Legislator Case Law & Legislation
175/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and rejects civil claim as illegal, ordering state to win costs.

Case Number 175/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the Second Instance Court's decision. The State argued that the lower court's judgment was legally flawed, while the private plaintiffs did not appear in court. The court ruled that the plaintiffs' claim was illegal and therefore inadmissible, leading to the rejection of the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case ex officio when a party fails to participate in the appeal hearing, and if the underlying claim is found illegal, it must be rejected without further proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal hearing ex officio examination illegal claim court costs non-appearance rejection of lawsuit

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 4, paragraph 1 of Law 4831/2021
Article 20, paragraph 1 of Law 4831/2021
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1387/2019
Case 234/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 175 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 175/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Γ. του Γ. και 2)Β. Κ. του Β., κατοίκων ……, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1839/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1488/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί (Α.Π. 1387/2019). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 234/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 21-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 140/14/12-01-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 122/2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 1488/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12-04-2022), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 10826Δ' και 10827Δ'/20-10-2021 εκθέσεις επίδοσης, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Γ.. Γ., τις οποίες νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, προκύπτει ότι το τελευταίο επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 129 παρ. 1, 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, 498 και 568 του ίδιου Κώδικα, στο Δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Καμπίτη, ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις προς τις αναιρεσίβλητες, ο οποίος έχει υπογράψει την ένδικη από 26-08-2010 αγωγή και εκπροσώπησε αυτές, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, της με αριθμό 1839/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης με αριθμό 1488/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τη με αριθμό πρωτ. 118/13-10-2021 Βεβαίωση Αναβολής της Γραμματέως του B2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-10-2021, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας, με κλήση προς παράσταση κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο.

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις επίδοσης, προκύπτει ότι το αναιρεσείον επέδωσε, κατά τα άρθρα 122, 129 παρ. 1, 143 παρ. 1, 498 και 568 του ΚΠολΔ, στον ίδιο ως άνω Δικηγόρο Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη της Αντιπροέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος για συζήτηση της υπόθεσης είχε οριστεί η 12-10-2021, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε, με αναγραφή στο πινάκιο, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, για την δικάσιμο της που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12-04-2022).

Περαιτέρω, ο ως άνω Δικηγόρος των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχει αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητες έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτών.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ) με αριθμό 1488/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 22-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8100/29-12-2015 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 1839/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 26-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149194/5012/27-08-2010 αγωγή των εναγουσών - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Α.

Ν.. Γ. και Β. Β.. Κ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 12-01-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19-03-2019, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του α.ν. 765/1943, (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας, σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.

Α.Π. 4/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-04-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο τους Ο.Τ.Α. ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ/μα 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-06-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ/τος 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους (Ολ.

Α.Π.16/2017), προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-07-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ/τος 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ.

και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999, είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί, ως περίπτωση κα', στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Συνεπώς, η επιδοτούμενη, κατά τα άνω, πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και, για το λόγο αυτό, ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (Α.Π. 589/2022, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017).

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν, ούτε κατ' εξαίρεση, να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ενόψει, λοιπόν, των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (Ολ.

Α.Π. 6/2022, Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007, Α.Π. 66/2020). Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 7/2011, Α.Π. 530/2013). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.

ΑΠ 7/2011, Ολ. ΑΠ 18/2006, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' (όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2956/2001) και 15 εδ. α' και β' του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205), ορίστηκε, αντίστοιχα, ότι: "1.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.

Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, στην από 26-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149194/5012/27-08-2020 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεταν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος stage, μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως φορέα υλοποίησης αυτού (προγράμματος) και των ιδίων, απασχολήθηκαν από το αντίδικό τους, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα των ετών 2007 έως και 2010, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι οι ως άνω συμβάσεις τους στην πραγματικότητα, δεν αφορούσαν την εκπαίδευσή τους και την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ήταν προσχηματικός, με αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, καθόσον στην πραγματικότητα η απασχόλησή τους είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ότι, αν και παρείχαν επιμελώς την εργασία τους το εναγόμενο, αφενός μεν κατήγγειλε, χωρίς τη νόμιμη διαδικασία, τις εργασιακές τους συμβάσεις, αφετέρου δε έπαυσε καταχρηστικώς να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν : α) να αναγνωριστεί ότι η συνδέουσα αυτές και το εναγόμενο συμβατική εργασιακή σχέση αποτελούσε μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, απασχολώντας αυτές στη θέση, την ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακής τους ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων, με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ, για κάθε μία εξ αυτών και για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ όπως ίσχυσαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1839/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 281 του Α.Κ., 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 8 του Συντάγματος και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 και περαιτέρω ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν κάθε μία από τις ενάγουσες με το εναγόμενο συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, περαιτέρω, αναγνώρισε την ακυρότητα της εκ μέρους του καταγγελίας των ενιαίων συμβάσεων, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να απασχολεί στο μέλλον τις ενάγουσες στη θέση την ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακής τους ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων, με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους πενήντα (50,00) ευρώ, υπέρ καθεμίας και για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της απόφασης αυτής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 22-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8100/2015 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1488/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν τις ενάγουσες με το εναγόμενο, είχαν για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. του Α.Κ., 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας και με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίμαχες συμβάσεις δεν μπορεί να θεωρηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού τούτο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και στην περίπτωση που οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, δεδομένου ότι οι εν λόγω συμβάσεις καταρτίστηκαν, στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, μέσω του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και συγκεκριμένα το πρώτον, για μεν την πρώτη των εναγουσών στις 15-01-2007, για δε την δευτέρα αυτών στις 12-4-2007, ήτοι μετά την 17-04-2001, ημερομηνία ισχύος των παρ. 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και τις ρυθμίσεις του εκδοθέντος για την εφαρμογή της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας με αρ. 164/2004 Π.Δ/τος, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, καθότι αυτές αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, παραβίασε ευθέως το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ.

β του Δ/τος, καθότι από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ/τος 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως ο μόνος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και, συνεπώς, απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να δικασθεί η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί αυτή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, μειωμένων όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1488/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 22-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8100/29-12-2015 έφεση του αναιρεσείοντος.

Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει τη με αριθμό 1839/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την από 26-08-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149194/5012/27-08-2020 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή. Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για την αναιρετική δίκη, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, ως και τη δικαστική δαπάνη αυτού για αμφοτέρους τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ