Legislator Case Law & Legislation
1760/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on loan restructuring interest claims.

Case Number 1760/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of First Instance's judgment regarding a loan restructuring agreement. The appellant argued that interest charges applied to a period before the new contract was signed and that the bank failed to apply favorable government decrees. The court rejected these claims, ruling that the interest was validly calculated for the relevant period and that the appellant had voluntarily accepted the new terms without objection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a judgment on loan restructuring is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court erred in applying the law regarding interest calculations or the validity of the new contract terms.

Keywords

AI generated
loan restructuring interest calculation appeal admissibility contractual terms court costs civil procedure voluntary acceptance

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1760 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1760/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Α. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Νάσσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3226/2004 και την υπ' αριθ. 14/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ" και ήδη "ATTICA BANK ATE», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Κουζουτζόγλου και Ευστράτιο Ευστρατιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας Απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 174/2017 τελεσίδικη Απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που έκανε δεκτή την από 22-4-2016 έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 1/2016 οριστικής Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30-9-2015 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 86/ΔΠ83/2015 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι, ειδικότερα, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων με την από 30-9-2015 ανακοπή του, ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό 86/ΔΠ83/2015 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, το χρηματικό ποσό των 156.486,11 ευρώ, νομιμοτόκως από 12-5-2015, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 85.358,28 ευρώ, για τους στην ανακοπή αναφερόμενους λόγους.

Με τη με αριθμό 1/2016 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτός ο ένατος λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, περιείχε παράνομες χρεώσεις από τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, με άμεση συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής οφειλής και αφού κρίθηκε ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής, ακυρώθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 86/ΔΠ83/2015 Διαταγή Πληρωμής.

Επί της από 22-4-2016 εφέσεως που άσκησε η ηττηθείσα καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θράκης, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 174/2017 τελεσίδικη απόφασή του, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη Απόφαση κατ` αποδοχή λόγου εφέσεως ως βασίμου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί όλων των λόγων ανακοπής απέρριψε αυτούς και την ανακοπή στο σύνολό της.

Κατά της αμέσως παραπάνω Απόφασης του Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα , κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα , η κρινόμενη από 16-7-2018 αίτηση αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα ( ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 402/2020).

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ασκείται όπως και η αγωγή, πρέπει δε στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 923/2020).

Με την εν λόγω ανακοπή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να προβάλλει λόγους είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής λόγω έλλειψης των διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, είτε ενστάσεις κατά της ύπαρξης της απαίτησης ( ΑΠ 913/2020 , ΑΠ 368/2019).

Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.

Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (Ολ.ΑΠ 43/2005, Ολ.Α.Π. 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 665/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια, της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). `Ετσι με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933 979 Κ.Πολ.Δ.) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 682/2015).

Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τη σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 299/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 10-5-1999 συνήφθη μεταξύ του ανακόπτοντος που διατηρούσε στην βιομηχανική περιοχή της Κομοτηνής ατομική επιχείρηση περισυλλογής, διαλογής, καθαρισμού και ανακύκλωσης γυαλιού και για τις ανάγκες χρηματοδότησής της και της καθής η με αριθμό 225/1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 11.000.000 δρχ., το οποίο αυξήθηκε στη συνέχεια δυνάμει των υπ’αριθ. 225/1/21-11-2000 και 225/2/12-10-2001 πρόσθετων συμβάσεων σε 20.000.000 δρχ. και 35.000.000 δρχ. και ήδη 102.714,6 ευρώ. Την εν λόγω σύμβαση η καθής κατήγγειλε στις 2-2-2004 και έκλεισε οριστικά τον ανοικτό λογαριασμό ο οποίος, κατά την ημεροχρονολογία αυτή, εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο 71.163,57 ευρώ. Με βάση το κατάλοιπο αυτό, κατόπιν εκδόσεως της καθής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε στην πληρωμή του άνω ποσού πλέον τόκων και εξόδων.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 2/19605/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κατόπιν αιτήσεως του ανακόπτοντος και το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου , κατά την 11η συνεδρίασή του της 1ης.11.2006 ενέκρινε την παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για την υφιστάμενη οφειλή του ανακόπτοντος προς την καθής.

Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι συνήψαν την από 9-7-2007 (ορθόν: 9-5-2007) Σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου (με τίτλο ‘‘Πρόσθετο σύμφωνο της με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των αυξήσεων αυτής 225/1/21-11-2000 και 225/2/12-10-2001 για ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών σύμφωνα με την ΑΠ 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών''), δυνάμει της οποίας η καθής χορήγησε στον ανακόπτοντα, δάνειο, ποσού 85.358,28 ευρώ.

Το δάνειο αυτό εκταμιεύτηκε στις 9-5-2007 με ταυτόχρονη εξόφλησή του κατά την παραπάνω οριζόμενη από την υπουργική Απόφαση, ημερομηνία δηλαδή κατά την 30-6-2006, κατάλοιπου του παραπάνω αλληλόχρεου λογαριασμού, στο οποίο περιλαμβάνονταν, σύμφωνα και με την παραπάνω υπουργική Απόφαση και οι τόκοι του πρώτου εξαμήνου του έτους 2006 και της απόσβεσης της εξ' αυτού απαίτησης της καθής.

Το δάνειο χορηγήθηκε σε εφαρμογή και στα πλαίσια της ΑΠ 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’ 579/9-5-2006 και ύστερα από την από 13-11-2006 με ΑΠ 2/47589/0025 και την από 28-5-2006 με ΑΠ 2/67567/0025 έγκριση - απαντητική επιστολή της 25ης Διεύθυνσης Κιν. Κεφ.Εγγυήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακείου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών προς τον ανακόπτοντα η οποία κοινοποιήθηκε και στην καθής.

Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες της σύμβασης αυτής, σκοπός του δανείου ήταν η ρύθμιση της υφιστάμενης μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμης οφειλής του ανακόπτοντος, ανερχόμενη την 30-6-2006 στο ποσό των 85.358,28 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α’ εξαμήνου του έτους 2006, η οποία προέρχονταν από την προαναφερόμενη με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των αυξητικών αυτής με αριθ. 225/1/21-11-2000 και 225/2/12-10-2001 με τις οποίες η καθής η ανακοπή χορήγησε στον ανακόπτοντα συνολική πίστωση μέχρι το ποσό των 102.714,60 ευρώ ως κεφάλαιο κίνησης με τους όρους και τις συμφωνίες που περιλαμβάνονταν σε αυτήν.

Από την 30-6-2006 και εντεύθεν, μέχρι την υπογραφή του ως άνω προσθέτου συμφώνου ρύθμισης (νέο τοκοχρεωλυτικό δάνειο) της υφιστάμενης κατά την ανωτέρω ημερομηνία οφειλής, δηλαδή μέχρι την 9-5-2007 (ημερομηνία υπογραφής του προσθέτου συμφώνου) παρήχθησαν επιπλέον τόκοι, προς τούτο δε συμπεριλήφθηκε ειδικός όρος στην επίδικη νέα σύμβαση (Τρίτη παράγραφος του όρου 2) σύμφωνα με τον οποίο το κατά την 9-5-2007 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ανακόπτοντος από τον ως άνω αλληλόχρεο λογαριασμό ανέρχεται στο ποσό των 97.390,42 ευρώ το οποίο αυτός και αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ως με την από 9-5-2007 επιστολή του προς την καθής η ανακοπή αλλά και με το από 9-5-2007 πρόσθετο σύμφωνο.

Η ρύθμιση αποπληρωμής του χρεωστικού αυτού υπόλοιπου έγινε με βάση την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών σύμφωνα με την οποία παρέχονταν η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων οφειλών ειδικής κατηγορίας δανειοληπτών με ευνοϊκούς όρους σε ότι αφορά το επιτόκιο και το χρόνο αποπληρωμής.

Ως επιτόκιο δε ορίστηκε το Ελάχιστο Επιτόκιο Δανείων (Ε.Ε.Δ.) το οποίο ανέρχονται κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης σε 6,95% και το περιθώριο σε 1% αντίστοιχα, το δε τελικό επιτόκιο ορίστηκε ότι θα επιβαρύνεται με την εισφορά του Ν. 128/1975 το ποσοστό της οποίας καθορίστηκε σε 0,60%. Σε εφαρμογή αυτών, η συνολική οφειλή - όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 85.358,28 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των τόκων α' εξαμήνου 2006 καθώς και αυτών μέχρι την 9-5-2007 - υπήχθη στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της ανωτέρω υπουργικής Απόφασης, ανερχόμενη μετά ταύτα στο ποσό των 93.438,75 ευρώ την 9-5-2007.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ο εκτοκισμός του δανείου να γίνεται ανά ημερολογιακό εξάμηνο, με βάση έτος 360 ημερών και η εξόφληση αυτού να γίνει σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, η πρώτη των οποίων θα ήταν καταβλητέα στις 30-6-2008 και η τελευταία στις 31-12-2016 , οι τόκοι δε της περιόδου χάριτος να κεφαλαιοποιούνται την 31-12-2007.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής από τον πιστούχο κάποιας δόσης ή των τόκων αυτής, οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης, οι οποίοι θα υπολογίζονται με το επιτόκιο του ενήμερου δανεισμού προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής τόκων, οι οφειλόμενοι τόκοι να εκτοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης, προστιθέμενοι δε στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, κατ' ελάχιστο όριο και στο προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού.

Με την υπ' αριθμ. 631/2009 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης επί της από 16-7-2007 ανακοπής του ανακόπτοντος κατά της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης κρίθηκε αμετάκλητα ότι η από 9-5-2007 ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΚΟΧΡΕΩΛΥΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ με τίτλο ‘‘Πρόσθετο σύμφωνο της με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των αυξήσεων αυτής 225/1/21-11-2000 και 225/2/12-10-2001 για ρύθμιση των υφισταμένων μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών σύμφωνα με την ΑΠ 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών'' ανεξαρτήτως της επιγραφής της νέας συμφωνίας ως πρόσθετου συμφώνου, εφόσον τα μέρη κατάρτισαν τη σύμβαση στα πλαίσια της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως κατά την οποία και ρύθμισαν την υφιστάμενη οφειλή με σύναψη νέου δανείου , για την εξόφληση των δόσεων του οποίου παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποτελεί νέα σύμβαση καταργητική της υφιστάμενης (δηλ.

της αρχικής σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών αυτής) και αντικαταστάσεώς της με τη νέα σύμβαση δανείου, με νέους όρους ως προς το επιτόκιο και τις εξασφαλίσεις του. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής κινήθηκε και λειτούργησε ο με αριθμ. ... 01 και κατόπιν αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος της καθής η ανακοπή - εκκαλούσας ο με αριθμ. ...

λογαριασμός ο οποίος κατά το οριστικό κλείσιμό του, την 4-4-2013 που έλαβε χώρα κατόπιν γενόμενης καταγγελίας της τελευταίας δυνάμει της με αριθμ. Εκθ. καταθ. ΤΜ 50/2013 αγωγής που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 5-4-2013, εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο το οποίο ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 125.785,52 ευρώ και ήδη την 11-5-2015 στο ποσό των 156.486,11 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, η καθής η ανακοπή - ήδη δε εκκαλούσα με την από 21-5-2015 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ζήτησε και πέτυχε σε βάρος του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου την έκδοση της με αριθμό 86/ΔΠ/2015 διαταγής πληρωμής με την οποία αυτός υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των156.486,11 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής η καθής η ανακοπή - εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε: 1) την από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με τίτλο ‘‘Πρόσθετο σύμφωνο της με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των αυξήσεων αυτής 225/1/21-11-2000 και 225/2/12-10-2001 για ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών σύμφωνα με την ΑΠ 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ‘‘, 2) την με αριθμό καταθ.

ΤΜ 50/13 αγωγή της η οποία επιδόθηκε νόμιμα στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο όπως προκύπτει από την με αριθμό 7977δ/5-4-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης Μ. Σ. , με την οποία καταγγέλθηκε η ανωτέρω δανειακή σύμβαση και από την οποία η καθής παραιτήθηκε με την με αριθμό καταθ.

ΤΜ 66/15 δήλωση παραίτησης η οποία επίσης επιδόθηκε νόμιμα στον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο (υπ. αριθμ. 4949/26-5-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Θ. Κ. ), 3) κεκυρωμένο αντίγραφο από τα βιβλία της Τράπεζας της κινήσεως του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της παραπάνω σύμβασης που τηρείται σε πρωτότυπο με μηχανογραφικό σύστημα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και από το οποίο προκύπτει ότι το χρεωστικό κατάλοιπο την 11-5-2015 ανέρχονταν στο ποσό των 156.486,11 ευρώ , 4) την υπ.αριθμ 631/2009 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η οποία έκρινε ότι η από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου αποτελεί νέα σύμβαση καταργητική της μέχρι τότε υφιστάμενης και αντικαταστάσεώς της με τη νέα σύμβαση δανείου, 5) την υπ.αριθμ.

ΑΠ 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας.

Συνεπώς, απορριπτέος ως μη νόμιμος κρίνεται ο 6ος λόγος της ανακοπής με την οποία βάλλεται ως αόριστη και αβάσιμη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η αίτηση επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, διότι γίνεται η απαραίτητη για το ορισμένο τους σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν αναφορά σε αυτές της ύπαρξης, του είδους και του ύψους της οφειλής κατά την ημέρα της καταγγελίας καθώς και η κίνηση του λογαριασμού που τηρήθηκε για τη σύμβαση αυτή που τηρήθηκε και καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ο οποίος (λογαριασμός) προσκομίστηκε μαζί με την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης.

Ο ανακόπτων περαιτέρω, με τους κατ' ιδίαν λόγους της ανακοπής του (υπ. Στοιχ. 1-5) βάλλει κατά της νόμιμης υπόστασης της απαιτήσεως της καθής, του ύψους της και της διαδικασίας διαμόρφωσης αυτού οι οποίοι και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αναφορικά δε με αυτούς πρέπει να αναφερθούν τα κατωτέρω :

Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο ανακόπτων ότι η επίδικη κίνηση λογαριασμού αναφέρεται σε στοιχεία της προγενέστερης με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και ότι δεν είναι ορθή η κίνηση αυτού καθόσον αυτός δεν κινήθηκε από 9-5-2007 έως 14-7-2011 οπότε και φέρεται να μεταφέρεται το υπόλοιπο του ποσού των 85.358,28 ευρώ από τον υπ.

αριθμ. ... λογαριασμό στον επίδικο με αριθμό ... , παρότι στον τελευταίο υπήρχαν ήδη χρεώσεις και δη αυτές που παρατίθενται στις σελ. 1-2 αυτού, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι ο υπ.αριθμ. ... λογαριασμός πράγματι δεν κινήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 9-5-2007 έως 14-7-2011 λόγω της προεκτεθείσας δικαστικής διαμάχης των διαδίκων οπότε και την 14-7-2011 ότε και εκκίνησε η λειτουργία του με αριθμό ...

λογαριασμού ενόψει της σύναψης της επίδικης σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου για τη ρύθμιση της υφιστάμενης μέχρι τότε οφειλής του ανακόπτοντος, ο τελευταίος κινήθηκε σε σχέση με την προγενέστερη με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και για το λόγο αυτό στις προσαγόμενες κινήσεις του εμφαίνονται τόσο το υποκείμενο σε ρύθμιση υφιστάμενο την 30-6-2006 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 85.358,28 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α’ εξαμήνου του έτους 2006 , όσο και οι τόκοι του Β’ εξαμήνου του έτους 2006 καθώς και αυτοί που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι την 8-5-2007, οι δε χρεώσεις στις οποίες ο ανακόπτων αναφέρεται αφορούν το τμήμα της κίνησης του λογαριασμού με την ένδειξη ‘‘κινήσεις καθυστερημένων οφειλών'' και όχι το τμήμα της κίνησης με την ένδειξη ‘‘κίνηση ενήμερου λογαριασμού’’ που παρατίθεται στην σελίδα 3 στην αρχή της οποίας και εμφαίνεται η μεταφορά του ποσού των 85.358,28 ευρώ την 14-7- 2011 και είναι επομένως αυτές χρονικά μεταγενέστερες.

Εξάλλου, σημειώνεται ότι η επίδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου με βάση την οποία και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής συντάχθηκε και υπογράφηκε ως πρόσθετο σύμφωνο για τη ρύθμιση της υφιστάμενης οφειλής του ανακόπτοντος από την με αριθμό 225/2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν έλαβε δικό της νέο αριθμό ενώ τέλος, στις προσαγόμενες κινήσεις του επίδικου λογαριασμού ρητά αναγράφεται ο Αριθμός αυτού σε κάθε σελίδα του χωρίς να δημιουργείται σύγχυση ως προς τη σύμβαση που αυτός αφορά...».

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη Απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τους αρ. 1, 8 και 20 που αναφέρονται στο αναιρετήριο), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε ακυρότητα της επίδικης διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής, αφού η προσκομισθείσα κίνηση του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού, που ελήφθη υπόψη για την έκδοση της ανωτέρω Διαταγής Πληρωμής, αφορά και χρηματικά ποσά άσχετα προς την από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, για την απαίτηση εκ της οποίας εκδόθηκε η Διαταγή Πληρωμής και συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που στηρίζονται στην προγενέστερη υπ' αριθ. 225/10-5-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις δύο πρόσθετες αυξητικές πράξεις αυτής, η οποία καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 2-2-2004 και καταργήθηκε με την από 9-5-2007 σύμβαση, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται εγγράφως και παραχρήμα, όπως οφείλεται , η απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού που απορρέει από την επίμαχη από 9-5-2007 σύμβαση.

Όμως, κατά τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης Απόφασης, η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 86/ΔΠ83/2015 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα προαναφερόμενα και μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, τα οποία και επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοσή της, ήτοι α) την από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ των διαδίκων, β) την με αριθ.

καταθ. ΤΜ 50/2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 5-4-2013, με την οποία καταγγέλθηκε η ανωτέρω δανειακή σύμβαση, γ) κεκυρωμένο αντίγραφο από τα βιβλία της αναιρεσίβλητης της κίνησης του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της παραπάνω σύμβασης που τηρείται σε πρωτότυπο με μηχανογραφικό σύστημα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και από το οποίο προκύπτει ότι το χρεωστικό κατάλοιπο την 11-5-2015 ανερχόταν στο ποσό των 156.486,11 ευρώ, δ) την υπ' αριθ. 631/2009 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία έκρινε ότι η από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου αποτελεί νέα σύμβαση καταργητική της μέχρι τότε υφιστάμενης και αντικαταστάσεώς της με τη νέα σύμβαση δανείου και ε) την υπ' αριθ.

ΑΠ 2/19605/0025/29-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας. Εξάλλου, το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης και δη η ύπαρξη, το είδος και το ύψος της επίμαχης οφειλής του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας και ο λογαριασμός που τηρήθηκε για την επίμαχη από 9-5-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως προς την κρίση της δε αυτή η προσβαλλόμενη Απόφαση δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, πρόκειται για κρίση επί της ουσίας, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επί πλέον, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι οι αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα χρεώσεις, ήτοι περί δήθεν συμπεριλήψεως στον εν λόγω κρίσιμο τραπεζικό λογαριασμό κονδυλίων που αφορούν στην προγενέστερη και ήδη καταργηθείσα υπ' αριθ. 225/10-5-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις αυξητικές πράξεις αυτής, περιλαμβάνονται στο τμήμα της κίνησης του επίμαχου λογαριασμού με την ένδειξη ‘‘κινήσεις καθυστερούμενων οφειλών'' και όχι στο τμήμα της κίνησης με την ένδειξη ‘‘κίνηση ενήμερου λογαριασμού’’, με μεταγενέστερες εγγραφές, που περιλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο κονδύλια που αφορούν στην από 9-5-2007 σύμβαση και όχι στην προγενέστερη και καταργηθείσα σύμβαση ( 225/10-5-1999 ), έτσι ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση ως προς τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει της ανωτέρω επίμαχης συμβάσεως.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη Απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συγκεκριμένα να κηρύξει την ακυρότητα της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής λόγω παράβασης της αρχής της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 994/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών».

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής:

«....Ο ανακόπτων με τον 9ο ένατο λόγο της ανακοπής του αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής του προς της καθής τράπεζα, λόγω της μετακύλισης σε βάρος του της εισφοράς του Ν. 128/1975 που επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού καθόσον τούτο επιβαρύνθηκε με το ποσό των 1.648,21 ευρώ παραθέτοντας σε αυτήν (ανακοπή) σχετικό πίνακα υπολογισμού της επιβάρυνσής του από 14-7-2011 έως 11-5-2015 και περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγω της παρανόμου επιβαρύνσεώς του εξαιτίας του ανατοκισμού αυτής.

Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός του ανακόπτοντος κατά το δεύτερο σκέλος ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζονταν, είναι αόριστος, καθόσον, δεν προσβάλλεται με αυτόν συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού της ενδίκου πιστώσεως , παρά μόνο προτείνεται μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητάς του και ουδόλως προσδιορίζεται επακριβώς το επιπλέον ποσό με το οποίο αυτός επιβαρύνθηκε ένεκα του εν λόγω ανατοκισμού της εισφοράς, ο οποίος εξάλλου (προσδιορισμός) είναι απαραίτητος και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλι , χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της...

Ο λόγος δε κατά το πρώτο σκέλος του ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα για το λόγο ότι στο βεβαιωθέν δια ταύτης ποσόν σε βάρος του πιστούχου περιελήφθη και το κονδύλιο της ειδικής εισφοράς του Ν. 129/1975 κατά μη νόμιμη, παρά του υπόχρεου σε καταβολή του πιστοδότριας Τράπεζας , μετακύλιση του σε βάρος του , είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος...

ιδία δε αν ληφθεί υπόψιν ότι με το υπ' αριθ. 5ο όρο του πρόσθετου συμφώνου της με αριθμό 225/10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των αυξήσεων αυτής 225/1/21-11-2000 και 225/12-10-2001 για ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών σύμφωνα με την ΑΠ 2/19605/00251/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών γίνεται ειδική μνεία για τη χρέωση του πιστούχου με την προαναφερόμενη εισφορά, κατά τρόπο που να έχουν ικανοποιηθεί και οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης περί της αντιστοίχου αναλαμβανόμενης δια της συμβάσεως , υποχρεώσεώς του''.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στον δανειολήπτη αναιρεσείοντα, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ένατο λόγο της ανακοπής, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 128/1975, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς στο δανειολήπτη, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του ν. 128/1975, καθόσον με αυτές, χωρίς να καθιερώνεται απαγορευτικός κανόνας δικαίου κατ' άρθρο 174 του Α.Κ., καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα, πλην, όμως, δεν απαγορεύεται από τις ως άνω διατάξεις ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους δανειολήπτες καταναλωτές, επί πλέον δε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη Απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης του προαναφερόμενου ένατου λόγου έφεσης, με τον οποίο προέβαλε, ότι παρανόμως η αναιρεσίβλητη μετακύλισε σ` αυτόν την εισφορά του ν. 128/1975, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η παραπάνω εισφορά του ν. 128/1975, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η μετακύλισή της ήταν νόμιμη, εντασσόμενη στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, δεν απαιτείτο δε ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων για τη νομιμότητα του ανατοκισμού της εν λόγω εισφοράς, αφού, όπως αναφέρθηκε, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, ο ένατος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, λόγω παράνομης επιβαρύνσής του εξαιτίας του ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, αφού τα αντίστοιχα ποσά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζονταν, είναι μη νόμιμος.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη Απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ανακόπτων επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, όταν ο ισχυρισμός που προέβαλε με λόγο ανακοπής ήταν μη νόμιμος, αλλά το δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη του λόγου ανακοπής ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι'αυτόν, από την απόρριψη του λόγου αυτού ως αόριστου.

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν μη νόμιμος.

Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την άνω απόρριψη του μη νομίμου λόγου της ανακοπής, αφού έτσι η θέση του καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης του λόγου ως μη νόμιμου από την απόρριψη αυτού ως αόριστου και γι'αυτό ο ίδιος ως άνω δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη Απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης ως αορίστου του προαναφερόμενου ένατου λόγου ανακοπής, είναι απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον πιο πάνω λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ως άνω ένατος λόγος ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι παρανόμως τα ποσά της εισφοράς του ν. 128/1975 προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζονταν, ήταν αόριστος, καθόσον, δεν προσβλήθηκε με αυτόν συγκεκριμένο κονδύλιο του επίμαχου λογαριασμού, παρά μόνο προτάθηκε μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητάς του, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς το επιπλέον ποσό με το οποίο αυτός επιβαρύνθηκε ένεκα του εν λόγω ανατοκισμού της εισφοράς, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει είτε το συνολικό υπερβάλλον ποσό είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, προκειμένου έτσι να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, ακόμη και σε περίπτωση ενσωματώσεως στο κεφάλαιο της απαιτήσεως παράνομων ανατοκισμών, δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαιτήσεως ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, απέρριψε ως αόριστο τον ένατο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο του σκέλος, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη Απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα τα προβλεπόμενα από την υπ' αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που αφορούσε τη ρύθμιση οφειλών των επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι 30-6-2006, διότι παράνομα, αν και ο ίδιος συνυπέγραψε στις 9-5-2007 την επίμαχη νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπου αναφέρεται ως ποσό του χορηγούμενου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δανείου , κατά την ανωτέρω υπουργική Απόφαση, το ποσό των 85.358,28 ευρώ, η προσβαλλόμενη Απόφαση δέχθηκε ότι αυτός οφείλει και τόκους ύψους 2.281,32 ευρώ στις 2-10-2006 , 2479,24 ευρώ στις 2-1-2007 , 2514,06 ευρώ στις 2-4-2007 και 805,15 ευρώ στις 8-5-2007 ήτοι τόκους που αφορούν το προ της συνάψεως της ανωτέρω σύμβασης χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως άνω χρεώσεις τόκων αφορούν τους τόκους του β' εξαμήνου 2006 καθώς και τους τόκους από 1-1-2007 μέχρι την προτεραία της υπογραφής της σύμβασης (8-5-2007), ήτοι τόκους από τους οποίους ουδέποτε παραιτήθηκε η αναιρεσίβλητη, τους οποίους η τελευταία με τη συναίνεση του αναιρεσείοντος υπήγαγε στην ευνοϊκή ρύθμιση του νέου τοκοχρεωλυτικού δανείου, και για τους οποίους δεν υφίσταται απαγορευτική διάταξη στην υπ' αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπήγαγε αυτόν σε ομοειδείς ευεργετικές για τους οφειλέτες διατάξεις και συγκεκριμένα στα οριζόμενα στις 2/3757/0025/16-1-2009, 2/1808/0025/30-6-2009 και 2/31728/0025/30-6-2010 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, γεγονός που κατέστησε άκυρη την επίδικη διαταγή πληρωμής .

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται ποια είναι η συγκεκριμένη παραβίαση, στην οποία υπέπεσε η προσβαλλόμενη Απόφαση . Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Πρέπει δε να λεχθεί, ότι η παροχή στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθ. 14/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος», δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με Απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1404/2017, ΑΠ 2069/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 16-7-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 174/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ