Legislator Case Law & Legislation
1760/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of objection due to missed deadline caused by Saturday counting error.

Case Number 1760/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss an objection filed late. The lower court incorrectly calculated the twelve-working-day deadline for filing the objection, failing to exclude Saturdays from the count despite statutory provisions. The Court ruled that Saturdays are not working days for procedural deadlines unless specifically exempted, thereby validating the appellant's timely filing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 979, and 144 of the Code of Civil Procedure; Saturdays are not working days for calculating procedural deadlines unless specifically exempted by law, and thus must be excluded from the computation of time limits.

Keywords

AI generated
procedural deadlines working days calculation Saturday exclusion objection dismissal Code of Civil Procedure time limit extension supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the 1980 legislative act
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1760 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1760/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8238/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 21-12-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981 καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχομένη από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Ακολούθως στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται μεταξύ άλλων ότι το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας (εξαιρέσιμη) και δεν καταβάλλονται στο απασχολούμενο προσωπικό οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, στη δε επομένη παρ. 11 ορίζεται ποιές είναι οι ημέρες αργίας των ανωτέρω υπηρεσιών. Τέλος κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου η διαδρομή των προθεσμιών που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19:00 ώρα της τελευταίας εργάσιμης ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Σάββατο, χωρίς να είναι αργία ή εξαιρετέα, δεν είναι εργάσιμη ημέρα, εις τρόπον ώστε, όταν ο νόμος για την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως τάσσει προθεσμία που αναφέρεται σε εργάσιμες ημέρες δεν πρέπει στην προθεσμία αυτή να προσμετράται το Σάββατο, όπως η Κυριακή, εφόσον κατά το Σάββατο δεν είναι δυνατή η επιχείρηση πράξεων για τις οποίες τάσσεται η προθεσμία.

Η σε εργάσιμες ημέρες λοιπόν προσδιοριζόμενη προθεσμία δεν μπορεί να νοηθεί παρά και σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη δυνατότητα επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων, που απευθύνονται στο δικαστήριο. Ο νομοθέτης έχει γνώση των εννοιών και με σαφή διάκριση χρησιμοποιεί τους όρους "εργάσιμες ημέρες" όπως στα άρθρα 237 παρ. 3, 270 παρ. 2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 926 παρ. 1 και 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή "ημέρες αργίας" ή "εξαιρετέες" όπως στα άρθρα 125 παρ. 1, 144 παρ. 1 και 145 παρ. 4 ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω με τη διάταξη του 979 παρ. 2 εδ. α και β Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα : "Μέσα δε δώδεκα εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ.

Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού". Επομένως στην ανωτέρω προθεσμία άσκησης ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως δεν υπολογίζονται οι από την επίδοσή της κατ΄ άρθρο 979 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρόσκλησης και μετά Κυριακές και λοιπές αργίες και τα Σάββατα αφού δεν είναι εργάσιμες ημέρες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα ανακοπή κατά του σε αυτή προσδιοριζόμενου πίνακα κατάταξης αφού ως προς το κατ΄ αυτό εκπρόθεσμο της ανακοπής αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα : Η κατ΄ άρθρο 979 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρόσκληση της προσδιοριζόμενης στην ίδια απόφαση συμβολαιογράφου υπαλλήλου του πλειστηριασμού επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 2 Δεκεμβρίου 1999 και η ανακοπή ασκήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999.

Με τα δεδομένα αυτά η ανακοπή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της με το άρθρο 979 παρ. 2 εδ. α Κ.Πολ.Δ. οριζόμενης προθεσμίας των δώδεκα εργασίμων ημερών η οποία άρχισε την επομένη της επιδόσεως της πρόσκλησης της παρ. 1 του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. ημέρα (3-12-1999) και συμπληρώθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1999 ημέρα Πέμπτη μετ΄ αφαίρεση μόνο των δύο Κυριακών (ήτοι της 5-12-1999 και 12-12-1999), που μεσολάβησαν, αφού στις αν εργάσιμες ημέρες συνυπολογίζονται και οι ημέρες του Σαββάτου που εν προκειμένω μεσολάβησαν (ήτοι της 4-12-1999 και 11-12-1999), γιατί και αυτή (ημέρα του Σαββάτου) δεν είναι εξαιρετέα αλλ΄ εργάσιμη ημέρα.

Όμως ενόψει του ότι από την κατά την 2α Δεκεμβρίου 1999 επίδοση στην αναιρεσείουσα της ανωτέρω πρόσκλησης και επέκεινα μέχρι της συμπληρώσεως της προθεσμίας των δώδεκα εργασίμων ημερών μεσολάβησαν τα μη συνυπολογιζόμενα στην προθεσμία αυτή Σάββατα των 4ης, 11ης και 18ης Δεκεμβρίου 1999 και οι επίσης μη υπολογιζόμενες Κυριακές των 5ης, 12ης και 19ης Δεκεμβρίου 1999 η ανωτέρω προθεσμία των δώδεκα εργασίμων ημερών από την επίδοση στην αναιρεσείουσα της κατ΄ άρθρο 979 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πρόσκλησης έληξε σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ίδιου Κώδικα τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 1999. Κατ΄ αυτή δε όπως δέχθηκε το Εφετείο ασκήθηκε η ανωτέρω ανακοπή. Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι η ανακοπή αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και σύστοιχα με την κρίση του αυτή την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Για την αιτία αυτή ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ . αιτίαση είναι βάσιμος. Συνακολουθα πρέπει, κατ΄ άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση στο δυνάμενο να συντεθεί από άλλους δικαστές Εφετείο Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 8238/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση στο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω απ΄ αυτό εκδίκασή της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ