Legislator Case Law & Legislation
175/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible, ruling facts are within trial court's exclusive evaluation scope.

Case Number 175/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a debt restructuring case. The appellant argued the lower court failed to consider his insolvency status, but the court ruled these claims were inadmissible as they merely challenged the factual evaluation of evidence rather than legal errors. Consequently, the court held that the trial court's assessment of facts and evidence is not subject to appellate review under the relevant civil procedure articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the factual evaluation and evidence assessment of the court of first instance, as such determinations fall exclusively within the trial court's authority.

Keywords

AI generated
appellate review scope factual evaluation standard evidence assessment immunity insolvency status claim civil procedure limitation

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 175/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της εδρεύουσας στο Λονδίνο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "GEMINI CORE SECURITISATION Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της εδρεύουσας στο Δουβλίνο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "SYMBOL INVESTMENT NPL Cο Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη - Εμμανουήλ Σταμαδιανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 635/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9949/2020, 3208/2022 μη οριστικές και 412/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2023 αίτησή του και τους από 12-4-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο o αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 22-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 21540/30/2023), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 412/2023 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της πρώτης και τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων εταιριών.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Παραδεκτοί είναι και οι από 12-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 83/2023) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για αναίρεση της ως άνω με αριθ. 412/2023 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ειδικότερα, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, στις 16-5-2023 και επίδοση αυτών στις αναιρεσίβλητες την 1-2-2024, όπως εμφαίνεται από τις με αριθ. ...-2024, ...-2024 και ...-2024, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Π., αντίστοιχα, δηλ. τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα δικόγραφα αυτά (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αναίρεσης) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων εταιριών.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη, από 2-1-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας στις 3-1-2012, δηλ.

πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι από τη ρύθμισή του αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν πτωχευτική ικανότητα. Δηλαδή, η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στον οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010.

Η ουσιαστική προϋπόθεση αυτή, της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα, με βάση το άρθρο 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων, ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου 3869/2010 είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι σύμφωνα με το σκοπό του νόμου ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς όμως κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές τους και μετέπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο της παύσης της εμπορικής τους ιδιότητας, καθώς στη περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Αντίθετα, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών τους είχαν την εμπορική ιδιότητα, εάν δηλαδή έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι, τότε απορρίπτεται η αίτηση.

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 (ΑΠ 107/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1005/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 550/2019).

Εξάλλου, ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 550/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (23-2-2023), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1943/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1227/2023).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 412/2023 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: ''......

όπως ήδη αποδείχθηκε στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. 9949/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τα έτη 2004 έως 2009 ο αιτών και ήδη εκκαλών τύγχανε ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία Ομόρρυθμη Οικοδομική-Τεχνική Εταιρεία" με αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών και ιδιόκτητων ακινήτων ή την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής επί ακινήτων τρίτων και την πώληση αυτών, καθώς και την αγοραπωλησία ακινήτων εν γένει με σκοπό το κέρδος.

Τον Ιούλιο του έτους 2009 ο αιτών προέβη σε διακοπή των εργασιών της ομόρρυθμης εταιρείας (....). Η συγκεκριμένη δραστηριότητα του αιτούντος στην ως άνω εμπορική εταιρεία απαιτούσε την οργάνωση κεφαλαίου και περιείχε και τα στοιχεία ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου, προσδίδοντας τόσο στην εταιρεία, όσο και στον ίδιο τον συμμετέχοντα σ' αυτήν αιτούντα την εμπορική ιδιότητα, γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται από αυτόν, ο οποίος εκθέτει στην κρινόμενη έφεσή του ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο απώλεσε την εμπορική ιδιότητα, ήτοι τον Ιούλιο, αλλά και μέχρι το τέλος του έτους 2009, δεν είχε παύσει τις πληρωμές του, καθώς για μεγάλο χρονικό διάστημα εξακολουθούσε να καταβάλει τις δόσεις προς τις πιστώτριες τράπεζες.

Αναφορικά, δε, με τις τελευταίες, αποδείχθηκε ότι ο αιτών, είτε ως ομόρρυθμος εταίρος, είτε ατομικά, είχε καταρτίσει μ' αυτές τις ακόλουθες συμβάσεις: Α) Με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Alpha Bank", η προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον αιτούντα, είχε καταρτίσει την υπ' αριθμ. ....2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 70.000 ευρώ, στην οποία ο αιτών και η σύζυγος του συμβλήθηκαν και ατομικά ως εγγυητές υπέρ αυτής (ομόρρυθμης εταιρείας), στο πλαίσιο της οποίας λειτούργησε ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός (...). Ως προς τη σύμβαση αυτή, αν και ζητήθηκε από το παρόν Δικαστήριο δια της υπ' αριθμ. 9.949/2020 μη οριστικής απόφασής του, εντούτοις, ο αιτών δεν προσεκόμισε απόσπασμα της κίνησης του τηρούμενου λογαριασμού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έως τον Ιούλιο του έτους 2009, καθώς και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα έως τις 27.09.2011, ούτως ώστε νο μπορεί να αποδειχθεί ο προαναφερθείς ισχυρισμός του περί πραγματοποίησης καταβολών και δη κατά το χρονικό διάστημα που είχε την εμπορική ιδιότητα.

Β) Με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον αιτούντα, είχε καταρτίσει την υπ' αριθμ. ....2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (μετά ιων πρόσθετων αυτής πράξεων), ποσού 800.000 ευρώ, στην οποία ο αιτών και η σύζυγος του συμβλήθηκαν και ατομικά ως εγγυητές υπέρ της ομόρρυθμης εταιρείας.

Σημειώνεται ότι η τελευταία πρόσθετη πράξη, ήτοι η υπ' αριθμ. ....2010 πρόσθετη πράξη (η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, στην παροχή του δικαιώματος χρήσης υπεραναλήψεως έως τις 30.04.2011, βλ. σχετ. 53 των από 16.09.2022 προτάσεων του εκκαλούντος), καταρτίσθηκε από την ομόρρυθμη εταιρεία και τους εγγυητές της σε χρονικό διάστημα μετά την προαναφερθείσα διακοπή εργασιών της εταιρείας τον Ιούλιο του έτους 2009 και δη μετά την πάροδο ενός περίπου έτους, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αιτούντος, και ως εκ τούτου συνάγεται ότι αυτή συνέχιζε εν τοις πράγμασι την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας.

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως άνω σύμβασης πίστωσης ανοίχθηκαν και λειτούργησαν διαδοχικά οι υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... λογαριασμοί. Ειδικότερα, από την κίνηση του τηρούμενου υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της περιόδου από 23.06.2006 έως 27.09.2011 (οπότε έκλεισε αυτός και μεταφέρθηκε το ποσό στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης) προκύπτει ότι ο αιτών ήδη προ της απώλειας της εμπορικής του ιδιότητας είχε καταστεί υπερήμερος οφειλέτης, καθώς κατά τα έτη 2009-2010 έχει πραγματοποιήσει τέσσερις μεμονωμένες καταθέσεις και δη στις 11.06.2009, στις 10.09.2009, στις 12.01.2010 και στις 14.04.2010, ενώ υφίσταντο ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

Επομένως, δεν αποδεικνύεται ο προαναφερθείς ισχυρισμός του περί πραγματοποίησης καταβολών επί μακρό χρονικό διάστημα, καθώς οι λοιπές γενόμενες πιστώσεις δεν ήταν αποτέλεσμα πραγματικών καταβολών του αιτούντος (άλλωστε δεν προσκομίζει σχετικά αποδεικτικά κατάθεσης περί τούτου), αλλά αποτελούσαν ταυτόχρονες χρεοπιστώσεις ποσών τόκων εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας για λόγους λογιστικής τάξης, όπως, άλλωστε, τούτο αποτυπώνεται εναργώς στην κίνηση του λογαριασμού.

Ακολούθως, πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών δεν προσεκόμισε τα αιτούμενα από το παρόν Δικαστήριο δια της υπ' αριθμ. 9949/2020 μη οριστικής απόφασης του, αντίγραφα της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου και των υπ' αριθμ. ... και ... συμβάσεων πιστωτικών καρτών, αλλά ούτε και της κίνησης του τηρούμενου λογαριασμού ως προς την πρώτη εξ αυτών.

Επομένως, εκ της μη προσκομιδής αντιγράφου της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου δεν μπορεί να αποδειχθεί ο ισχυρισμός του αιτούντος περί του ότι ήταν καταναλωτικό του δάνειο, μη σχετιζόμενο με την εμπορική του δραστηριότητα, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης.

Γ) Με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (τρίτη εφεσίβλητη) ο αιτών κατήρτισε την υπ' αριθμ. ....2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 110.000 ευρώ, για την επισκευή οικίας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι δεν προκύπτει σαφώς εάν το δάνειο αυτό αφορούσε στην κύρια οικία του αιτούντος ή σε έτερο ακίνητο του, ενόψει και της ύπαρξης πλειόνων οριζόντιων ιδιοκτησιών στην κυριότητά του (...).

Από την κίνηση του τηρούμενου υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της περιόδου από 15.09.2008 έως 31.07.2012 (οπότε έκλεισε αυτός) προκύπτει ότι κατά τα έτη 2010 - 2011 ο αιτών πραγματοποιούσε πράγματι, έστω και μειωμένες, καταβολές έναντι της οφειλής του. Ωστόσο, πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών δεν προσεκόμισε αντίγραφο της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης πιστωτικής κάρτας. Ακολούθως, αναφορικά με την έτερη επιχειρηματική δραστηριότητα του αιτούντος, αποδείχθηκε ότι μετά τη διακοπή των εργασιών της ομόρρυθμης εταιρείας και δη στις 11.08.2009 ο αιτών δήλωσε στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου τη μεταβολή της ατομικής (και όχι της εταιρικής) δράστηριότητάς του και δη την ενασχόληση του με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μετατροπή ηλιακής ενέργειας, ενώ στις 31.12.2009 δήλωσε την παύση των εργασιών του (...).

Επομένως, ο αιτών διατηρούσε την εμπορική του ιδιότητα έως τα τέλη του έτους 2009. Ο εκκαλών με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αυτός ήταν ομόρρυθμος εταίρος εταιρείας έως τις 31.12.2009, πλην όμως τούτο δεν προκύπτει εκ της επισκόπησης αυτής, καθώς σ' αυτήν αναφέρεται σαφώς ότι η εταιρεία λύθηκε το έτος 2009, σύμφωνα με την από 27.07.2009 βεβαίωση διακοπής εργασιών της Δ.Ο.Υ.

Κορωπίου. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης. Ακολούθως, με βάση τα προεκτεθέντα, προ της απώλειας της εμπορικής ιδιότητας, ο αιτών είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, ήτοι σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του (άρθρο 3§1 του Ν. 3588/2007) και, συνακόλουθα, διέθετε την πτωχευτική ικανότητα.

Τούτο συνάγεται σαφώς τόσο από την κίνηση του τηρούμενου λογαριασμού στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όσο και από το γεγονός της μη προσκομιδής από τον αιτούντα της κίνησης του τηρούμενου λογαριασμού στην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενόψει του ότι αμφότερες οι συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αφορούσαν στην εξυπηρέτηση της εμπορικής δραστηριότητας του αιτούντος.

Αντιθέτως, ως προς τη δανειακή σύμβαση με την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." δεν καθίσταται απολύτως σαφές εάν αφορούσε στην οικία του αιτούντος ή στην εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτού, ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ομόρρυθμη εταιρεία είχε ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αγοραπωλησία κατοικιών.

Ο αιτών δεν εισέφερε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το δάνειο αυτό αφορούσε στην κύρια οικία του επί της οδού ..., στο Πόρτο Ράφτη (η, δε, διεύθυνση αυτή αποτελούσε και έδρα της ομόρρυθμης εταιρείας ....) και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι και αυτό αφορά οτην εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητας, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρεμφερή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, χωρίς να εξαφανίζεται η εκκαλουμένη, έκρινε ότι ο αιτών διέθετε την εμπορική ιδιότητα και ότι τα προς ρύθμιση χρέη του ήταν εμπορικά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, απορριπτόμενων ως κατ' ουσίαν αβάσιμων του τρίτου λόγου της έφεσης, καθώς και του πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής.....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την από 30-7-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 68/2013) έφεση και τους από 14-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 19779/926/28-2-2018) πρόσθετους λόγους έφεσης του αιτούντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 635/2013 (πρωτόδικης) οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη η από 2-1-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω δικαστήριο, για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτής και ειδικότερα δεν πληρούτο, κατά τα προεκτεθέντα, η αναγκαία ουσιαστική προϋπόθεση της εν λόγω διάταξης, της έλλειψης δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας από πλευράς του αιτούντος - αναιρεσείοντος, η οποία (προϋπόθεση) πρέπει να συντρέχει αναγκαία για τη νομική δυνατότητα ένταξης του τελευταίου στο ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διέλαβε στη πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας από πλευράς του αιτούντος - αναιρεσείοντος κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής του για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της παύσης των πληρωμών του όταν ακόμα είχε την εμπορική ιδιότητα, γεγονός που δεν του επιτρέπει να υπαχθεί στη προστασία του ανωτέρω νόμου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι: α) τον Ιούλιο του έτους 2009 ο αιτών προέβη σε διακοπή των εργασιών της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία Ομόρρυθμη Οικοδομική-Τεχνική Εταιρεία" με αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών και ιδιόκτητων ακινήτων ή την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής επί ακινήτων τρίτων και την πώληση αυτών, καθώς και την αγοραπωλησία ακινήτων, β) σε χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή εργασιών της εταιρείας (Ιούλιο του έτους 2009) και δη μετά την πάροδο ενός περίπου έτους, συνέχιζε εν τοις πράγμασι την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και γ) ο αιτών, είτε ως ομόρρυθμος εταίρος, είτε ατομικά, είχε καταρτίσει με τις πιστώτριες καθών η αίτηση ανώνυμες εταιρείες τις αναφερόμενες συμβάσεις και πριν την απώλεια της εμπορικής ιδιότητας, είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, δηλ.

σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του και, συνακόλουθα, διέθετε πτωχευτική ικανότητα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος οι οποίες εμπεριέχονται στο πρώτο και δεύτερο πρόσθετους αναιρετικούς λόγους, περί ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ότι: α] .... ο αιτών δεν προσκόμισε τα αιτούμενα από το παρόν δικαστήριο δια της με αριθ. 9949/2020 μη οριστικής απόφασής του αντίγραφα της υπ' αριθ. ...

σύμβασης δανείου και των υπ' αριθ. ... και ... συμβάσεων πιστωτικών καρτών, αλλά ούτε και τη κίνηση του τηρούμενου λογαριασμού και επομένως, εκ της μη προσκομιδής αντιγράφου της με αριθ. ... σύμβασης δανείου δεν μπορεί να αποδειχθεί ο ισχυρισμός του αιτούντος περί του ότι ήταν καταναλωτικό του δάνειο, μη σχετιζόμενο με την εμπορική του δραστηριότητα, απορριπτομένου ως κατ' ουσία αβάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης....

και β] .... από την κίνηση του τηρούμενου υπ' αριθ. ... λογαριασμού της περιόδου από 15-9-2008 έως 31-7-2012 (οπότε έκλεισε αυτός) προκύπτει ότι κατά τα έτη 2010-2011 ο αιτών πραγματοποιούσε πράγματι, έστω και μειωμένες καταβολές έναντι της οφειλής του. Ωστόσο, πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών δεν προσκόμισε αντίγραφο της υπ' αριθ. ...

σύμβασης πιστωτικής κάρτας ....., είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου στην απόφασή του, ότι κάποιο από τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίστηκε, ανάγεται σε πράγματα και, συνεπώς, δεν υπόκειται, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 106/2024, ΑΠ 808/2022, ΑΠ 1434/2022, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 708/2015, ΑΠ 1468/2012). Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1712/2024, ΑΠ 1230/2023), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι οι λόγοι αναίρεσης που το πρώτον προτείνονται με το από 19-11-2024 "σημείωμα" του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, προτείνονται απαραδέκτως κατ' άρθρο 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι δεν προβλήθηκαν ως λόγοι αναίρεσης με το αναιρετήριο (ή δικόγραφο πρόσθετων λόγων) και πρέπει να απορριφθούν (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 810/2023, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017).

Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1913/2024, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερόμενων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1913/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο έως και όγδοο λόγους της αίτησης αναίρεσης, επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ'του ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ότι προσκόμισε ενώπιόν του (συμβάσεις δανείων-αλληλόχρεων λογαριασμών με τις πιστώτριες, πρόσθετες πράξεις αυτών, κινήσεις λογαριασμών).

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης και επομένως δεν εφαρμόζονται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ. α' και β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015).

Με τον ένατο και δέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης και τον τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 5 εδ.β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (εσφαλμένα στους λόγους αναίρεσης αναφέρεται ο αριθμός 8), με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ότι:

α) μετά τη διακοπή της εμπορικής του δραστηριότητας συνέχισε να καταβάλει δόσεις στις τράπεζες και β) σε ουδεμία εμπορική πράξη αυτός προέβη μετά τη διακοπή της εμπορικής του ιδιότητας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι πριν την απώλεια της εμπορικής ιδιότητας, ο αναιρεσείων είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, δηλ.

σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του και, συνακόλουθα, διέθετε την πτωχευτική ικανότητα. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων δεν αιτιάται τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών του, αλλά παραπονείται γιατί το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδ.

β` του ΚΠολΔ, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά το μέρος κατά το οποίο ο αναιρεσείων, με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέμφεται το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο για τη μη λήψη υπόψη των ως άνω ισχυρισμών του, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι με τις αιτιάσεις του στο σύνολο των αναιρετικών λόγων, ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1943/2024, ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1943/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021).

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 597/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 21540/30/2023) και τους από 12-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 83/2023) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθ. 412/2023 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ