Legislator Case Law & Legislation
175/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax assessment due to vague debt details and lack of notification.

Case Number 175/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the taxpayer's appeal against a tax assessment, ruling that the debt notice was legally invalid due to insufficient detail and failure to notify the parties. The court found the assessment vague regarding loan specifics and interest calculations, which prevented the taxpayers from effectively challenging the amount. Consequently, the appeal was rejected, and the taxpayers were ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 2 of Law 356/1974; Art. 73 para. 1 of Law 356/1974: A tax assessment notice is invalid if it lacks specific details on the debt composition and fails to notify the debtor, thereby depriving them of effective legal protection.

Keywords

AI generated
tax assessment validity vague debt notice lack of notification tax collection code effective legal protection court costs allocation administrative appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 2 of Law 356/1974
Art. 73 para. 1 of Law 356/1974
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 175/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και 2) Ν. Θ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λάππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 2294/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 513/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974 "Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)", όπως το ΝΔ αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση κατά το άρθρο 85 παρ. 4 του νέου ΚΕΔΕ (Ν.4978/7-10-2022), που τον κατήργησε, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:

α) Η βεβαίωση κατά τον νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 73 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται, επί πειθαρχική αυτού ευθύνη, να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν δυνάμενος και να κοινοποιήσει αυτήν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις...".

Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 του ΚΕΔΕ προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Η απόδειξη της ύπαρξης του νόμιμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει στη δίκη των άρθρων 73 επ.

ΚΕΔΕ τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων, που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής) καθώς και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρα 1, 2, 5, και 7 ΚΕΔΕ)(ΑΠ 780/2023, ΑΠ 488/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 του Π.Δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.": "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ιδίου Π.Δ. "η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου", όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ`ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 780/2023, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 134/2012, ΑΠ 821/2021).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Για την κάλυψη μέρους των δαπανών μετεγκατάστασης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού της μονάδας της για την παραγωγή ετοίμων ενδυμάτων στην ..., η εκ των ανακοπτόντων εταιρία με την επωνυμία ... (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), της οποίας ο εκ των ανακοπτόντων Ν.

Θ. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, κατάρτισε με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ... τις από 25.5.1988, 14.11.1989 και 09.11.1990 τρεις (3) δανειακές συμβάσεις, επί των οποίων έγιναν ακολούθως και ρυθμίσεις οφειλών με την υπογραφή διαδοχικά από τα ίδια ως άνω συμβαλλόμενα μέρη της με αριθμό ...

συμβολαιογραφικής πράξης ρύθμισης ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών, του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της μνησθείσας πράξης ρύθμισης και του από 30.6.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης οφειλών, την αποπληρωμή δε αυτών εγγυήθηκε σε κάθε περίπτωση, το καθού Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον).

Λόγω της μη εξόφλησης των εν λόγω δανείων, με βάση: α) το από 13.3.2007 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, που στο μεταξύ κατέστη αυτοδικαίως καθολική διάδοχος της ανωτέρω δανείστριας τράπεζας λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως, προς την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, β) την εκδοθείσα από την εν λόγω τράπεζα αναλυτική κατάσταση χρεοπιστώσεων από 01.01.1994 - 13.3.2007 περιέχουσα την ανάλυση, κατά χρόνο και αιτία, των επιμέρους οφειλόμενων ποσών με τόκους, γ) τη μνησθείσα συμβολαιογραφική πράξη ρύθμισης και τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, αφενός τροποποίησης της συμβολαιογραφικής αυτής πράξης και αφετέρου ρύθμισης της οφειλής και δ) τους σχετικούς χρηματικούς καταλόγους, εξεδόθησαν οι αντίστοιχες τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του ...

της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που απεστάλησαν προς τη ΔΟΥ ... για βεβαίωση. Ακολούθως, και σε εκτέλεση του με αριθμό 8641/15.3.2007 εγγράφου της προδιαληφθείσας Διεύθυνσης, εκδόθηκε από την Προϊσταμένη του τμήματος εσόδων της ΔΟΥ ... η με αριθμό ...

ταμειακή βεβαίωση, ενεργηθείσα σύμφωνα με την με αριθμό ... απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, για το ποσό των 2.348.026,17 ευρώ, σε βάρος της εκ των ανακοπτόντων μνησθείσας εταιρίας, ως υπόχρεου από την κατάπτωση εγγύησης του καθού ..., που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της Τράπεζας Πειραιώς. Εν συνεχεία, για τα ανωτέρω χρέη απεστάλησαν στους ανακόπτοντες η ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος, καλουμένων τούτων να καταβάλουν το ποσό των 2.348.026,17 ευρώ, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανακοπή και την ένδικη έφεση, και δεν αρνείται το καθού η ανακοπή.

Ωστόσο στην ανωτέρω προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση αλλά και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο, αναφέρεται ως είδος φόρου ... και αναγράφεται μόνο το ανωτέρω συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής. Επομένως με την ανωτέρω εγγραφή ως είδος φόρου δεν προσδιορίζεται η αιτία της οφειλής, ενώ με την αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου ποσού δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της.

Από την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων στη βεβαίωση αυτή, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αρνούνται το ύψος της οφειλής, δεν μπορούν να ελέγξουν αυτήν, υφιστάμενοι βλάβη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά με την ακύρωση της εν λόγω αόριστης ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου.

Το καθ' ου η ανακοπή ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλαμβάνει και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι το ύψος της οφειλής, που βεβαιώθηκε σε βάρος της εκ των ανακοπτόντων εταιρίας με την εν λόγω ταμειακή βεβαίωση, προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και αιτιολογία προέλευσης στα ακόλουθα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα:

α) το από 13.3.2007 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ προς την 25 Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο οποίο αναλύεται η οφειλή κατά κεφάλαιο (η κατά νόμο οφειλή της 04.8.2004 ποσού 1.796.883,85 ευρώ), τόκους (μέχρι 12.3.2007 ποσού 551.117,32 ευρώ) και έξοδα (25,00 ευρώ) καθώς και το συνολικό ποσό της οφειλής (2.348.026,17 ευρώ), β) την εκδοθείσα από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ αναλυτική κατάσταση χρεοπιστώσεων από 01.01.1994-13.3.2007, στην οποία αναλύονται κατά χρόνο και αιτία τα επιμέρους ποσά του χρέους σύμφωνα και με τις ρυθμίσεις που στο μεταξύ έλαβαν χώρα (ΚΥΑ 10123/1999 για ρύθμιση του υπολοίπου της 31.12.1993, άρθρο 30 ν. 2789/2000 για διαγραφή οφειλής στις 09.5.2001, άρθρο 30 ν. 3259/2004 για ρύθμιση οφειλής στις 04.8.2004), οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) που καταλογίστηκαν με έκθεση και των επιτοκίων (συμβατικού και υπερημερίας) που εφαρμόστηκαν κατά τον εκτοκισμό της απαίτησης ως και των λοιπών επιβαρύνσεων, τα έξοδα που χρεώθηκαν καθώς και οι γενόμενες καταβολές της πιστούχου εταιρίας καθόλο το χρονικό διάστημα και γ) την από 15.3.2007 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του ...

φέρουσα τη σημείωση της με αριθμό 1.906/21.3.2007 ανακοπτόμενης ταμειακής βεβαίωσης της Προϊσταμένης της ΔΟΥ ..., στην οποία καθορίζεται το οφειλόμενο ποσό κατά είδος εσόδου [..., κεφάλαιο (2.348.026,17 ευρώ), τόκους συμβατικούς (-), τόκους υπερημερίας (-), έξοδα (-) και σύνολο(2,348.026,17 ευρώ). Τα ανωτέρω δε έγγραφα μαζί με τη με αριθμό ...

συμβολαιογραφική πράξη ρύθμισης ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών, το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μνησθείσας πράξης ρύθμισης και το από 30.6.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλών συγκροτούν κατά τον ισχυρισμό του, τον νόμιμο τίτλο είσπραξης της απαίτησής του, και ως εκ τούτου ότι ο τίτλος είναι πλήρως ορισμένος διαλαμβάνων πλήρη αιτιολογία και νόμιμος.

Ωστόσο, όπως το ίδιο το καθού η ανακοπή ισχυρίζεται στις προτάσεις του, τα ανωτέρω έγγραφα απέστειλε η 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προς τη ΔΟΥ ..., προκειμένου να πληρωθεί το ποσόν των 2.348.026,17 ευρώ από το καθ' ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παράσχει και από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ούτε το καθού ισχυρίζεται, ότι τα ανωτέρω έγγραφα συγκοινοποιήθηκαν με την ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο και στους ανακόπτοντες, οποτεδήποτε και πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε αυτοί να είναι σε θέση να προβάλλουν με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς τους κατά της οφειλής, μη αρκούσας για την επαρκή και ασφαλή γνώση του είδους του χρέους, του ύψους του και της χρονολογίας βεβαίωσής του α) της εκ μέρους των ανακοπτόντων υπογραφής της μνησθείσας συμβολαιογραφικής πράξης ρύθμισης και των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών αφενός τροποποίησης αυτής και αφετέρου ρύθμισης της οφειλής, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του καθού, ιδίως μετά τη μεταγενεστέρως λαβούσα χώρα επαναρύθμιση της επίδικης οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και μετά τον καταλογισμό τόκων μέχρι 12.3.2007 και β) της προσκόμισης των εγγράφων του νόμιμου τίτλου του καθού προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, σύμφωνα με όσα διελήφθησαν στη μείζονα σκέψη.

Συνέπεια της ανωτέρω παράλειψης κοινοποίησης των ανακοπτόμενων πράξεων με τη συνοδεία των αναγκαίων εγγράφων (δημόσιων ή ιδιωτικών), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, οι ανακόπτοντες υπέστησαν βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των οικονομικών τους συμφερόντων, που δεν μπορεί να θεραπευτεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου".

Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αρ. 2294 /2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανακοπή τους, και δικάζοντας κατ' ουσίαν την από 3/6/2008 ανακοπή αυτή, την έκανε δεκτή ως προς τον πρώτο λόγο της, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της, γιατί έκρινε ότι παρέλκει η εξέτασή τους, και ακύρωσε την ανακοπτόμενη υπ' αρ. 1906/21-3-2007 Ταμειακή Βεβαίωση και τον αντίστοιχο Χρηματικό Κατάλογο της Δ.Ο.Υ. ....

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 παρ. 1 και 75 παρ. 1 του Ν.Δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 55 και 61 παρ. 2 του Π.Δ. 16/1989, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους, καθόσον, οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) ότι η εκδοθείσα σε βάρος των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κοινοποιηθείσα σε αυτούς ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση, με το συνημμένο σ' αυτήν χρηματικό κατάλογο, που εξέδωσε η Δ.Ο.Υ. ..., με βάση την οποία αυτοί κλήθηκαν από το καθού και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλουν το ως άνω ποσό των 2.348.026,17 ευρώ, ήταν αόριστη, γιατί δεν περιείχε, πέραν της αναφοράς του είδους της οφειλής ως ...

και του ανωτέρω συνολικού ποσού της οφειλής, ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση των συμβάσεων δανείων και πλήρη ανάλυση της οφειλής κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και αιτιολογία προέλευσης, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής, β) ότι τα αναφερόμενα, τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στους λόγους ανακοπής, έγγραφα του αναιρεσείοντος, τα οποία εξειδικεύουν την απαίτηση, ουδέποτε συγκοινοποιήθηκαν στους αναιρεσιβλήτους και πάντως πριν την λήξη της προθεσμίας άσκησης της ένδικης ανακοπής, και γ) ότι από την έλλειψη αυτή οι ανακόπτοντες υπέστησαν βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των οικονομικών τους συμφερόντων, που δεν μπορεί να θεραπευτεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου, δικαιολογούσαν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός καταλόγος είναι άκυροι, λόγω της ως άνω αοριστίας τους και ότι συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, όπως και η ανακοπή του και να ακυρωθούν αυτοί, δεδομένου ότι δεν αρκούσε η προσκόμιση των προαναφερόμενων εγγράφων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και, επίσης, δεν αρκούσε για την επαρκή και ασφαλή γνώση από τους αναιρεσίβλητους του είδους του χρέους, του ύψους του και της χρονολογίας βεβαίωσής του, κατά τον χρόνο κοινοποίησης της ανακοπτόμενης ταμειακής βεβαίωσης, η εκ μέρους των ιδίων υπογραφή της υπ' αρ. ...

συμβολαιογραφικής πράξης ρύθμισης της οφειλής και των από 30-8-1995 και 30-6-2003 ιδιωτικών συμφωνητικών, αφενός τροποποίησης αυτής και αφετέρου νέας ρύθμισης της, αφού, κατά τα αναφερόμενα και στους λόγους αναίρεσης, μετά την σύναψη του τελευταίου ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης της επίδικης οφειλής, ακολούθησε επαναπροσδιορισμός της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και καταλογισμός τόκων μέχρι 12.3.2007, τα οποία δεν ήταν γνωστά στους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του ΚΠολΔ(όχι δε και από το αριθμό 19, κατά την νοηματική εκτίμηση των λόγων), είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 27-12-2021 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 513/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και -

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ