Supreme Court dismisses appeal where minor's parents lose standing after child reaches majority age.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a second-instance judgment regarding interest on legal costs. The parents of the insured minors had lost standing to appeal because the children had reached the age of majority, automatically terminating their guardianship representation. The court found the lower court's reasoning on interest applicable clear and sufficient, rejecting the claim of procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon a ward reaching majority, the guardian's representation ceases automatically, and any appeal must be filed in the ward's own name. Furthermore, deficiencies in reasoning regarding evidence evaluation are not grounds for appeal unless the finding is unclear and renders review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 175 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 175/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Λ. του Α., 2) Β Β. του Κ., συζ. Γ. Λ., 3) Γ. Λ. και Β. Β., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Χ., Τ. και Β., 4) Μ. Λ. του Γ., 5) Μ. Λ. του Γ. και 6) Φ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Μαμαλούγκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 30-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Χ. Λ. του Γ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Γ. Λ. και Β. Β., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτήν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5857/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, δηλαδή στο δικό του όνομα, και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά των Γ.
Λ. και Β. Β., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Χ., Τ. και Β.. Ο πρώτος των ως άνω ανηλίκων Χρήστος Λιακόπουλος, με δήλωσή του στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Φωτεινής Μαμαλούγκα (σχετ. το υπ' αριθμ. ...
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Νικολάου Τρούσα), γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει, ατομικά πλέον, την παρούσα δίκη, η οποία επαναλαμβάνεται στο πρόσωπό του. Πράγματι, ο τελευταίος γεννήθηκε στις 8-8-2002 και ενηλικιώθηκε στις 8-8-2020, ήτοι μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 25-2-2020.
Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του και νομίμως συνεχίζεται η δίκη στο όνομά του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3557/2007, και εν συνεχεία με το άρθρο 36 ν. 3746/2009 (ΦΕΚ Α 27/16-2-2009), ισχύει δε εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου του ενδίκου ατυχήματος (2014): "Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.
Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ΠΓΠΝ/1911 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 114 ΕισΝΑΚ) "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνον του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητο είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δε αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον." Από τη διάταξη αυτή, ενόψει και του σκοπού του νόμου, που απέβλεψε στην αυξημένη και αντικειμενική ευθύνη του κατέχοντος αυτοκίνητο, ως τίμημα αυτού για την έναντι των κινδύνων από τη λειτουργία του απόλαυση των ωφελειών του, προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την επ' αυτού φυσική εξουσία (άρθρο 974 Α.Κ.), αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο (ως κύριος ή επικαρπωτής), ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, δυνάμει συμβάσεως με τον κύριο λ.χ.
μισθώσεως, χρησιδανείου κ.λ.π. Εισάγεται δηλαδή, για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου, το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, υπό την έννοια της συγκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε υπό τη μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρετήσεως διαφόρων αναγκών του κατόχου (Ολ.ΑΠ 3/1987, ΑΠ 681/2014).
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ο κύριος του οχήματος μεταβιβάσει, δυνάμει συμβάσεως, την κατοχή και εκμετάλλευση του οχήματός του σε τρίτο, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβιβάσεως της κυριότητας, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, η λύση δε αυτής ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.
Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1183/2020, 1454/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Δικαστική ομολογία, δηλαδή, συνιστά η παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 450/2019, 1711/2008).
Η κατά τα παραπάνω δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2020, 1025/2019, 685/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα, προς απόδειξη του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού της περί λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως πριν την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) την περιεχόμενη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του εναγομένου Μ.
Κ., έχουσα ισχύ πλήρους αποδείξεως, δικαστική ομολογία αυτού, ότι είχε αγοράσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο από τον Π. Τ. στις 29-10-2013, από την οποία αποδεικνύεται πλήρως ότι η μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου Π. Τ. ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε αυτοδικαίως, κατ' άρθρ. 36 Ν. 3746/2009, στις 29-11-2013, τριάντα ημέρες μετά τη μεταβίβαση της κατοχής του αυτοκινήτου στον Μ.
Κ., και συνεπώς η ίδια δεν υπέχει ευθύνη αποζημιώσεως, αφού το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την 12-1-2014, ήτοι μετά τη λύση της συμβάσεως. Η επικαλούμενη όμως από την αναιρεσείουσα αναφορά, στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων του εναγομένου Μ. Κ., των οποίων το περιεχόμενο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι "η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ...
εμφανίζει ως κύριο τον Π. Τ., από τον οποίο όμως είχα αγοράσει το όχημα την 29-10-2013 και επρόκειτο να προβώ στην κατάθεση των απαραίτητων εγγράφων στην αρμόδια Νομαρχία", δεν συνιστά δικαστική ομολογία, υπό την προαναφερομένη έννοια. Και τούτο διότι -πέραν του ότι δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη, αφού δεν κάνει καμία αναφορά στα κρίσιμα, για την έννοια της κατ' άρθρ. 2 παρ. 2 ΠΓΠΝ/1911 κατοχής, ότι δηλαδή ο ίδιος πλέον είχε την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και ο ιδιοκτήτης αυτού είχε αποξενωθεί της κατοχής- ο προαναφερόμενος Μ.
Κ. δεν ήταν αντίδικος της αναιρεσείουσας, που έφερε το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού της περί αυτοδίκαιης λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, αλλά ομόδικος αυτής (συνεναγόμενος) και 2) την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων μάρτυρα Ι.
Α.. Πλην όμως, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη της "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου......" ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας η περιεχομένη στα υπ' αριθμ. 276/2015 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων- ήδη αναιρεσιβλήτων Ι.
Α..
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.
Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, θα αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή θα συμβιβαστεί εξωδίκως, πριν από τη συζήτηση της αγωγής.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται, επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 609/2020, 1059/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς καμία αιτιολογία, επιδίκασε σε βάρος της τόκους επιδικίας, απορρίπτοντας το νομίμως υποβληθέν, με τις προτάσεις της, αίτημα επιδικάσεως, κατ' εξαίρεση, τόκων υπερημερίας.
Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το ως άνω αίτημα της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία, επί λέξει: ".....να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εύλογης αντιδικίας για την εφαρμογή της αιτηθείσας εξαίρεσης του άρθρου 346 εδ.
δ' και ε' ΑΚ ως προς τον τόκο επιδικίας". Από την παραπάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν, ως προς το ζήτημα της επιβολής τόκων επιδικίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι δεν υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρειά του, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδ.
δ' και ε' του ΑΚ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2020 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 197/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5857/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ