Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of creditor's claim for revocation of gratuitous transfer harming debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the appellant's claim to revoke a gratuitous transfer. The appellant argued that the transfer, made by the defendants to their daughter, constituted an alienation intended to harm the appellant's debt collection rights. The Court found the lower court erred in applying substantive law regarding the revocability of such transfers and the specific circumstances of the defendants' ages and the daughter's minority. Consequently, the appeal was accepted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1142, 1143, 1166, 1167, 1168, 174, 175, 180, 939 of the Civil Code; A gratuitous transfer made by a debtor to a minor child, where the transferor has exceeded the age of 70 or 80, may be revoked if it constitutes an alienation intended to harm the creditor's rights and reduces the debtor's assets below the necessary level for debt satisfaction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1760 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1760/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Π. Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Π. του Γ., συζύγου ... κατοίκου ομοίως ως άνω, αμφοτέρων των ως άνω ατομικώς, αλλά και υπό την ιδιότητα των συνασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατρός τους Κ. Μ. του Κ. και 3) Κ. Μ. του Κ., όπως εκπροσωπείται υπό των συνασκούντων τη γονική της μέριμνα ως άνω γονέων της. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Μουρτζούκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 487/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5885/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5885/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 487/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την επικουρική βάση της από 23/12/2015 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1142, 1166, 1167 εδ. α', 174, 175 και 180 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας, που συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία (άρθρο 1143 Α.Κ.), είναι το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα διατηρώντας την ουσία του ακέραιη (άρθρο 1142 Α.Κ.), το οποίο, λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα του, εφ' όσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή (άρθρο 1167 εδ.
α' Α.Κ.), οπότε ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος του πράγματος. Λόγω του προσωποπαγούς αυτού χαρακτήρα της επικαρπίας αυτή είναι αμεταβίβαστη (άρθρο 1166 εδ. α' Α.Κ.), όμως η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς εγκύρως μπορεί να συμφωνηθεί, ότι η επικαρπία επί του πράγματος, που κατ' αρχήν συμφωνήθηκε εφ' όρου ζωής του επικαρπωτή, δεν θα αποσβεσθεί με τον θάνατο του τελευταίου, αλλά ότι θα μεταβιβασθεί στη συνέχεια σε τρίτο πρόσωπο, μόνο όμως μία φορά και όχι απεριόριστα, κατά συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1166 Α.Κ., που επιτρέπει τη συμφωνία μεταβίβασης, γιατί η δυνατότητα απεριόριστης μεταβίβασης θα είχε ως συνέπεια την οριστική και μόνιμη απόσχιση των ωφελειών του πράγματος από τον κύριο, του οποίου η κυριότητα θα παρέμενε στο διηνεκές ως ψιλή κυριότητα, καθόσον έτσι θα απογυμνωνόταν για πάντα από τα κυριότερα ωφελήματά της, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε στην έννοια της κυριότητας ως καθολικής εξουσίας επί του πράγματος (άρθρο 1000 Α.Κ.), σύμφωνα με την οποία ο κύριος δικαιούται να απολαύσει όλες τις ωφέλειες του πράγματος (Α.Π. 45/2019, ΑΠ 1374/2014).
Περαιτέρω, αν με τη συστατική πράξη της επικαρπίας δεν έχει επιτραπεί η μεταβίβασή της και ο επικαρπωτής τη μεταβιβάσει, όχι εφ' όρου της δικής του ζωής, οπότε η μεταβίβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιτρεπτή μεταβίβαση του ενοχικού δικαιώματος της άσκησης της επικαρπίας κατά το άρθρο 1166 εδ. β' Α.Κ. (πρβλ ΑΠ 280/2011), αλλά εφ' όρου ζωής του αποκτώντος αυτήν, τότε η απαγορευμένη αυτή μεταβίβαση είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 175 εδ.
α', η οποία αποτελεί ειδική εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 174 Α.Κ., κατά την οποία δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο είναι άκυρη, την οποία ακυρότητα όμως μόνο ο αμέσως βλαπτόμενος από την μεταβίβαση ψιλός κύριος μπορεί να προτείνει, κατά τη διάταξη του άρθρου 175 εδ.
β' Α.Κ., που ορίζει ότι εάν η απαγόρευση (διαθέσεως) έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η εκ της μεταβιβάσεως της επικαρπίας ακυρότητα είναι σχετική και συνεπώς μέχρι την επίκλησή της από τον ψιλό κύριο ή τους κληρονόμους του ή από τους δανειστές του ψιλού κυρίου, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν πλαγιαστικά το σχετικό δικαίωμά του, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, αν αυτός αδρανεί, η μεταβίβαση αναπτύσσει πλήρως την ενέργειά της στις σχέσεις των αντισυμβαλλόμενων και των τρίτων, η οποία ενέργεια όμως αίρεται από την αρχή, αν γίνει νομίμως επίκληση της ακυρότητας, ενώ και ο ψιλός κύριος μπορεί να καταστήσει έγκυρη τη μεταβίβαση με έγκριση αυτής, δηλαδή με την παραίτησή του από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του, που απομένει, να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα τούτων, ο δανειστής που επιχειρεί τη διάρρηξη μίας απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής, οφείλει, πλην άλλων, να αποδείξει ότι η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη στρεφόταν και προσωπικά εναντίον του, πραγματοποιήθηκε δε σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτησή του.
Πραγματοποίηση της προθέσεως βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή και πρέπει να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως (ΑΠ 1275/2020). Ως απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ. νοείται κάθε διάθεση ή εκποίηση δικαιώματος περιουσιακής φύσεως του οφειλέτη, που γίνεται με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργειά του με πρόθεση βλάβης των δανειστών του και με την οποία προκαλείται ή επιτείνεται η ήδη υπάρχουσα αφερεγγυότητά του και τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των δανειστών του, τέτοια δε διάθεση ή εκποίηση αποτελεί όχι μόνο η μεταβίβαση, αλλά και η αλλοίωση ή κατάργηση (ενοχικού ή εμπραγμάτου) δικαιώματός του, όπως έχει κριθεί ότι είναι και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο, ο οποίος τελεί σε γνώση ότι ο οφειλέτης χορηγεί σε αυτόν το δικαίωμα τούτο προς βλάβη των δανειστών του, γιατί με την παραχώρηση αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση κανόνας για τη σειρά κατάταξης των δανειστών (ΟλΑΠ 15/2012).
Επομένως τέτοια απαλλοτρίωση αποτελεί και η συναίνεση του οφειλέτη, ψιλού κυρίου του πράγματος, στη μεταβίβαση από τον επικαρπωτή σε τρίτο της επικαρπίας αυτού, της οποίας δεν έχει επιτραπεί η μεταβίβαση, εφ' όσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη μεταβίβαση αυτή μειώνεται η αξία του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας και επιδεινώνεται έτσι η αφερεγγυότητά του, δεδομένου ότι με την παροχή της συναίνεσης αυτής ο ψιλός κύριος καθιστά οριστικά έγκυρη τη μεταβίβαση της επικαρπίας (πρβλ.
ΑΠ 1610/2018 ποιν., ΑΠ 667/2015 ποιν), στερώντας παράλληλα το δικαίωμα από τους δανειστές του να ασκήσουν πλαγιαστικά, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, το δικαίωμά του να επικαλεστεί την ακυρότητα της μεταβίβασης, στην οποία επίκληση μόνο ο ίδιος μπορεί να προβεί, και να επιτύχουν έτσι την ακύρωση της μεταβίβασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 118/1973 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών κ.λπ." και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 και 4 του Ν. 2961/2001 "Κώδικας Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών κ.λπ.", που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο όλες τις σχετικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του Ν.Δ. 118/1973, σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα, για τον υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στην ισόβια ή αορίστου χρόνου επικαρπία, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, το οποίο ορίζεται κλιμακωτά αρχίζοντας από τα 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ο έτος της ηλικίας του και καταλήγοντας στα 2/10 και στο 1/10 της αξίας αυτής, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ο και το 80ο έτος της ηλικίας του αντιστοίχως.
Οι διατάξεις αυτές αποδίδουν τη συναγόμενη από την επιστημονική γνώση αλλά και από την εμπειρία γενική αρχή ότι στατιστικά ο νεότερος σε ηλικία άνθρωπος έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής από τον μεγαλύτερο, το οποίο μειώνεται όσο αυτός μεγαλώνει και συνεπώς αντίστοιχη με το προσδόκιμο αυτό είναι και η αξία της επικαρπίας, η οποία μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία του επικαρπωτή, με αντίστοιχη αύξηση της αξίας της ψιλής κυριότητας, αφού όσο αυξάνει η ηλικία του επικαρπωτή, τόσον εγγύτερα πλησιάζει ο θάνατός του, ο οποίος θα επιφέρει και την απόσβεση της επικαρπίας.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, ο αναιρεσείων εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι με σύμβαση άτοκου δανείου, που σύναψε με τον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 29/12/2009, χορήγησε σ' αυτόν το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο όμως ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν απέδωσε κατά τη λήξη του και γι' αυτό εξέδωσε σε βάρος του την υπ' αριθ. 13466/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι λόγω μη εκούσιας συμμόρφωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επιδοθείσα σ' αυτόν στις ... επιταγή εκτελέσεως της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση και επέσπευσε τον πλειστηριασμό του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου αυτού, από το εκπλειστηρίασμα του οποίου δεν κατέστη δυνατή η ικανοποίησή του, καθόσον κατατάχθηκε προνομιακά αναγγελθείσα απαίτηση τρίτου, ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης.
Ότι οι αναιρεσίβλητοι, η αρχικώς εναγομένη μητέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. και ο αποθανών τον μήνα Ιανουάριο του 2015 πατέρας αυτού Π. Μ., γνωρίζοντας ότι επίκειται η κατάσχεση, με βάση τη διαταγή πληρωμής, και ενός διαμερίσματος εμβαδού 107 τ.μ., που ανήκει, κατά ψιλή κυριότητα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο, βρίσκεται στη Νέα Σμύρνη Αττικής περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή και έχει εμπορική αξία 180.000 ευρώ, επί του οποίου ο αναιρεσείων έχει εγγράψει, με βάση την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, τρίτη προσημείωση υποθήκης, που τράπηκε σε υποθήκη για το ποσό των 100.000 ευρώ στις 26/8/2014, προέβησαν στη σύναψη του ...
συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., που μεταγράφηκε σκόπιμα καθυστερημένα, στις 11/3/2015, με το οποίο οι ανωτέρω Κ. και Π. Μ., ως συνεπικαρπωτές του εν λόγω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, μεταβίβασαν το δικαίωμα της επικαρπίας τους, το οποίο είναι αμεταβίβαστο, στην ανήλικη, ηλικίας 3 ετών, τρίτη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους ιδίους, όχι εφ' όρου ζωής τους, αλλά εφ' όρου ζωής της ανήλικης, ενώ στο συμβόλαιο συμβλήθηκε ατομικά και ο ψιλός κύριος του ακινήτου πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος δήλωσε ότι εγκρίνει τη δωρεά στην ανήλικη θυγατέρα του και ότι δεν έχει καμία αξίωση ή απαίτηση από την αιτία αυτή.
Και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εν γνώσει και των λοιπών συμβληθέντων στο συμβόλαιο δωρεάς της επικαρπίας, συνέπραξε ως ψιλός κύριος στην κατάρτιση του συμβολαίου δωρεάς και συνήνεσε στη μεταβίβαση της επικαρπίας, με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, αφού δεν έχει άλλη περιουσία και με τη σύναψη της σύμβασης αυτής η αξία της ψιλής κυριότητας αυτού, η οποία, δεδομένης της ηλικίας των επικαρπωτών, που έχουν γεννηθεί το έτος 1936 ο Π.
και το έτος 1932 η Κ. Μ., ανερχόταν κατά το άρθρο 15 του ΝΔ 118/1973 στο 90% της πλήρους κυριότητας, δηλαδή στο ποσό των 172.000 ευρώ, μειώθηκε, ενόψει της ηλικίας της δωρεοδόχου ανήλικης, στο 20% της πλήρους κυριότητας, δηλαδή στο ποσό των 36.000 ευρώ. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ο αναιρεσείων ζήτησε, με την επικουρική βάση της αγωγής του, να διαταχθεί η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ήτοι της συναίνεσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη μεταβίβαση της επικαρπίας από τους επικαρπωτές, που έγινε με το ανωτέρω ...
συμβόλαιο δωρεάς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 487/2017 απόφασή του, δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση αυτής, και διέταξε τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, που συντελέστηκε με την παροχή της συναίνεσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη μεταβίβαση της επικαρπίας στην ανήλικη τρίτη αναιρεσίβλητη, την οποία εκπροσώπησαν οι γονείς της πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Επί της ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία. "...Η κρινόμενη αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, της διαρρήξεως της υπ' αρ. ...
συμβολαιογραφικής πράξεως γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., ως προς το οποίο και μόνο μεταφέρεται προς κρίση στο παρόν Δικαστήριο, είναι μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα σ' αυτήν ιστορούμενα, η πληττόμενη απαλλοτριωτική πράξη δεν αφορά απαλλοτρίωση περιουσιακού στοιχείου εκ μέρους του οφειλέτη του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ....
α' εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), Κ. Μ. . Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη συμβολαιογραφική πράξη, οι γονείς του οφειλέτη του ενάγοντος μεταβιβάζουν την επικαρπία του εκεί περιγραφομένου ακινήτου, του οποίου ψιλός κύριος είναι ο α' εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), στην γ' εκκαλούσα κόρη του (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), αντιπροσωπευόμενη από τους γονείς της λόγω ανηλικότητας.
Πρόκειται, επομένως, για μεταβίβαση του εμπραγμάτου δικαιώματος επικαρπίας στην γ' εφεσίβλητη (ενν. γ 'εκκαλούσα) εκ μέρους του παππού και της γιαγιάς της εκ της πατρικής γραμμής, οι οποίοι δεν είναι οφειλέτες του ενάγοντος. Η σύμβαση αυτή δεν υπόκειται σε διάρρηξη εκ μέρους του ενάγοντα, αφού αφορά σε απαλλοτρίωση δικαιώματος ασχέτου μ' αυτόν προσώπου και όχι του οφειλέτη του, που σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή είναι ο α' εκκαλών.
Η συμμετοχή του α' εκκαλούντος στην προσβαλλόμενη δικαιοπραξία έγκειται στην σύμπραξη και παροχή της συναινέσεώς του στην εν λόγω μεταβίβαση, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 1166 ΑΚ, η επικαρπία είναι αμεταβίβαστη εκτός αν συνεφωνήθη άλλως (πρόκειται για ενδοτικό κανόνα δικαίου). Η απαγόρευση δε αυτή, μεταβίβάσεως της επικαρπίας, έχει θεσμοθετηθεί υπέρ του ψιλού κυρίου του ακινήτου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο α' εκκαλών, προκειμένου να ισχυροποιηθεί η διάθεσή της, που έγινε από τους μη έχοντες δικαίωμα μεταβίβάσεως της επικαρπίας, γονείς του.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της συναινέσεως αυτής, είναι έγκυρη η μεταβίβαση της επικαρπίας έναντι τρίτων, δεδομένου ότι η παραβίαση του άρθρου 1166 ΑΚ προκαλεί μόνο σχετική ακυρότητα, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί μόνο ο υπέρ ου έχει τεθεί η απαγόρευση, δηλαδή ο ψιλός κύριος (δηλαδή εν προκειμένω ο α' εναγόμενος).
Συνεπώς, εν προκειμένω δεν στοιχειθετούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις του πραγματικού του κανόνα δικαίου, που περιέχεται στο άρθρο 939 ΑΚ, ήτοι δεν πρόκειται για απαλλοτρίωση δικαιώματος του οφειλέτη του ενάγοντος, ούτε επέρχεται μείωση της περιουσίας αυτού, εξ αιτίας της οποίας επηρεάζεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Η συναίνεση (236, 239 ΑΚ) που έδωσε ο α'εκκαλών κατά την δικαιοπραξία μεταβιβάσεως της επικαρπίας του ακινήτου στην ανήλικη κόρη του, δεν αποτελεί χαριστική οιονεί δικαιοπραξία, ούτε είναι απαλλοτριωτική πράξη, παρά αποτελεί μονομερή δήλωση βουλήσεως, που απαιτείται για την ισχύ της δικαιοπραξίας αυτής, που αφορά την μεταξύ των συμβαλλομένων σχέση και όχι τους τρίτους, (όπως τον νυν ενάγοντα), ως προς τους οποίους είναι έγκυρη και άνευ της συναινέσεως αυτής, ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η παροχή συναίνεσης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ψιλού κυρίου του δωρηθέντος ακινήτου και οφειλέτη του αναιρεσείοντος, για τη μεταβίβαση, αιτία δωρεάς, του δικαιώματος της επικαρπίας, που ήταν αμεταβίβαστο, από τους μη διαδίκους συνεπικαρπωτές Π.
και Κ. Μ. στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανήλικη θυγατέρα του δεν αποτελεί πράξη απαλλοτρίωσης, επιδεκτική διάρρηξης ως καταδολιευτικής και ότι με τη συναίνεση αυτή δεν μειώθηκε η περιουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ και 15 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 118/1973 (ήδη15 παρ. 1 και 4 του Ν. 2961/2001), καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οφειλέτης του αναιρεσείοντος, με την παράστασή του ως τρίτου, υπό την ιδιότητα του ψιλού κυρίου του δωρούμενου δικαιώματος της επικαρπίας, στο συμβόλαιο δωρεάς και την έγκριση αυτής, παραιτήθηκε ουσιαστικά, κατά τον απαιτούμενο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, από το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας της μεταβίβασης της επικαρπίας, η οποία ήταν αμεταβίβαστη, καθιστώντας έτσι έγκυρη τη σύμβαση δωρεάς, με αποτέλεσμα τη μείωση, λόγω της συγκεκριμένης μεταβίβασης, της αξίας του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τα (10/10-2/10 =) 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, που ήταν πριν τη μεταβίβαση, ενόψει της ηλικίας των συνεπικαρπωτών, από τους οποίους, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο Π.
Μ. είχε υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας του και η Κ. Μ. το 80ο έτος, στα (10/10-8/10 =) 2/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, ενόψει της ηλικίας της ανήλικης δωρεοδόχου, που ήταν μικρότερη των 20 ετών, και, συνακόλουθα, τη χειροτέρευση της θέσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Επομένως, εφόσον η ανωτέρω συναίνεση αποτελεί απαλλοτρίωση, κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ., η οποία μείωσε την περιουσία του οφειλέτη πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνονται, περαιτέρω, η ύπαρξη απαίτησης του δανειστή - αναιρεσείοντος, γεννημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, η πρόθεση του οφειλέτη πρώτου αναιρεσιβλήτου να βλάψει τον δανειστή του αναιρεσείοντα, η βλάβη του αναιρεσείοντος από την απαλλοτρίωση αυτή, αφού η υπολειπόμενη περιουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησής του, καθώς και η γνώση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που εκπροσώπησε μαζί με τον πρώτο αναιρεσίβλητο την ανήλικη τρίτη αναιρεσίβλητη, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενήργησε προς βλάβη των δανειστών του, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν τη σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου, αφού πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αριθμό 1 (και όχι, κατ' εκτίμηση του λόγου, και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο απομένον προς εξέταση δεύτερος λόγος αναίρεσης, η έρευνα των οποίου παρέλκει, γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5885/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ