1760/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1760/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2343/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα και την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν η από 23-9-2008 έφεση της αναιρεσείουσας και η από 9-9-2008 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας).
Full text
Απόφαση 1760 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1760/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία , πρώην "FIAT AUTO HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ" και ήδη "FIAT GROUP AUTOMOBILES S.A", με έδρα στο Δήμο Αργυρούπολης Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MASP CATERING Ε.Π.Ε" (ΜΑΣΠ ΚΑΤΕΡΙΝΓΚ Ε.Π.Ε), με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εταίρο αυτής Γ. Σ. του Π., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ζωή Κουγιουμτζοπούλου και 2. της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε", που εδρεύει στο Δήμο Ταύρου Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.11.2006 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2343/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3250/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 243Δ/02-02-2010 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (07-11-2011), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.". Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 558 και 566 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ο οποίος ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση επί της από 23-11-2006 αγωγής της πρώτης αναιρεσιβλήτης εταιρίας με την επωνυμία "MASP CATERING Ε.Π.Ε" κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "FIATAUTOHELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΊΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ" και ήδη "FIAT GROUP AUTOMΟBILES HELLAS S.A." και της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.", με την οποία εζητείτο να υποχρεωθούν οι εν λόγω εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη από την περιγραφομένη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2343/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα και την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν η από 23-9-2008 έφεση της αναιρεσείουσας και η από 9-9-2008 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας).
Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε τόσον ως προς ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ως αβάσιμη, όσον και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ήταν ομόδικος (συνεναγομένη της) στην πρωτόδικη δίκη, ως απαράδεκτη. Εν όψει τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσιβλήτης, ομοδίκου της αναιρεσείουσας, είναι κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών και της υπαγωγής αυτών στον εν λόγω κανόνα. Έτσι, θεμελιώνεται ο προκείμενος λόγος όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Εξάλλου, στην περίπτωση συμβάσεως απλής (και όχι αποκλειστικής) διανομής, δηλαδή εκείνης κατά την οποία ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα, ο τελευταίος (διανομέας) δεν καθίσταται αντιπρόσωπος του παραγωγού-προμηθευτή του, αλλά ενεργεί ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, οι δε σχέσεις του με τον παραγωγό-προμηθευτή διέπονται από τα διαλαμβανόμενα στην μεταξύ τους σύμβαση (άρθρο 361 Α.Κ.), εφαρμοζομένων παράλληλα, ενόψει του ότι οι συμβάσεις αυτές ταυτίζονται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία τους με τη σχέση της παραγγελίας, των διατάξεων του άρθρου 90 του ΕμπΝ που διέπουν την τελευταία, οι οποίες συμπληρώνονται κατά τα άρθρα 91 ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ, από τις περί εντολής διατάξεις (ΑΠ 53/2007, 212/2006, 139/2006, 312/1991, 887/1974).
Δεν έχουν δε εφαρμογή στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Kοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), αφού δεν πρόκειται περί εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.2 του άνω π.δ/τος, ούτε όμως και περί αποκλειστικής διανομής, για την οποία εφαρμόζονται αναλογικά για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του προμνημονευθέντοςπ.δ/τος, εφόσον τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω κι αν δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (ΑΠ 212/2006).
Εφόσον δε ο παραγωγός-προμηθευτής, στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και του διανομέα συμβάσεως απλής διανομής, επιφυλάσσει για τον ίδιο την τήρηση ορισμένων προδιαγραφών, ως προς τη διάθεση των προϊόντων του και την παροχή των υπηρεσιών του διανομέα προς εξυπηρέτηση της πελατείας του ίδιου αναφορικά με τη διάθεση και χρήση αυτών, δεν καθιστά το διανομέα αντιπρόσωπό του, ούτε δημιουργείται μεταξύ τους σχέση πρόστησης, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ώστε ο παραγωγός-προμηθευτής να υπέχει ευθύνη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του διανομέα ή των προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων, κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών, αφού οι τελευταίες, δεν παρέχονται προς τον παραγωγό, αλλά προς την ανεξάρτητη επιχείρηση του διανομέα, που δεν τελεί σε σχέση αντιπροσώπευσης προς τον παραγωγό, υπό την έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου, ή του προσομοιάζοντος προς αυτόν αποκλειστικού διανομέα.
Η επιφύλαξη δε της τήρησης των άνω προδιαγραφών, δεν συνιστά πρόστηση, αλλά αποτελεί ενδοσυμβατική μεταξύ των συμβαλλομένων ρήτρα, προκειμένου να είναι αποδεκτή από τον παραγωγό- προμηθευτή η διάθεση από το διανομέα των προϊόντων του και η παροχή των υπηρεσιών που συμφωνούνται, για την μη τήρηση της οποίας μπορεί να επιφυλαχθεί σ' αυτόν δικαίωμα καταγγελίας, το οποίο άλλωστε παρέχεται στον παραγωγό-προμηθευτή και κατά τις περί εντολής διατάξεις (άρθρο 724 ΑΚ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας από τη σχέση πρόστησης στην ένδικη αδικοπραξία, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είναι εταιρεία έχουσα ως ουσιώδη αντικείμενο τη διοργάνωση δεξιώσεων και την παρασκευή εδεσμάτων για τις δεξιώσεις αυτές.
Για τις ανάγκες της λειτουργίας της επιχείρησής της διαθέτει φορτηγά αυτοκίνητα με ψυκτικά μηχανήματα, με τα οποία μεταφέρει στην επιχείρησή της τις πρώτες ύλες και τα αναγκαία τρόφιμα, αλλά και στους χώρους των δεξιώσεων τα παρασκευασθέντα εδέσματα. Δυνάμει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, την οποία συνήψε με την εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και διακριτικό τίτλο "ASPIS LEASINGA.E.", η τελευταία αγόρασε από την πρώτη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ένα καινούργιο φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσεως μάρκας FIAT, τύπου DUCATO 18, CABINATO 2,0, κλειστού τύπου με ψυκτικό μηχάνημα, το οποίο στη συνέχεια μεταβίβασε, κατά, χρήση, στην ενάγουσα.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 3 χρόνια με έναρξη την 28-12-2004 ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε να είναι κυμαινόμενο και να υπολογίζεται με βάση το εκάστοτε μηνιαίο διατραπεζικό επιτόκιο EURIBOR. Το τίμημα για την αγορά του ως άνω αυτοκινήτου ανήλθε στο συνολικό ποσό των 31.298,50 ευρώ, όπως προκύπτει από το με αριθμό 57 και 58/23-12-2004 τιμολόγια πώλησης που εξέδωσε η πρώτη εναγομένη.
Η άδεια κυκλοφορίας εκδόθηκε στις 30-12-2004, στην επωνυμία της ενάγουσας η οποία έκτοτε άρχισε να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο για τις ανάγκες της επιχείρησής της. Στις 18-5-2005, ήτοι πέντε περίπου μήνες μετά την αγορά του ως άνω οχήματος και ενώ αυτό είχε διανύσει, μόλις 6.800 χιλιόμετρα, παρουσιάστηκε πρόβλημα στη μηχανή του.
Η ενάγουσα μετέφερε το αυτοκίνητο στο συνεργείο της πρώτης εναγομένης για "σφύριγμα στον ιμάντα". Οι τεχνικοί του συνεργείου αντικατέστησαν τα λάδια, φίλτρο λαδιού και ροδέλα κάρτερ, αποκαθιστώντας, όπως είπαν, την βλάβη. Στις 27-6-2005 εμφανίστηκε και πάλι πρόβλημα στο ως άνω όχημα, το οποίο δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία.
Η ενάγουσα αναγκάσθηκε να μεταφέρει το όχημα, μέσω οδικής βοήθειας, στο συνεργείο της πρώτης εναγομένης, που οι επιληφθέντες τεχνικοί αποκατέστησαν, όπως είπαν, το πρόβλημα, το οποίο απέδωσαν στον σπασμένο ιμάντα του δυναμό. Στις 17-7-2005 ο εκ των διαχειριστών της ενάγουσας Γ. Σ., οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο μετέβη στον Διόνυσο Αττικής, όπου η εταιρεία είχε αναλάβει την προετοιμασία δεξίωσης βάπτισης στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Χιοπολίτου.
Στάθμευσε το αυτοκίνητο στο πρανές της οδού Ανωνύμου, στη συμβολή της με τη Λεωφόρο Διονύσου, και, αφού ολοκληρώθηκε η εκφόρτωσή του, ο συνεργάτης της ενάγουσας Μ. Β. επεχείρησε να το θέσει σε λειτουργία, προκειμένου να το μετακινήσει σε χώρο που δεν θα εμπόδιζε τη δεξίωση. Με την πρώτη στροφή του διακόπτη-κλειδιού, ο κινητήρας δε λειτούργησε, ενώ με την δεύτερη προσπάθεια ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος και βγήκε καπνός από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του κινητήρα.
Αμέσως πετάχτηκε φλόγα από του αεραγωγούς του κινητήρα στο σημείο του παμπρίζ, η καμπίνα του οχήματος γέμισε καπνούς και, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, από την οποία το ανωτέρω όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Όπως προκύπτει από την έκθεση απλής αυτοψίας με ημερομηνία 17-7-2005, που συντάχθηκε από τους Β.
Ξ. (αρχιπυροσβέστη) και Π. Μ. (ανθυποπυραγό), η πυρκαγιά αποδόθηκε σε διαρροή και ανάφλεξη καυσίμου από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα του οχήματος. Η αιτία αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του Δ. Α., τεχνικού υποστήριξης της δεύτερης εναγομένης εταιρίας (αναιρεσείουσας), ο οποίος, στην με ημερομηνία 14-10-2005 ένορκη εξέτασή του ενώπιον των αρμόδιων προανακριτικών υπαλλήλων, αναφέρει ότι η μόνη πιθανή αιτία της πυρκαγιάς είναι η διαρροή καυσίμου από το σύστημα τροφοδοσίας.
Την ευθύνη για την καταστροφή του οχήματος φέρει η πρώτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), της οποίας οι προστηθέντες τεχνικοί δεν διέγνωσαν το σοβαρό πρόβλημα στο σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα του οχήματος. Ειδικότερα, οι εν λόγω προστηθέντες, από αμέλειά τους, δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείτο στις συναλλαγές, ώστε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί να εντοπίσουν το ανωτέρω πρόβλημα, εφόσον άλλωστε το όχημα είχε άλλες δύο φορές, πριν το επίδικο συμβάν, εισαχθεί στο συνεργείο της πρώτης εναγομένης λόγω του ότι είχε παρουσιάσει παρόμοια προβλήματα, τα οποία όμως δεν δικαιολογούντο με βάση τα λίγα χιλιόμετρα που είχε διανύσει (6.800) και τον χρόνο λειτουργίας του (πέντε περίπου μήνες).
Εξάλλου, οι προστηθέντες της πρώτης εναγομένης όφειλαν και μπορούσαν να διαγνώσουν το ανωτέρω πρόβλημα, εφόσον ως τεχνικοί εξουσιοδοτημένου συνεργείου ειδικά για αυτοκίνητα Fiat, είχαν τις τεχνικές γνώσεις και την απαιτούμενη εμπειρία για τον εντοπισμό του συγκεκριμένου προβλήματος. Επομένως, η πρώτη εναγομένη ευθύνεται για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα.
Όσον αφορά την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας) θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τις, με επίκληση προσκομιζόμενες, με ημερομηνία 29-9-2003 συμβάσεις: α) επίσημου διανομέα οχημάτων Fiat επαγγελματικά και β) επισήμου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών Fiat επαγγελματικά, προκύπτει ότι, η πρώτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) είναι η παραγγελιοδόχος, η οποία δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων τις οποίες συνήψε με τη δεύτερη εναγομένη, που είναι η αποκλειστική εισαγωγέας στην Ελλάδα των αυτοκινήτων Fiat επαγγελματικά, του εργοστασίου κατασκευής FIAT AUTOSPA, ορίστηκε "μη αποκλειστικός διανομέας" προκειμένου να πωλεί, εντός του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου:
α) οχήματα Fiat επαγγελματικά και β) ανταλλακτικά Fiat επαγγελματικά. Περαιτέρω, με την σύμβαση πώλησης ανταλλακτικών συμφωνήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη θα παρέχει τεχνική εξυπηρέτηση για τα οχήματα Fiat επαγγελματικά και ειδικότερα ανέλαβε την υποχρέωση να επισκευάζει και να συντηρεί τα εν λόγω οχήματα, είτε σε εκτέλεση της εγγύησης που παρείχε η κατασκευάστρια εταιρία, είτε και εκτός εγγύησης, εφόσον οι πελάτες ζητούσαν τέτοιου είδους εξυπηρέτηση.
Και όσον αφορά μεν τις συμβάσεις πώλησης οχημάτων και ανταλλακτικών, αυτές έχουν τον χαρακτήρα της σύμβασης διανομής, αφού ρητά ορίζεται στο κείμενό τους ότι η πρώτη εναγομένη (διανομέας) θα αγοράζει και μεταπωλεί συμβατικά οχήματα και ανταλλακτικά, σύμφωνα με τους όρους των προαναφερθεισών συμβάσεων, αλλά πάντοτε "κατά την δική του (διανομέα) κρίση με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο" (άρθρο 64.1 και 70.1), αντίστοιχα, των συμβάσεων επίσημου διανομέα οχημάτων Fiat επαγγελματικά και επισήμου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών Fiat επαγγελματικά) και ότι η αγορά και μεταπώληση θα γίνεται "στο όνομα και για λογαριασμό του διανομέα, δίχως καμιά εξουσία του διανομέα να διαπραγματευθεί ή να συνάψει την άνω πώληση στο όνομα και για λογαριασμό της FAH (Fiat AutoHellas-δεύτερη εναγομένη)" (άρθρα 65.1 και 71.1 των άνω συμβάσεων, αντίστοιχα).
Ρητά επίσης ορίζεται στις εν λόγω συμβάσεις, ότι ο διανομέας δεν θα θεωρείται σε καμία περίπτωση "αντιπρόσωπος ή υπάλληλος ή προστηθείς ή βοηθός εκπλήρωσης του κατασκευαστή, ούτε θα ενεργεί ή θα αποπειραθεί να ενεργήσει ή να παραστήσει τον εαυτό του, άμεσα ή έμμεσα, ως αντιπρόσωπο ή υπάλληλο ή προστηθέντα ή βοηθό εκπλήρωσης του κατασκευαστή" (άρθρα 65.4 και 71.4 αντίστοιχα, των ανωτέρω συμβάσεων).
Μάλιστα, σε περίπτωση που ο διανομέας παρουσιάζει τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο της FAH (δεύτερη εναγομένη), διαφορετικό από αυτόν του ανεξάρτητου επαγγελματία, που ενεργεί στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, γεννάται δικαίωμα καταγγελίας της FAH, για παράβαση των όρων της σύμβασης. Επομένως, η σύμβαση πώλησης του παραπάνω αυτοκινήτου, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η οποία ενήργησε για δικό της λογαριασμό, ως πωλήτρια και όχι ως εμπορικός αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης.
Ούτε, άλλωστε, υπάρχει, στην κρινόμενη περίπτωση, ομοιότητα των ανωτέρω συμβάσεων διανομής με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις περί αντιπροσωπείας, αφού, εκτός του ότι οι εν λόγω συμβάσεις ρητά ορίζονται ως συμβάσεις μη αποκλειστικής διανομής, δεν προκύπτει ότι συμφωνήθηκαν με αυτές υποχρεώσεις, που καθιστούσαν τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού (π.χ.
υποχρέωση μη ανταγωνισμού του διανομέα, υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του, υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης κλπ). Όσον αφορά όμως την, περιεχόμενη στη σύμβαση "επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών Fiat επαγγελματικά" (ξεχωριστή) σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η σχέση μεταξύ των δύο εταιριών, δεν ήταν μεν σχέση αντιπροσώπευσης, ήταν όμως αναμφίβολα σχέση εντολής και πρόστησης, αφού η δεύτερη εναγομένη είχε δυνατότητα επίβλεψης, εποπτείας και παροχής οδηγιών στην πρώτη εναγομένη, καθόσον από το κείμενο της ως άνω σύμβασης αναμφίβολα προκύπτει ότι, πρώτη εναγομένη τελούσε υπό τις γενικές οδηγίες της δεύτερης κατά την παροχή των υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης οχημάτων ... .
Στην κρινομένη περίπτωση η πρώτη εναγομένη υποχρεούτο, με βάση την ανωτέρω σύμβαση παροχής υπηρεσιών, να τηρεί, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες προδιαγραφές: α) συγκεκριμένο ωράριο λειτουργίας (7.30 π.μ.-6.00 μ.μ.), β) συγκεκριμένη εμφάνιση χώρων (πινακίδες, χρώματα βαφής κλπ) και ειδική ενδυμασία προσωπικού (αλλαγή φορμών 2 φορές το έτος), γ) υποχρεωτική παρακολούθηση από τους υπαλλήλους της όλων των σεμιναρίων σε προγράμματα που πρότεινε η δεύτερη εναγομένη, δ) προσωπικό που θα είχε την έγκριση της εναγομένης ως προς τον αριθμό, τις ακαδημαϊκές γνώσεις και την εκπαίδευση, ε) ειδικό εξοπλισμό (εργαλεία κλπ) και μηχανήματα ελεγμένα και συντηρημένα από τον κατασκευαστή τους, στ) συμμετοχή στις καμπάνιες marketing και aftersales, ζ) ασφάλιση των αυτοκινήτων που βρίσκονται στο συνεργείο (κλοπής, πυρός, ζημιών).
Με βάση τα ανωτέρω η σύμβαση παροχής υπηρεσιών εξυπηρέτησης πελατών επισκευής και συντήρησης οχημάτων εμπίπτει στην έννοια της πρόστησης, αφού η πρώτη εναγομένη, αφενός μεν βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης με την δεύτερη, η οποία ασκούσε πλήρη έλεγχο, επίβλεψη και εποπτεία επί των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών, αφετέρου δε είχε ενταχθεί στο πεδίο δράσης της, ενώ η προστήσασα εταιρεία ωφελείτο από τη δραστηριότητα της προστηθείσας επεκτείνοντας με τον τρόπο αυτό την δυνατότητα κερδών της.
Εφόσον δε η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των τεχνικών της πρώτης εναγομένης συνίστατο, κατά τα προαναφερόμενα, στην αμέλειά τους να διαγνώσουν το πρόβλημα που είχε παρουσιάσει το όχημα της ενάγουσας και να το επισκευάσουν σωστά, ήτοι εκδηλώθηκε κατά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής που παρείχαν στους πελάτες τους και συγκεκριμένα στην ενάγουσα, κατά την οποία τελούσαν υπό τις οδηγίες και την εποπτεία της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία ευθύνεται, ως προστήσασα την πρώτη εναγομένη και κατ' επέκταση και τους τεχνικούς αυτής, για τη ζημία που προκάλεσε η αμελής συμπεριφορά των τελευταίων στην ενάγουσα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, με την οποία παραπονείτο ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, για το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια, με διαφορετική αιτιολογία, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παραδοχή δε της συνεκδικασθείσας έφεσης της ενάγουσας, ως προς το ύψος της επιδικασθείσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποζημίωσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας και την αναιρεσείουσα, ως ευθυνόμενη από πρόστηση, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 33.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ. Και τούτο, διότι, αν και δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση δεν ήταν εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά ούτε και της αποκλειστικής διανομής, και ότι τόσον με την σύμβαση "επίσημου διανομέα οχημάτων Fiat επαγγελματικά", όσον και με εκείνη του "επισήμου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών Fiat επαγγελματικά", στην οποία περιλαμβανόταν και η παροχή υπηρεσιών εξυπηρέτησης πελατών επισκευής και συντήρησης οχημάτων, ρητά συμφωνήθηκε ότι ο διανομέας, δηλαδή η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.", δεν θα θεωρείται σε καμία περίπτωση "αντιπρόσωπος ή υπάλληλος ή προστηθείς ή βοηθός εκπλήρωσης του κατασκευαστή, ούτε θα ενεργεί ή θα αποπειραθεί να ενεργήσει ή να παραστήσει τον εαυτό του, άμεσα ή έμμεσα, ως αντιπρόσωπο ή υπάλληλο ή προστηθέντα ή βοηθό εκπλήρωσης του κατασκευαστή", εντούτοις, ενόψει των προρρηθεισών προδιαγραφών που συμφωνήθηκαν να τηρεί η άνω διανομέας εταιρία, ως ρήτρα, για να είναι αποδεκτή από την αναιρεσείουσα στη διάθεση των προϊόντων που την προμήθευε (αυτοκίνητα- ανταλλακτικά) και την παροχή των υπηρεσιών που παρείχε αυτή (εναγομένη-διανομέας) προς εξυπηρέτηση της πελατείας της ίδιας, αναφορικά με την επισκευή και συντήρηση οχημάτων, δέχθηκε ότι αυτά πληρούσαν το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της "πρόστησης", χωρίς αυτό κατά τις παραδοχές της να συμβαίνει, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ.
Επομένως ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3250/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, τέλος, να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3250/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο αιτιολογικό της παρούσης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ