Legislator Case Law & Legislation
175/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce appeal as inadmissible due to lack of legal interest and prior loss.

Case Number 175/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court failed to examine her specific grounds for divorce, while the respondent contended that the marriage had already been dissolved by the appellate court. The court ruled that since the dissolution of the marriage was already established by the appellate decision, the appellant lacked the legal interest required to file a cassation appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; The right to appeal to the Supreme Court is conditional upon having a legal interest, which is absent when the substantive right sought has already been adjudicated in a final decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal legal interest divorce dissolution inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2001
Supreme Court Case 2001/2009
Supreme Court Case 1518/2008
Supreme Court Case 558/2008
Supreme Court Case 371/2008
Supreme Court Case 1419/2019
Supreme Court Case 1090/2018
Supreme Court Case 208/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 175 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Λ. , κατοίκου ... , ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της Ε. Α. , κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Νικολόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σούσκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α) από 23-10-2019, 30-11-2020 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου και β) την από 27-05-2020, αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9847/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02-04-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο απ` αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, πάρα το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 .Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Μέσω του παραπάνω από το αρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ. 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των (κυρίων και προσθέτων) λόγων αυτών. (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1090/2018, ΑΠ 208/2018). Επίσης, κατά το άρθρο 556 του Κ.Πολ.Δ. "1.

Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, που ορίζει ότι: "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι κυρία, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, πρέπει δηλαδή ο αναιρεσείων να υφίσταται από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον αντίδικό του, βλάβη, την άρση της οποίας επιδιώκει με την αναίρεση (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 754/2018, ΑΠ 1081/2017).

Το έννομο συμφέρον πρέπει: α) να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, β) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, γ) να προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης και δ) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 1003/2017) και να υπάρχει για κάθε λόγο (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 235/2019).

Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1003/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, κάθε ένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως, να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων, για την θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δυο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνον. Το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει, ότι στην δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμία περίπτωση, ούτε και στην δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και για διετή διάσταση και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, κάθε ένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επεδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους, δηλαδή η λύση του γάμου τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον ένα αιτιολογίες δέχεται δηλαδή ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης αφορά και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύει σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως, είτε κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 1532/2011). Κατά μείζονα δε, λόγο, έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση αίτησης αναίρεσης από τον ένα μόνο διάδικο κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως, ως προς την αγωγή του αυτή η έννομη συνέπεια, δηλαδή το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου, ώστε δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1142/2024, ΑΠ 1019/2024, ΑΠ 428/2016, ΑΠ 491/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ασκήθηκαν 1) από τον αναιρεσίβλητο η από 23.10.2019 αγωγή λύσης γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού, που αφορά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, και η από 30.11.2020 αγωγή ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του Ε.

και 2) από την αναιρεσείουσα η από 27.5.2020 αγωγή λύσης γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορά το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου και λόγω συνεχούς διάστασης για διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Με την ίδια αγωγή της, η αναιρεσείουσα, ενεργούσα ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης των διαδίκων, της οποίας είχε την επιμέλεια του προσώπου δυνάμει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησε να της ανατεθεί οριστικά η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της προκαταβάλει ως διατροφή α) της ανήλικης το ποσό των 6.235 ευρώ μηνιαίως και β) της ίδιας το ποσό των 8.647 ευρώ μηνιαίως και να της αποδώσει το με αριθ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, εκδόθηκε η με αριθμό 9847/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε αυτές δεκτές και απήγγειλε τη λύση του τελεσθέντος στην Αθήνα στις 27.5.2015 πολιτικού γάμου των διαδίκων, ανέθεσε οριστικά και αποκλειστικά στην αναιρεσείουσα την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης, ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του αναιρεσίβλητου με αυτήν και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει μηνιαίως στην αναιρεσίβλητη ως διατροφή της ανήλικης και της ίδιας το ποσό των 2.000 ευρώ για καθεμία.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις από 20.2.2023 και 22.2.2023 αντίστοιχα εφέσεις τους. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της από 22.2.2023 έφεσής της, παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ αρχικά έκρινε ότι η λύση του γάμου επήλθε λόγω διετούς διάστασης των διαδίκων και για το λόγο αυτό παρέλκει η έρευνα της βάσης περί ισχυρού κλονισμού, στη συνέχεια με εσφαλμένες αιτιολογίες έκρινε ότι η έγγαμη συμβίωση έχει κλονιστεί ισχυρά από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο διαδίκων και δεν εξέτασε τη βάση της αγωγής της με την οποία ζητούσε τη λύση του γάμου από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ελλείψει εννόμου συμφέροντος την παραπάνω έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον ανωτέρω λόγο της που προσέβαλε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί λύσης του γάμου των διαδίκων, δεχόμενο ότι με την παραδοχή αμφοτέρων των αγωγών, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη τη βάση αμφοτέρων των αγωγών περί διετούς διάστασης από την οποία τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης κατ'άρθρο 1439 παρ.3 ΑΚ, επήλθε το επιδιωκόμενο από αμφοτέρους τους διαδίκους διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου τους, εξέτασε δε κατά τα λοιπά και απέρριψε ως αβάσιμες αμφότερες τις εφέσεις.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται μόνο το μέρος της εφετειακής απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο ως άνω λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας στην άσκησή της, αφού η λύση του γάμου των διαδίκων επήλθε, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.4.2024 αίτηση της Ε. Β. για αναίρεση της 295/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ