, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους, υπαγόμενοι επιπλέον και στο έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης στις οδηγίες και εντολές αυτές.
Ειδικότερα, όλοι οι εκκαλούντες- ενάγοντες, κατά τα ανωτέρω διάστημα των μηνών απασχόλησης, εργάστηκαν από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί 7 ώρες ημερησίως και ειδικότερα: Ο πρώτος εκκαλών-ενάγων στο λογιστήριο και το τμήμα εσόδων-εξόδων του Δήμου Υμηττού Αττικής και τα καθήκοντά του ήταν αυτά της έκδοσης χρηματικών ενταλμάτων, της συναλλαγής με Δημόσιες Υπηρεσίες, της χρήσης Η/Υ και του ελέγχου της συμφωνίας ταμείου και τραπεζικών λογαριασμών, η 2η εκκαλούσα-ενάγουσα στο Δήμο Υμηττού Αττικής και τα καθήκοντά της ήταν αυτά της τήρησης, επιμέλειας, αρχειοθέτησης και έκδοσης μισθοδοσίας στο τμήμα προσωπικού, της γραμματειακής υποστήριξης στα διάφορα τμήματα του δήμου, της εξυπηρέτησης πολιτών και της κάλυψης αναγκών στο τηλεφωνικό κέντρο, η 3η εκκαλούσα-ενάγουσα στο Δήμο Υμηττού Αττικής και τα καθήκοντά του ήταν αυτά της γραμματειακής υποστήριξης στα γραφεία δημάρχου και αντιδημάρχου, της εξυπηρέτησης πολιτών και της κάλυψης αναγκών στο τηλεφωνικό κέντρο του τμήματος προσωπικού, στο δημοτολόγιο, το ληξιαρχείο και τη νομική υπηρεσία και η 4η εκκαλούσα-ενάγουσα στο Δήμο Υμηττού Αττικής και τα καθήκοντά της ήταν αυτά της χρήσης Η/Υ, της εξυπηρέτησης πολιτών, της σύνταξης εγγράφων και της γραμματειακής υποστήριξης.
Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκησε η "άσκηση" των εναγόντων, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτούς με το εναγόμενο - εφεσίβλητο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως μαθητείας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και οι εκκαλούντες-ενάγοντες να δικαιούνται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το εφεσίβλητο-εναγόμενο ΟΤΑ θα κατέβαλε σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν οι εκκαλούντες-ενάγοντες γνώριζαν την ακυρότητα της, σύμβασης εργασίας (...).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές απασχολούμενου υπαλλήλου στις διοικητικές υπηρεσίες του εφεσίβλητου-εναγομένου ΟΤΑ με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες με τους ενάγοντες και υπό τις αυτές συνθήκες, καθοριζόμενες από τα άρθρα 5 παρ. α' και β' και 7 παρ.2 και 3 ν. 3205/2003, 6 παρ. 1 ν. 3670/2008 αποτελούντο από τους βασικούς μισθούς του εισαγωγικού 17° και 18° ΜΚ, το κίνητρο απόδοσης και το επίδομα ειδικής απασχόλησης άρθρου 8 του ν. 3205/2003, το οποίο εν προκειμένω θα ελάμβαναν οι απασχολούμενοι με έγκυρες συμβάσεις με τα ίδια προσόντα και ικανότητες των εκκαλούντων-εναγόντων.
Συγκεκριμένα, οι μηνιαίες αποδοχές για τον 1° εκκαλούντα-ενάγοντα (Διοικητικός Υπάλληλος ΠΕ) ορίζονταν στα 660 Ευρώ μηνιαίως (30 Ευρώ ημερησίως επί 22 ημέρες εργασίας μηνιαίως) και για τους λοιπούς εκκαλούντες-ενάγοντες (Διοικητικοί Υπάλληλοι ΔΕ), ορίζονταν στα 550 Ευρώ μηνιαίως (25 Ευρώ ημερησίως επί 22 ημέρες εργασίας).
Επομένως, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στις αποδοχές, για τον υπολογισμό της ωφέλειας, τα έξοδα κίνησης, που χορηγείται υπό προϋποθέσεις που δεν πληρούσαν εν προκειμένω οι εκκαλούντες ενάγοντες, οι αξιώσεις των εκκαλούντων- εναγόντων διαμορφώνονται ως ακολούθως : 1) Για τον πρώτο εκκαλούντα-ενάγοντα, κατηγορία ΠΕ (...) συνολικό ποσό των 14.020 ευρώ (...). 2) Για την δεύτερη εκκαλούσα ενάγουσα, κατηγορία ΔΕ (...) συνολικό ποσό των 11.736 ευρώ, (...) 3) Για την τρίτη εκκαλούσα ενάγουσα, κατηγορία ΔΕ (...) συνολικό ποσό των 10.141 ευρώ (...). 4) Για τη τέταρτη εκκαλούσα-ενάγουσα, κατηγορία ΔΕ (...) συνολικό ποσό των 11.736 Ευρώ (...).
Τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία κατέστη πλουσιότερο το εφεσίβλητο εναγόμενο, υποχρεούται το τελευταίο να αποδώσει, ως ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία των εκκαλούντων εναγόντων, καθόσον τα ίδια ποσά θα αναγκαζόταν να καταβάλει αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση για την ίδια εργασία άλλα πρόσωπα με τα ίδια προσόντα και ικανότητες με αυτά των εναγόντων, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκαν με απλή σχέση εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το εναγόμενο και Α) να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει για μισθολογικές διαφορές των ετών 2009 και 2010: 1) στον πρώτο ενάγοντα (...) το ποσό των 10.677 ευρώ (...), 2) στη δεύτερη ενάγουσα (...) ποσό των 9.266 ευρώ (...), 3) στη τρίτη ενάγουσα (...) ποσό των 7.671 ευρώ (...) και 4) στη τέταρτη ενάγουσα (...) ποσό των 9.266 ευρώ (...) και Β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει (...) 1) στον πρώτο ενάγοντα (...) ποσό των 3.343 ευρώ, 2) στη δεύτερη ενάγουσα (...) ποσό των 2.470 ευρώ, 3) στην τρίτη ενάγουσα (...) ποσό των 2.470 ευρώ και 4) στην τέταρτη ενάγουσα (...) ποσό των 2.470 Ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω, με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επομένη επίδοσης της αγωγής (...)".
3.α. Από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν, όμως, η αιτία αυτή δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη (...).
Στην περίπτωση αυτή αν ο ενάγων-εργαζόμενος με αγωγή του κατά του εναγομένου-εργοδότη αναζητεί από αυτόν ευθέως την ωφέλεια που αποκόμισε από την παροχή εργασίας σε αυτόν, επειδή η σύμβαση που είχαν καταρτίσει έπασχε από ακυρότητα, πρέπει να αναφέρει στην αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 α του ΚΠολΔ τους λόγους για τους οποίους η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη και συνεπώς η ωφέλεια που είχε αποκομίσει ο εργοδότης δεν ήταν νόμιμη.
Αν όμως ο ενάγων-εργαζόμενος ασκεί την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αναβλητική αίρεση ότι θα απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του κατά του εργοδότη από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί να επικαλείται σε αυτή ότι η σύμβαση εργασίας την οποία είχε καταρτίσει με τον εναγόμενο-εργοδότη ήταν άκυρη, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκθέτει σε αυτή και τους λόγους στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, επειδή στην περίπτωση αυτή η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η κύρια βάση της αγωγής - που θεμελιώνεται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας - απορριφθεί, διότι η σύμβαση έπασχε από ακυρότητα για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος - είτε μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε μετά από παραδοχή ένστασης, την οποία υπέβαλε ο εναγόμενος-εργοδότης - διαγνώσθηκε ήδη στην ίδια δίκη κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής και είναι για το λόγο αυτό δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 300/2022).
Η διάταξη περαιτέρω του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) 8 περ. β αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.". "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και θεμελιώνουν - εκτός άλλων και - την ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022).
Ο αναιρετικός επομένως αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν προβάλλονται ισχυρισμοί που δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 69/2013). Στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης - τα οποία συμπληρώνονται - το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 106 του ΚΠολΔ, διότι αφ'ενός μεν επιδίκασε περισσότερο, από όσα οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με την επικουρική βάση της αγωγής τους, αφ'ετέρου δε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε συνεπώς στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Το αναιρεσείον εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 436/10-2-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διάταξή της με την οποία είχε απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και δίκασε την υπόθεση στην ουσία της, υποχρέωσε και αναγνώρισε κατά περίπτωση την υποχρέωσή του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τις επίδικες αποδοχές κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), επειδή δέχθηκε ότι οι μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι είχαν καταρτίσει με το δικαιοπάροχό του, έπασχαν από ακυρότητα, όχι, όμως, επειδή δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος για την κατάρτισή τους, όπως είχαν ισχυρισθεί στην αγωγή τους για να θεμελιώσουν την επικουρική της βάση, αλλά για άλλο λόγο, τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επικαλεσθεί σε αυτή.
Από την επισκόπηση σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ της από 2-8-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 147734-4904/12-8-2010 αγωγής (σελ. 61 επ.), την οποία είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι είχαν αιτηθεί - με την ενδοδιαδικαστική αναβλητική αίρεση ότι η κύρια βάση της αγωγής τους απορριπτόταν, επειδή οι συμβάσεις τους με το "Δήμο Υμηττού" δεν είχαν καταρτισθεί εγγράφως και συνεπώς έπασχαν από ακυρότητα - να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει σε αυτούς τις επίδικες αξιώσεις κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ.
ΑΚ). Το Μονομελές Εφετείο περαιτέρω, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμό 436/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο είχε απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την αγωγή ως προς την ίδια βάση ως παραδεκτή, νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στους ήδη αναιρεσιβλήτους τις επίδικες αποδοχές σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το αναιρεσείον με απλές σχέσεις εργασίας, διότι οι μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας - τις οποίες είχαν καταρτίσει με το "Δήμο Υμηττού" κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 παράγραφος 1 εδάφια α και β - που είχε προστεθεί στην παράγραφο 1 της ίδιας διάταξης με το άρθρο 6 παράγραφος 8 ν. 2956/2001 - 15 εδάφια α και β του ν. 2639/1998 και του άρθρου 14 παράγραφος 2 περίπτωση κα' του ν. 2190/1994, τα οποία ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο - απέβλεπαν όχι στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου με συνέπεια να μην μπορούν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επειδή σε διαφορετική ενδεχομένως περίπτωση οι συμβάσεις αυτές θα έπασχαν από ακυρότητα ως αντίθετες στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και του π.δ. 164/2004.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι για το λόγο που προαναφέρθηκε οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να αξιώσουν την ωφέλεια που είχε αποκομίσει το αναιρεσείον από την απασχόλησή τους σε αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Η αναιρεσιβαλλομένη συνεπώς πράγματι δέχθηκε ότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν άκυρες για λόγο, όμως, τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή τους.
Οι αναιρεσίβλητοι, ωστόσο, δεν είχαν υποχρέωση να αναφέρουν στην αγωγή τους για να θεμελιώσουν την επικουρική βάση της και για ποιο λόγο οι συμβάσεις τους έπασχαν ενδεχομένως από ακυρότητα, επειδή το ζήτημα αυτό θα αποτελούσε αντικείμενο διάγνωσης - είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από ένσταση του αρχικά εναγομένου στην πρωτοβάθμια δίκη- κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής και συνεπώς θα ήταν δεδομένο κατά την έρευνα της επικουρικής της βάσης, η οποία είχε ασκηθεί με την ενδοδιαδικαστική αναβλητική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής (άρθρα 591 παρ. 1, 216 παρ. 1 α, 219 παρ. 1 ΚΠολΔ και 904 επ.
ΑΚ). Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση πράγματι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό που δεν εκτίθετο στην αγωγή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς με την προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 και 106 του ΚΠολΔ και επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, όπως αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής του, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 21 του κ. ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 109 εδάφιο δ' του ΕισΝΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πόσης του δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/24.4.2019 "το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΜΚΟ), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΜΚΟ), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της § 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013, β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος". Η ανωτέρω παράγραφος, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ν. 4607/2019 εφαρμόζεται "(...) και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", δηλαδή από 1-5-2019 και εφεξής (ΑΠ 312/2022).
Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 276 παράγραφος 3 του ν. 3463/2006 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" και επί οφειλών των Ο.Τ.Α. έναντι τρίτων. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την επικουρική βάση της αγωγής ως βάσιμη και στην ουσία της και α) υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.677 Ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 9.266 Ευρώ, στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.671 Ευρώ και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 9.266 Ευρώ νομιμότοκα με επιτόκιο 6% ετησίως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και β) αναγνώρισε τη υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσό των 3.343 Ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ποσό των 2.470 Ευρώ, στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 2.470 Ευρώ και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.470 Ευρώ με ποσοστό 6 % ετησίως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής έως και την πλήρη εξόφληση.
Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς πράγματι στην προκειμένη περίπτωση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/24-4-2019, την οποία δεν εφήρμοσε, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, διότι υποχρέωσε και αναγνώρισε κατά περίπτωση την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά που προαναφέρθηκαν εντόκως με επιτόκιο 6% ετησίως έως τη εξόφληση και όχι νομιμότοκα με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως και 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής έως την εξόφληση, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε. 4.
Μετά από αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο το αναιρεσείον είτε υποχρεώθηκε, είτε αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά που προαναφέρθηκαν έντοκα με επιτόκιο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, αν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της με βάση την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση επί της ουσίας να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1262/2023).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος δεν υπάρχει και στην προκειμένη περίπτωση, διότι το αίτημα των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο και το Μονομελές Εφετείο, αν η υπόθεση παραπεμφθεί ενώπιόν του για περαιτέρω εκδίκαση, θα δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του επιτοκίου με βάση το οποίο θα υπολογισθούν οι τόκοι που οφείλονται.
Στην υπό κρίση περίπτωση επομένως υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης που αναιρέθηκε πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο. Μετά από αυτό πρέπει α) να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα ποσό των 10.677 Ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα ποσό των 9.266 Ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα ποσό των 7.671 Ευρώ και στην τέταρτη ενάγουσα ποσό των 9.266 Ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα ποσό των 3.343 Ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα ποσό των 2.470 Ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα ποσό 2.470 Ευρώ και στη τέταρτη ενάγουσα ποσό 2.470 Ευρώ με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως και την 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής έως και την πλήρη εξόφληση.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - το οποίο διεξήγαγε τη δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δια πληρεξουσίου Δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις - τόσο της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και της δίκης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 191 παρ. 2, 183 του ΚΠολΔ και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 6043/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 2-8-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 147734-4904/12-8-2010 αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά του αρχικά εναγομένου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Υμηττού" και έδρα τον Υμηττό Αττικής
Υποχρεώνει το αναιρεσείον ως οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικά εναγομένου, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Υμηττού" και έδρα τον Υμηττό Αττικής, να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα ποσό δέκα χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα επτά (10.677) Ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό εννέα χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (9.266) Ευρώ, στην τρίτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό επτά χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα ενός (7.671) Ευρώ και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό εννέα χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (9.266) Ευρώ νομιμότοκα με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως και την 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής έως και την πλήρη εξόφληση
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Υμηττού" και έδρα τον Υμηττό Αττικής, να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα ποσό τριών χιλιάδων τριακοσίων σαράντα τριών (3.343) Ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα (2.470) Ευρώ, στην τρίτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα (2.470) Ευρώ και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ποσό δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα (2.470) Ευρώ νομιμότοκα με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως και την 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής έως και την πλήρη εξόφληση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει για την παρούσα αναιρετική δίκη στο ποσό των εννιακοσίων (900) Ευρώ και, επιπλέον, για τις δίκες που διεξήχθησαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ