175/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated175/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α).... ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 175 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 175/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντία Κουρεμάδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στη ..., νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπαχαράλαμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 125/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον με την από 28-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 3, 97παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πληρεξουσιότητα στον Άρειο Πάγο δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και σε περίπτωση έλλειψης πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου, ο διάδικος για τον οποίο παρίσταται δικάζεται ερήμην (ΑΠ 849/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 εδ. α' και 2 και 72 παρ. 1εδ. ιε' του ν. 3852/2010 " Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1-1-2011, ορίζονται τα ακόλουθα: α) με το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιε' ότι η Οικονομική Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α).... ιγ) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και β) με το άρθρο 58 κατά την παρ. 1 εδ.
α' ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή . Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για το Δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής.
Η απόφαση δε της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, ελλείψει δε χορήγησης τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήμος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 909/2018, 826/2018, 1918/2014, 821/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Απόστολο Παπαχαράλαμπο, ως πληρεξούσιος αυτού, κατά τη δήλωσή του, ο οποίος για την πρόσληψή του προσκομίζει την υπ' αριθ. 205/16-7-2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία του δίδεται η άδεια να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου Δήμου.
Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση ρητής πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο ( ο οποίος δεν προκύπτει ότι έχει προσληφθεί με πάγια αντιμισθία) εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, κατά ένα εκ των ρηθέντων νόμιμων τρόπων, που προβλέπει ο ΚΠολΔ, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι ο Δήμαρχος του ανωτέρω Δήμου παρέσχε στον άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει το Δήμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε υπάρχει σχετική δήλωση στα πρακτικά της δίκης του ως άνω Δημάρχου για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος Δήμος να λογίζεται δικονομικά απών.
Δεδομένου δε ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή (βλ.την 10526Γ'/14/3/2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δ. Μ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 33/2016, 175/2013,681/2009).
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔικ "εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με την γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας, από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του, ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή της ευχέρειάς του να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, ενώ δεν ελέγχεται επίσης αναιρετικά ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος δεν μπόρεσε να αρνηθεί ειδικά τον ισχυρισμό (ΑΠ376/2019, 1987/2009, 389/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο (με στοιχεία 2.1.2) λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο ( με στοιχείο Α) σκέλος του, ο αναιρεσείων- ενάγων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και ειδικότερα παραπονείται ότι το Εφετείο παρέλειψε να συναγάγει ομολογία από τις προτάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου ..., των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, καθόσον ο τελευταίος με τις κατατεθείσες στο Α'/βάθμιο Δικαστήριο προτάσεις του αμυνόμενος κατά της αγωγής αυτής, η οποία ερείδεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας (κληρονομική διαδοχή και δωρητήριο συμβόλαιο) και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας ( τακτική και έκτακτη χρησικτησία) επί του επιδίκου, προέβαλε μόνο την ένσταση της κοινοχρησίας αυτού (επιδίκου) δια της προ αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, η οποία απορρίφθηκε, χωρίς να αμφισβητήσει την ιστορική βάση της εν λόγω αγωγής, την οποία το άνω Δικαστήριο, ως συνομολογημένη, έπρεπε να δεχθεί ως κατ'ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1033,1094, 1193, 1195, 1198, 1199, 1041, 1045,1051, 1052, 1054,1055 ΑΚ, 335,338,106 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ,επισκόπηση των από 11/11/2013 προτάσεων που ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος Δήμος κατέθεσε στο Α'βάθμιο Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Λαμίας, στις οποίες επί λέξει αναφέρει<< Πλέον της άρνησης του αναληθούς και αβασίμου της αγωγής του αντιδίκου μου....>> <<Επειδή αρνούμαι και πάλι την ένδικη αγωγή, τις προτάσεις και τους αντίθετους ισχυρισμούς του αντιδίκου μου ως μη νόμιμους, αβάσιμους, αναληθείς, αόριστους αναπόδεικτους...>>, προκύπτει ότι ο τελευταίος γενικά αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και περαιτέρω προέβαλε την ένσταση ότι το επίδικο έχει καταστεί κοινόχρηστο με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.
Συνεπώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, μετά την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, στην διακριτική ευχέρεια του Εφετείου ανάγεται να συναγάγει ομολογία ή άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών από τον εναγόμενο- αναιρεσίβλητο, στην προκειμένη δε περίπτωση συνήγαγε άρνηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, ο τρόπος άσκησης της οποίας διακριτικής ευχέρειας, κατά την ΚΠολΔ 261 διάταξη, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το άνω με στοιχείο Α σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος .
III. Α. Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, με την δε μεταγραφή η κυριότητα επί ακινήτου, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτό, μεταβαίνουν αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΠ955/2017).
Στις αγωγές αυτές που αφορούν ακίνητο, ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει την δική του κυριότητα πάνω στο επίδικο ακίνητο ακίνητο, με την προσκόμιση της μεταβιβαστικής πράξεως, δηλαδή του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή άλλου τίτλου και της μεταγραφής του καθώς και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει αυτό, ο δε εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποδείξει τις ενστάσεις του.
Αν όμως απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα των ενστάσεων του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επεδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου ,οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, ώστε να κριθεί εάν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στο διάδικο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), διαφορετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 106/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος.
Έτσι, ο κύριος εδαφικής έκτασης κειμένης εκτός σχεδίου πόλεως, που διαιρεί αυτή σε μερικότερα αυτοτελή οικόπεδα, τα οποία πωλεί σε τρίτους, αφήνει δε μεταξύ των οικοπέδων ιδιωτικές οδούς για την εξυπηρέτηση των αγοραστών αυτών και όχι για κοινή χρήση, δεν χάνει, λόγω παραίτησης, την κυριότητα του επί των εδαφικών λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία των εν λόγω ιδιωτικών οδών, εκτός αν έχει περιληφθεί δήλωση περί παραίτησης του από αυτή στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια και έχουν αυτά μεταγραφεί (ΑΠ 15/2004, 556/1994) και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Επίσης, στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 οριζόταν, ότι: "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του ν. 651/1977 και εμφαινόμεναι εις συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του ν. 651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικαί οδοί προς εξυπηρέτηση των παρ' αυταίς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/1983 ορίζει, ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 ...καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου ν. 1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου νόμου (1337/1983), "ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων, και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι ιδιωτικές οδοί που σχηματίσθηκαν μέχρι το έτος 1977 με τη βούληση του κυρίου εδαφικής έκτασης κειμένης εκτός σχεδίου πόλεως, ο οποίος τη διαιρεί σε μερικότερα αυτοτελή οικόπεδα, που πωλεί σε τρίτους και αφήνει μεταξύ των οικοπέδων τις εν λόγω (ιδιωτικές) οδούς για την εξυπηρέτηση των αγοραστών των οικοπέδων, εφόσον φαίνονται στα τοπογραφικά σχέδια που κατατέθηκαν σε καταρτισθέντα μέχρι τότε συμβόλαια θεωρούνται ως αγροτικές, για την εξυπηρέτηση των παρόδιων αγροτεμαχίων (οικοπέδων).
Με την πολεοδομικού κυρίως χαρακτήρα ρύθμιση αυτή (άρθρο 6 παρ.2 εδαφ. προτελευταίο του ν. 720/1977), δεν μεταβάλλεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ιδιωτικών οδών και έτσι ο κύριος της αντίστοιχης εδαφικής έκτασης δεν χάνει την κυριότητά του επί των εδαφικών λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία των παραπάνω ιδιωτικών οδών, εκτός αν περιλήφθηκε δήλωση περί παραιτήσεώς του από αυτή στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια που έχουν μεταγραφεί (ΑΠ 169/2000, 556/1994).
Μετά το έτος 1983, οπότε άρχισε να ισχύει ο νόμος 1337/1983 (άρθρο 28), οι ιδιωτικές οδοί απέκτησαν την ιδιότητα των κοινόχρηστων χώρων και η κυριότητα τους μετατέθηκε αυτοδικαίως, χωρίς αποζημίωση, υπέρ του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφόσον εντάχθηκαν στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι, η δε κοινοχρησία τους ήταν αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη των αντίστοιχων εδαφικών λωρίδων ή προέκυπτε από την πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη (ΑΠ 157/2009).
Αντίθετα, οι ιδιωτικές οδοί που αφέθηκαν από τον ιδιοκτήτη των αντίστοιχων εκτός σχεδίου εδαφικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση των παρόδιων οικοπέδων και δεν απέκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, ούτε στη συνέχεια εντάχθηκαν ή και καταργήθηκαν με το σχέδιο πόλεως, δεν περιήλθαν στην κυριότητα των ΟΤΑ ως κοινόχρηστοι χώροι, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκαν, ενόψει και του ότι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών δεν έγινε (όπως έγινε για τις εντός σχεδίου ιδιωτικές οδούς) κάποια ειδικότερη ρύθμιση με το ν. 1337/1983, μετά την κατάργηση των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 720/1977 (ΑΠ 1823/2014).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996). Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, δέχθηκε μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Βάσει των επικαλούμενων τίτλων κτήσης, ήτοι της με αριθμό .../27-05-2010 πράξης αποδοχής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Α., που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ... με αύξοντες αριθμούς 36, 37 και 38 και του με αριθμό .../27-05-2010 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ...
με αύξοντα αριθμό 39, ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού 670,38 τ.μ, μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας επιφάνειας 110,62 τ.μ και υφιστάμενων ισογείων βοηθητικών χώρων και αποθηκών, συνολικής επιφάνειας 76 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "..." της δημοτικής κοινότητας ... της δημοτικής ενότητας ..., είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α στο προσαρτώμενο στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. και συνορεύει ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Β-Γ-Δ, συνολικού μήκους 34,95 μέτρων, με ιδιοκτησία Π. Κ., δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Λ-Κ-Ι-Θ-Η-Ζ-Ε, συνολικού μήκους 48,36 μέτρων, με δρόμο πλάτους πέντε μέτρων και πέραν αυτού εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Λ. Κ., βόρεια σε πλευρά Δ-Ε, μήκους 08,88 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία Π.
Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Π. Τ. και νότια σε πλευρά Α-Β, μήκους 18,20 μέτρων, με κοινοτικό δρόμο. Ειδικότερα, ο 72χρονος το 2010 ενάγων δυνάμει της προαναφερόμενης πράξης αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε: α) τα 3/12 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου (μετά των κτισμάτων αυτού) λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 03-02-1976 πατέρα του, Α.
Τ. του Γ., αποκτώντας έτσι αυτοδικαίως τη νομή και κυριότητα του ακινήτου κατά το ως άνω μερίδιο από τον χρόνο θανάτου του ως άνω κληρονομουμένου, β) το 1/12 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας στις 19-01- 1995 μητέρας του, Α. χήρας Α. Τ., συγκληρονόμου του συζύγου της και πατέρα του ενάγοντος, αποκτώντας έτσι αυτοδικαίως τη νομή και κυριότητα του ακινήτου κατά το ως άνω μερίδιο από τον χρόνο θανάτου της ως άνω κληρονομούμενης και γ) τα 2/12 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας στις 26-02-2007 αδερφής του, Β.
Τ. του Α., συγκληρονόμου του πατέρα τους, αποκτώντας έτσι αυτοδικαίως τη νομή και κυριότητα του ακινήτου κατά το ως άνω μερίδιο από τον χρόνο θανάτου της ως άνω κληρονομούμενης. Τα υπόλοιπα 6/12 εξ'αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου (μετά των κτισμάτων αυτού) περιήλθαν στην κυριότητά του δυνάμει του προαναφερόμενου δωρητήριου συμβολαίου, με το οποίο ο αδελφός του, Θ.
Τ. του Α., του μεταβίβασε τα 'μερίδια που είχε κληρονομήσει και ο ίδιος βάσει της ως άνω εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής των προαποβιωσάντων γονέων και της αδερφής τους. 0 κοινός δικαιοπάροχος όλων των παραπάνω εξ' αδιαθέτου συγκληρονόμων, Α. Τ. του Γ., είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το νεμόταν αδιαλείπτως από το 1938, οπότε του το παραχώρησε ατύπως ο αδερφός του, Θ.
Τ. του Γ.. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι αδερφοί Α. και Θ. Τ. του Γ. αγόρασαν από κοινού από τον Ι. Λ. του ... δυνάμει του υπ' αριθμ .../28-09-1938 πωλητήριου συμβολαίου ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου ... Ι. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 3553, το ήμισυ (1/2) εξ' αδιαιρέτου μιας ψήφου ή εκατοστού εκ των 100 τοιούτων του κτήματος "..." της περιφέρειας ...
του Δήμου ..., το οποίο (κτήμα) αποτελούσε το ένα όγδοο του αρχικού κτήματος ...", έκτασης 15.000 στρεμμάτων περίπου, που οριοθετήθηκε για πρώτη φορά το 1839 και σήμερα αντιστοιχεί στις εκτάσεις του οριοθετημένου οικισμού .... Περί το 1857 το αρχικό αυτό κτήμα διαιρέθηκε σε οκτώ τμήματα (8/8), τα οποία, εν συνεχεία, περιήλθαν κατά ποσοστό 1/8 στους 8 κληρονόμους του αρχικού ιδιοκτήτη (τσιφλικά), χωριζόμενα και μεταβιβαζόμενα έκτοτε σε μικρότερα αγροτεμάχια δια κλήρωσης και άτυπης διανομής.
Αποτέλεσμα του πολυτεμαχισμού αυτού ήταν ο ιδιοκτήτης μιας ψήφου (εκατοστού) να διαθέτει περίπου 100 στρέμματα γης σε διάφορες τοποθεσίες. Για το ως άνω αποκτηθέν ήμισυ (1/2) εξ' αδιαιρέτου της ψήφου που αγόρασαν εκ των 100 τοιούτων του κτήματος "..." ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Τ. και ο συγκύριος αδερφός του Θ.
Τ. προέβησαν κατά το 1938 σε άτυπη διανομή μεταξύ τους, λαμβάνοντας διαιρετά τμήματα έκαστος, απροσδιόριστης, όμως, έκτασης και ακριβούς θέσης ελλείψει εμβαδομέτρησης και αποτύπωσης αυτών σε τοπογραφικό διάγραμμα μέχρι το 1994 (βλ το από Ιούλιο του 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Ε. για το ακίνητο του Γ.
Γ.), μεταξύ, δε, των ακινήτων που έλαβε ο Α. Τ. από την ως άνω άτυπη διανομή περιλαμβάνονταν και το προαναφερόμενο ακίνητο, εμβαδού 670,38 τ.μ κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους παραπάνω τίτλους κτήσης, το οποίο έκτοτε και μέχρι το θάνατό του ο τελευταίος νέμονταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα 38 ετών (1938 - 1976), ασκώντας σε αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στον κύριο, στη φύση και στον προορισμό του, περιφράσσοντάς το, μισθώνοντας αυτό αρχικά σε τρίτους για καλλιέργεια, ανεγείροντας τα κτίσματα που υφίστανται σ' αυτό και συντηρώντας το αποκλειστικά για λογαριασμό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα στην άσκηση των δικαιωμάτων του αυτών, καθιστάμενος κατ' αυτό τον τρόπο κύριος με έκτακτη χρησικτησία.
Από την ίδια άτυπη διανομή, δε, προήλθαν και τα όμορα ακίνητα των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ του εναγόμενου στην πρωτοβάθμια δίκη Γ. Κ. του Λ., γαμπρού του θείου του ενάγοντος Θ. Τ. και Γ. Τ. του Π. εξαδέρφου του ενάγοντος. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι από το θάνατο του πατέρα του ενάγοντος και την κτήση του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου ο τελευταίος συνέχισε την ίδια νομή και έκτοτε εξούσιαζε το παραπάνω οικόπεδο σαν δικό το καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι και την 15 2011 (οπότε αποβλήθηκε από τον εναγόμενο ως κατωτέρω εκτίθεται), ήτοι επί 35 έτη, ενεργώντας επί τούτου με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις επίβλεψης, εποπτείας, παρεμπόδισης τρίτων να ασκήσουν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό, οριοθέτηση, διαφύλαξης των ορίων του, καταμέτρησης και αποτύπωσης σε τοπογραφικά διαγράμματα, φύτευσης, χρήσης του ως χώρου εναπόθεσης των γεωργικών μηχανημάτων και εργαλείων του και γενικώς ο,τιδήποτε υποδήλωνε τη συνεχή και φανερή παρουσία του σε αυτό, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή αμφισβητηθεί από τρίτους, με συνέπεια να έχει καταστεί κύριος αυτού το πρώτον με έκτακτη χρησικτησία αλλά και με παράγωγο τρόπο (βάσει των ανωτέρω δύο συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς εν ζωή).
Καταλήγοντας στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα και η εκκαλούμενη απόφαση, ορθώς εκτίμησε έως εδώ τις προσαχθείσες αποδείξεις πλην, όμως, έσφαλε ακολούθως, δεχόμενη, χωρίς περαιτέρω έρευνα, τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι το ως άνω νεμόμενο, αυτοτελές, ακίνητο ταυτίζεται κατά θέση και εμβαδόν με το ακίνητο των 670,38 τ.μ που αποτυπώνεται για πρώτη φορά, με πρωτοβουλία του ενάγοντος, στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. και αρκούμενη στο ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του εναγομένου δήμου, που επιχειρηματολογεί υπέρ του κοινόχρηστου χαρακτήρα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος. Αναλυτικότερα, εντός του παραπάνω οικοπέδου και δη στο νότιο τμήμα αυτού βρίσκεται το διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 135,96 τ.μ κατά την παραπάνω εμβαδομέτρηση, που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Β-Α στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. και βάσει του τοπογραφικού αυτού (του 2010) εκτείνεται από την υπάρχουσα περίφραξη του παραπάνω οικοπέδου (σε τεθλασμένη οριοθέτηση) μέχρι τον νότια ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο, που χαρακτηρίζεται από τους διαδίκους ως κεντρικός και από τον ανατολικά ευρισκόμενο κήπο του παραπάνω οικοπέδου μέχρι τον δρόμο που διέρχεται δυτικά αυτού, πλάτους πέντε μέτρων κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και συνορεύει δυτικά σε πλευρά Α-Λ-Μ.
συνολικού μήκους 15,51 μέτρων, με δρόμο πλάτους πέντε μέτρων και πέραν αυτού εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ., βόρεια τε τεθλασμένη πλευρά Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Β, συνολικού μήκους 25,28 μέτρων, με το κοντινότερο στον κεντρικό κοινοτικό δρόμο που διέρχεται έμπροσθεν του οικοπέδου περιφραγμένο τμήμα αυτού, νότια σε διαγώνια πλευρά Β-Α μήκους 18,20 μέτρων με τον κεντρικό αυτό κοινοτικό δρόμο και ανατολικά καταλήγει στη γωνία Β, σημείο επαφής με ιδιοκτησία Π.
Κ.. Για την κυριότητα επί αυτού προέκυψε αμφισβήτηση για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2010, οπότε οι από τα βορειοδυτικά και δυτικά γείτονες του ενάγοντος, Γ. Π. Τ. και Γ. Λ. Κ., με τις από 08-01-2010 και 06-08-2010 αιτήσεις τους προς το Τοπικό Συμβούλιο του Δ.Δ ..., ζητούν τον καθορισμό των ορίων του κοινοτικού δρόμου που διέρχεται μεταξύ των ιδιοκτησιών τους και του ακινήτου του ενάγοντος, παραπονούμενοι ότι παρακωλύεται η χρήση του επί του τσιμεντοστρωμένου ελεύθερου κοινόχρηστου χώρου, εμβαδού 115,50 τ.μ σχήματος περίπου τραπεζίου, που βρίσκεται έμπροσθεν και εκτός της περίφραξης του ακινήτου του ενάγοντος, καθώς και ότι ο τελευταίος προτίθεται να μετακινήσει αυθαίρετα την υπάρχουσα περίφραξή του πιο έξω, μειώνοντας το εύρος του δυτικά διερχόμενου δρόμου που τους εξυπηρετεί.
Σε ανταπάντηση της κίνησης αυτής, ο ενάγων με την από 16-03-2010 αίτησή του ζητά από το ίδιο συμβούλιο να βεβαιώσει ότι το παραπάνω εδαφικό τμήμα, εμβαδού 115,50 τ.μ όπως ο ίδιος ομολογεί στην εν λόγω αίτησή του ερχόμενος σε πρόδηλη αντίφαση με τα 135,96 τ.μ που διεκδικεί, εντάσσεται στο οικόπεδό του και δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο.
Το Τοπικό Συμβούλιο του Δ.Δ ... με τις υπ' αριθμ 04/20-03-2010 και 09/19-09-2010 σχετικές αποφάσεις του, αφού καταγράφει ότι το διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα τσιμεντοστρώθηκε το 2002 από το Δήμο ... και ότι έως το 2010 διέρχονταν από αυτό γείτονες και δημότες με γεωργικά μηχανήματα και αυτοκίνητα χωρίς διαμαρτυρία από τον ενάγοντα, καλεί τον ενάγοντα να προσκομίσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του και παραπέμπει το ζήτημα στην αρμόδια δημαρχιακή επιτροπή του εναγόμενου δήμου, χωρίς να λάβει θέση, ορθώς, περί του ζητήματος της κυριότητας αυτού, η οποία (δημαρχιακή επιτροπή) αποφασίζει με την υπ'αριθμ 569/21-12-2010 απόφασή της την άσκηση ασφαλιστικών μέτρων από τη νομική υπηρεσία του εναγόμενου δήμου εναντίον του ενάγοντος για κατάληψη δημοτικής έκτασης (βλ και το με αρ.
πρωτ. 33149/21-06-2010 έγγραφο του Γραφείου Νομικής Υπηρεσίας του Δήμου ...). Εκείνοι, όμως, που τελικά πρώτοι καταφεύγουν στα δικαστήρια είναι οι ως άνω διαμαρτυρόμενοι ιδιώτες (Γ. Π. Τ. και Γ. Λ. Κ.), οι οποίοι την 11-02-2011 καταθέτουν εναντίον του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας τη με αριθμό κατάθεσης 55/11-02-2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, παραπονούμενοι ότι παρακωλύεται η χρήση τους επί του προαναφερόμενου τσιμεντοστρωμένου ελεύθερου κοινόχρηστου χώρου, έμπροσθεν και εκτός της περίφραξης του ακινήτου του ενάγοντος (βλ το προσαρτώμενο στην αίτηση σκαρίφημα του διεκδικούμενου), επειδή ο τελευταίος τον Ιανουάριο του 2011 τοποθέτησε επί αυτού, εν είδει οριοθέτησης, γεωργικά μηχανήματα καταλαμβάνοντας αυθαίρετα τη δυτική πλευρά του και μειώνοντας το εύρος του δυτικά διερχόμενου δρόμου, που τους εξυπηρετεί, σε τρία από έξι μέτρα που πραγματικά είναι Επί της αίτησης αυτής, που εκδικάστηκε στις 02-03-2011 αντιμωλία των διαδίκων, επετεύχθη συμβιβασμός δυνάμει του υπ' αριθμ. 185α'/04-03-2011 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Λαμίας, βάσει του οποίου ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να μετακινήσει από την ανωτέρω θέση το γεωργικό - σκαλιστικό του μηχάνημα και οι αντίδικοι του δήλωσαν ότι εντός ενός μήνα θα ασκήσουν τακτική αγωγή στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια περί της οριστικής επίλυσης της άνω διαφοράς.
Ακολούθησε η με αριθμό κατάθεσης 01/20-05-2011 αίτηση του εναγόμενου δήμου σε βάρος του ενάγοντος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, με την οποία ο εναγόμενος εναντιώθηκε για πρώτη φορά και ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος κατά τη διαδικασία του άρθρου 22 του Α.Ν 1539/1938, ισχυριζόμενος ότι το διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, συνδεόμενο με τον δημοτικό δρόμο δυτικά της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο νότια της ιδιοκτησίας του που τέμνονται, ο οποίος (κοινόχρηστος χώρος) υφίσταται και είναι ως άνω διαμορφωμένος τουλάχιστον επί 40ετία, επιστρώθηκε το 2002 από τις τεχνικές υπηρεσίες του με σκυρόδεμα, χρησιμοποιείται αδιακρίτως και ανεμπόδιστα από τους κατοίκους και δημότες της γύρω περιοχής από τον χρόνο της διάνοιξής του και κάτωθεν του διέρχονται αγωγοί ύδρευσης και αποχέτευσης της Δ.Ε.Υ.Α...
για την κάλυψη δημοτικών αναγκών (δίκτυο κοινής ωφέλειας) και συνάμα διαμαρτυρόμενος για τις παράνομες διακατοχικές πράξεις στις οποίες προέβη ο ενάγων, τοποθετώντας στις 09-02-2011 επί αυτού, εν είδει οριοθέτησης, γεωργικά μηχανήματα μέσω των οποίων κατέλαβε αυθαίρετα τη δυτική πλευρά του και μείωσε το πλάτος του δυτικά διερχόμενου δρόμου σε τέσσερα από έξι μέτρα που πραγματικά είναι.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 02/14-06-2011 διάταξη της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, η οποία απέρριψε την αίτηση ως νομικά αβάσιμη λόγω μη συνδρομής της κατεπείγουσας περίπτωσης της ανάγκης εκτόνωσης έκρυθμης κατάστασης ή της αναγκαιότητας πρόληψης έριδων και διαπληκτισμών μεταξύ των διαδίκων.
Ο εναγόμενος, ωστόσο, στράφηκε εναντίον της ως άνω απορριπτικής εισαγγελικής διάταξης ασκώντας τη με αριθμό κατάθεσης 03/01-07-2011 ανακοπή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 02/28-07-2011 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, που αναγνώρισε τον ανακόπτοντα δήμο διακάτοχο του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 115,50 τ.μ, διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση και συγκεκριμένα τον ενάγοντα να απομακρύνει τα γεωργικά του μηχανήματα από τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο - τμήμα του δυτικά διερχόμενου δημοτικού δρόμου, απαγορεύοντάς του οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του τμήματος αυτού.
Μεσολάβησε χρονικά η με αριθμό κατάθεσης 334/22-06-2011 νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των διαμαρτυρόμενων όμορων ιδιοκτητών Γ. Π. Τ. και Γ. Λ. Κ. εναντίον του ενάγοντος, με αίτημα την αναγνώριση του κοινόχρηστου χαρακτήρα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος και την απόδοση ελεύθερης της χρήσης αυτού με την απομάκρυνση από τον ενάγοντα των γεωργικών του μηχανημάτων, επί της οποίας, μετά από συζήτησή της αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ 254/19-07-2011 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας (διαδ/σία ασφ/κών μέτρων).
Στις 15-09-2011, δε, ο ενάγων, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ 02/28-07-2011 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, αποβλήθηκε βίαια από το διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα στο οποίο εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος (βλ τη με αριθμό 1016/93/1/280-ε'/15-09-2011 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του Α.Τ Λαμίας), κατάσταση που ίσχυσε έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (20-01-2012).
Παρά τις κατά καιρούς θέσεις και διεκδικήσεις, όμως, των διαδίκων, κρίσιμο για την ουσιαστική κρίσιμο της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται και στο προηγηθέν νομικό μέρος της παρούσας, είναι να αποδείξει ο ενάγων την κυριότητά του επί του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος.
Εδώ, όπως προεκτέθηκε, αποδεικνύεται μεν η κυριότητα του ενάγοντος επί του μείζονος ακινήτου, αλλά όχι και επί ολόκληρου του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος που αποτελεί μόνο εν μέρει μέρος αυτού. Ειδικότερα, δεδομένου ότι όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις, είτε αυτές που υποστηρίζουν την κοινοχρησία του, είτε εκείνες που στηρίζουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αναφέρονται αόριστα στο διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα, χωρίς να το προσδιορίζουν κατά έκταση και ακριβή θέση, δεν μπορεί να συναγάγει κανείς με ασφάλεια εάν όσα περιγράφονται σ' αυτές ως υλικές διακατοχικές πράξεις των διαδίκων αφορούν τα 20,40, 60, 80,100 ή 130 τ.μ εκ των 135,96 τ.μ του τμήματος αυτού, που διατείνεται ο ενάγων ότι νεμόταν επί 35 έτη.
Έτσι, προς διάγνωση της διαφοράς απαραίτητο είναι να διερευνηθεί πρώτα το αρχικό σχήμα τόσο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος όσο και των όμορων ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι ο δυτικά διερχόμενος επίδικος δρόμος διαμορφώθηκε, όπως σε όλες τις περιπτώσεις των μεγάλων ενιαίων κτημάτων που στη διαδρομή του χρόνου διαιρέθηκαν σε κληροτεμάχια και αυτοτελή τμήματα και οικοδομήθηκαν σε οικισμούς αφότου αφέθηκαν χώροι για τη δημιουργία δρόμων πρόσβασης, πλατειών και λοιπών χώρων κοινής χρήσης, ως αποτέλεσμα της βούλησης των παρόδιων ιδιοκτητών (ρητής ή συναγόμενης εκ των ενεργειών τους) που σταδιακά παραχώρησαν τμήματα των ακινήτων τους για ιδιωτικό δρόμο που αρχικά εξυπηρετούσε τις ανάγκες τους, διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και συμπεριλήφθηκε ως κοινόχρηστος δρόμος στο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού (άρθρο 28 Ν. 1337/1983), η διαδικασία έγκρισης του οποίου, όμως, εν προκειμένω εκκρεμεί έως σήμερα.
Τούτο καταδεικνύεται από τη συνταχθείσα τον Φεβρουάριο του 2011 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - μελετητή Ι. Κ., η οποία, αν και εκπονήθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος και μόνο για τον υφιστάμενο δρόμο έμπροσθεν του ακινήτου του (όχι του δυτικού δρόμου), αποτυπώνει ότι το 1945 δεν υπήρχε καν διανοιγμένος δρόμος προς την ιδιοκτησία του ενάγοντος, ενώ ο κεντρικός νότιος κοινοτικός δρόμος που διέρχεται έμπροσθεν (όχι δυτικά) αυτής ήταν χάνδακας - ρέμα που αποτελούσε τον φυσικό αποδέκτη των υδάτων της περιοχής και διαμορφώθηκε σε διανοιγμένο δρόμο μόλις το 1970.
Την ίδια περίοδο στα εντός της ανωτέρω έκθεσης αποσπάσματα δορυφορικών εικόνων (αεροφωτογραφιών) εμφανίζεται και ο κάθετος στον κεντρικό δρόμο δυτικός παράδρομος που το 1970 (βλ Εικ. 3.1 της έκθεσης φωτοερμηνείας) φαίνεται να υφίσταται αλλά να διακόπτεται από ιδιοκτησίες, καταλήγοντας στον ευρύτερο ανοικτό ελεύθερο χώρο του διεκδικούμενου τμήματος πριν την επαφή του με τον έμπροσθεν του ακινήτου του ενάγοντος νότιου δρόμου.
Ο προγενέστερος, τώρα, με επαρκή περιγραφή των διακεκριμένων εκ της άτυπης διανομής του 1938 ακινήτων από τους προσκομιζόμενους τίτλους κτήσης των παρόδιων ιδιοκτητών, στον οποίο γίνεται αναφορά αλλά και αποτύπωση του εν λόγω δυτικά διερχόμενου του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος δρόμου είναι το υπ' αριθμ .../16-02-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ενώπιον του συμβολαιογράφου ...
Γ. Φ., που αφορά το ακίνητο του Γ. Λ. Κ., κείμενο δυτικά του διεκδικούμενου τμήματος που εφάπτεται με τον εν λόγω δρόμο, στο οποίο (συμβόλαιο) προσαρτάται το από Δεκέμβριο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. Κ., όπου ο εν λόγω δρόμος αποτυπώνεται ως υπάρχουσα , κάθετη, κοινοτική οδός, σταθερού πλάτους περίπου 5-6 μέτρων (χωρίς όμως να μετράται επακριβώς) στο μεγαλύτερο μήκος της, που σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα 4ο, 02 μέτρα κατά τα οποία (στις πλευρές Α6,Α7,Α8,Α9,Α11) εφάπτεται με το ακίνητο του Κ., συνεχίζοντας επί της νοτιότερης ιδιοκτησίας Γ..
Σε ποιο σημείο, όμως, τέμνονται οι δύο δρόμοι, ήτοι ο νότιοδρόμος που ακολουθεί τη διέλευση του προυφιστάμενου χάνδακα - ρέματος, που όλοι χαρακτηρίζουν κεντρικό και ο ως άνω μικρότερος δυτικός κάθετος δρόμος αλλά και η όδευση και κατεύθυνση αυτών πέραν της ιδιοκτησίας του ενάγοντος αποτυπώνεται μόνο στο από Απρίλιο του 1998 ρυμοτομικό σχέδιο του τοπογράφου Χ.
Σ. και της αρχιτέκτονα Α. Κ., που συντάχθηκε ενόψει της πολεοδομικής μελέτης για την ένταξη του υπό διαμόρφωση τότε συνοικισμού του ... στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Λαμίας και υιοθέτησε την ήδη διαμορφωμένη στον εν λόγω συνοικισμό κατάσταση, από το οποίο προκύπτει ότι το 1998 το κρίσιμο νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, εντασσόμενο στο Ο.Τ 86 του εν λόγω ρυμοτομικού σχεδίου, δεν έχει το σχήμα του τραπεζίου που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 2010 των τίτλων ιδιοκτησίας του ενάγοντος, αλλά η οικοδομική γραμμή (κόκκινη γραμμή) αφήνει ακάλυπτο χώρο, έμπροσθεν της περίφραξής του, που αποτελεί τμήμα του κάθετου δυτικού δρόμου (πεζόδρομου κατά τη σχεδίαση του ρυμοτομικού σχεδίου), ο οποίος εμφαίνεται πριν τη διασταύρωσή του με τον νότιο κεντρικό δρόμο να ανοίγει και να πλαταίνει καταλαμβάνοντας έτσι και το εν λόγω τμήμα, ήτοι να μην διατηρεί σταθερό στο τέλος του το πλάτος του, όπως διατείνεται ότι συμβαίνει ο ενάγων (βλ τη νοητή οριοθέτηση που αξιώνει ότι είναι η πραγματική κατάσταση στις υπ'αριθμ. 21Ε, 21Ζ, 21Η, 21θ, 211, 21Ν φωτογραφίες), όπερ διευκολύνει εύλογα και τη διέλευση και ορατότητα των οδηγών κατά την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης στροφής είτε όταν εισέρχονται στον κάθετο δυτικό δρόμο είτε όταν εξέρχονται από αυτόν.
Μετά ταύτα, αποδεικνύεται ότι έως το 1998 ο ενάγων δεν κατείχε ούτε εξούσιαζε με διάνοια κυρίου το απώτατο αυτό νοτιοδυτικό τμήμα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, αφού αυτό είχε, με την ανοχή ή τη βούλησή του, ενταχθεί στον ως άνω δυτικό κάθετο δρόμο και τεθεί σε κοινή χρήση τουλάχιστον από το 1970. Σε επίρρωση τούτου έρχεται το σκαρίφημα του ακινήτου του ενάγοντος επί των από 20-12-1973 και 28-01-1974 αιτήσεων του προς την Πολεοδομία Λαμίας για έκδοση οικοδομικής αδείας για την προσθήκη ισόγειας και ισόγειας οικοδομής επί των υφιστάμενων κτισμάτων εντός του οικοπέδου του, από το οποίο προκύπτει ότι η νότια πλευρά αυτού είναι ευθεία και επουδενί διαγώνια, όπως στο από Φεβρουαρίου του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ., καταλήγοντας σε γωνία (σημείο Α) που παρεμβάλλεται μεταξύ του κάθετου δυτικού δρόμου και κεντρικού νότιου δρόμου, διαπίστωση που θα επιβεβαιωνόταν και εάν ο ενάγων προσκόμιζε τα σχέδια και τα τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1973 και 1974, με τα οποία συνόδευσε τις εν λόγω αιτήσεις του και τα οποία επικαλείται αορίστως ότι δεν τηρούνται πλέον στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, αν και θα μπορούσε να τα είχε αναζητήσει και στο αρχείο του επιβλέποντος τότε το οικοδομικό του έργο πολιτικού υπομηχανικού Γ.
Μ.. Επιπλέον, από τα δύο αυτά σκαριφήματα, που σε ανύποπτο χρόνο υποβλήθηκαν από τον ενάγοντα για την επίτευξη έκδοσης πολεοδομικών αδειών (προ του θανάτου του πατέρα του) γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ορθότητας και ακρίβειάς τους, προκύπτει αναμφίβολα ότι το 1973 αμφότεροι οι προαναφερόμενοι δρόμοι, που από τον ίδιο τον ενάγοντα αναφέρονται ως κοινοτικοί οδοί, ήταν ήδη διανοιγμένοι και κυρίως ότι το εμβαδόν του οικοπέδου που ο πατέρας του έως τότε νεμόταν ήταν αρκετά μικρότερο των 670,38 τ.μ, καθόσον υπολογίζοντας μαθηματικά το εμβαδόν του βάσει των αποτυπωμένων στα παραπάνω σκαριφήματα πλευρών του (17 μ.
η νότια, 35,50 μ. η ανατολική, 15 μ. η βόρεια και 35,50 μ. η δυτική πλευρά) προκύπτει ότι αυτό ήταν 568,00 τ.μ (δηλ. 17 μ. η μεγάλη βάση + 15 μ. η μικρή βάση X το ύψος του 35,50 μ. / 2), ήτοι κατά 102,38 τ.μ μικρότερο. Διευκρινίζεται ότι ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο το 1973 να δηλώσει στην αρμόδια πολεοδομική αρχή μικρότερο από το πραγματικό εμβαδόν για το οικόπεδο, επί του οποίου επιδίωκε να οικοδομήσει, αφού μεγαλύτερη επιφάνεια θα του εξασφάλιζε μεγαλύτερο ποσοστό κάλυψης αυτού, μεγαλύτερη πρόσοψη αυτού κ.ο.κ, ενώ σε κάθε περίπτωση το οικόπεδό του εμβαδομετρήθηκε τότε για να γίνει η παραπάνω αποτύπωση.
Καταδηλωτικό είναι ότι, συγκρίνοντας την αποτύπωση του 1973 με την αποτύπωση του 2010, το ακίνητο του ενάγοντος έχει μικρές αποκλίσεις των διαστάσεων της ανατολικής και νότιας πλευράς του αλλά σημαντικές αποκλίσεις των διαστάσεων της βόρειας και ιδίως της δυτικής πλευράς του, ήτοι η ανατολική του πλευρά (που συνορεύει με ιδιοκτησία Π.
Κ.) το 1973 αποτυπώνεται να έχει μήκος 35,50 μ. ενώ το 2010 34,95 μ, (εύλογη στη διαδρομή του χρόνου απόκλιση 0,55 μ.), η νότια πλευρά του (που εφάπτεται με τον κεντρικό νότιο δρόμο) το 1973 αποτυπώνεται να έχει μήκος 17,00 μ. ενώ το 2010 18,20 μ. (διαφορά 1,20 μ. σε βάρος του πλάτους του δυτικού δρόμου επί του οποίου αυτή εκτείνεται καθόσον η ανατολική πλευρά ήταν και παραμένει ευθεία), η βόρεια πλευρά του (που συνορεύει εν μέρει με ιδιοκτησία Π.
Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Π. Τ. και έχει μειωθεί κατά μήκος) το 1973 αποτυπώνεται να έχει μήκος 15,00 μ. ενώ το 2010 08,88 μ. (διαφορά 06,12 μ. λόγω πιθανότατα μεταβολής και προσαρμογής των ορίων των εφαπτόμενων ιδιοκτησιών) και η επίδικη δυτική πλευρά του (που εφάπτεται με τον δυτικό δρόμο) το 1973 αποτυπώνεται να έχει μήκος 35,50 μ.
ενώ το 2010 48,36 μ. (διαφορά 12,86 μ.), επεκτείνοντας, αντίστοιχα, το δυτικό όριο του ακινήτου εγγύτερα στον κεντρικό δρόμο, ενώ πραγματικά η γωνία Α του ακινήτου σταματούσε πολύ ψηλότερα (απέχοντας περισσότερο από τον νότιο δρόμο), εγγύτερα στην υφιστάμενη από 40ετίας περίφραξη του ενάγοντος, η οποία ακολουθεί την τεθλασμένη πλευρά Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Β (στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ.) σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες του ενάγοντος όλα αυτά τα χρόνια. Η "βολική" για τον ενάγοντα εικόνα που απεικονίζεται στις υπ' αριθμ. 18, 2, 3, 4, 67, 11 και 12 φωτογραφίες με σειρά γεωργικών μηχανημάτων, σε κάθετη παράθεση, να οριοθετούν τη δυτική πλευρά του διεκδικούμενου ελεύθερου χώρου υπέρ της ιδιοκτησίας του μπορεί να ανταποκρίνεται στην κατάσταση των ετών 2010 - 2012, επουδενί, όμως, στην κατάσταση των προηγούμενων δεκαετιών, ώστε να αποτελεί τέτοιου είδους άσκηση νομής επί του συγκεκριμένου τμήματος του διεκδικούμενου ακινήτου που του προσδίδει κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ο αγωγικός ισχυρισμός, δε, ότι δήθεν ο ενάγων δεν περιέφραξε ποτέ το διεκδικούμενο τμήμα των 135,96 τ.μ, παρότι είχε την ικανή αυτή έκταση και εφάπτεται με δύο δρόμους με κίνηση οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων, για να διευκολύνεται δήθεν στην ως άνω άσκηση της νομής, δηλαδή ότι εναπόθετε επί 38 έτη κατά βούληση και δη στο συγκεκριμένο νοτιοδυτικό άκρο του διεκδικούμενου τμήματος τα δικά του γεωργικά εργαλεία (ρυμουλκά, άροτρα) με τον παραπάνω τρόπο (σε κάθετη παράθεση και όχι στους υπόλοιπους ελεύθερους ή στεγασμένους βοηθητικούς χώρους του οικοπέδου του) δεν ευσταθεί στη λογική.
Άλλωστε, όχι μόνο η θέση του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος αλλά και η διαμόρφωση του εδάφους του καταδεικνύει ότι το νοτιοδυτικό γωνιακό τμήμα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος αποτελεί μέρος του δυτικού κάθετου δρόμου, που ήταν σε κοινή χρήση από τη διάνοιξή του. Το διεκδικούμενο τμήμα, εκτός του χώρου του βόθρου του ενάγοντος, τσιμεντοστρώθηκε, όπως προεκτέθηκε, το 2002 ενιαίως με τους προαναφερόμενους δύο δρόμους από τις τεχνικές υπηρεσίες του εναγόμενου δήμου, σε μία πράξη νομής του αντιδίκου που καλοδέχθηκε τότε ο ενάγων, μην αντιδρώντας ή αποκλείοντας την επικαλούμενη ιδιοκτησία του από τη διαδικασία αυτή.
Επίσης, κάτωθεν της δυτικής πλευράς του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, παράλληλα με την κατεύθυνση του δυτικού δρόμου, διέρχονται διακλαδώσεις ύδρευσης του δικτύου της Δ.Ε.Α.Υ.Λ, οι οποίες κατασκευάστηκαν σε αντικατάσταση παλαιάς διακλάδωσης, καθώς και κεντρικός αγωγός αποχέτευσης που αποχετεύει τις ανάντι ιδιοκτησίες, όπως προκύπτει από το με αρ.
πρωτ. 4488/ε/07-09-2012 έγγραφο του Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών της Δ.Ε.Υ.Α.Λ και τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα και φωτογραφίες, σε μία ακόμη πράξη νομής του αντιδίκου που δεν είχε την εναντίωση του ενάγοντος. Εξωτερικά, δε, της υφιστάμενης περίφραξης του, στο μη τσιμεντοστρωμένο τμήμα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, έχει δημιουργηθεί το λεγόμενο πρανές με χορτάρι (π.χ γύρω από την πρόχειρη περίφραξη της μουριάς σε πλευρά Μ-Ν, έμπροσθεν της περίφραξης του κήπου του ενάγοντος στην πλευρά Π-Β του οικοπέδου γύρωθεν του καπακιού του βόθρου), καθώς επίσης και έμπροσθεν της περίφραξης της παρακείμενης ιδιοκτησίας Γ. .(το οποίο μάλιστα ο ενάγων προσμετρά στο μήκος του δυτικού δρόμου για να προσδώσει αληθοφάνεια στους ισχυρισμούς του στις σχετικές φωτογραφίες που προσκομίζει π.χ στις υπ'αριθμ 24Ζ, 24Η,24Ε και 24 ΣΤ εξ' αυτών) και παρά της οριοθετημένης από τα κτίσματα του ενάγοντος βορειοδυτικής πλευράς του οικοπέδου του (βλ.
τις υπ'αριθμ. 21Ε, 21Ζ, 21Η, 21θ, 21Ι , 21Ν,21κ και 21Η-Ν φωτογραφίες), όπως γίνεται συνήθως με φυσικό τρόπο στις άκρες των δρόμων. Όλα τα ανωτέρω καταφάσκουν ότι ο ενάγων δεν βρισκόταν συνεχώς στη νομή ολόκληρου του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος ούτε απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα αυτού, αλλά περιορίστηκε στη νομή και κατοχή μέρος μόνο αυτού και συγκεκριμένα επί χώρου 2-3 μέτρων έμπροσθεν της υφιστάμενης ως άνω περίφραξής του, τον οποίο άφησε ελεύθερο και εκτός περίφραξής του πράγματι για να διευκολύνεται κατά την είσοδο και έξοδο των γεωργικών μηχανημάτω του.
Έτσι, και σε συνδυασμό με την παραπάνω πραγματική μορφή - σχήμα του οικοπέδου του, που έχει ευθεία και όχι διαγώνια νότια πλευρά, περιήλθε αρχικώς στην κυριότητα του μόνο εκείνο το τμήμα του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος που εκτείνεται σε ευθεία γραμμή σε συνέχιση της πλευράς Β-Π μήκους 06,10 μ στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. (η αποτύπωση του οποίου χρησιμοποιείται στην παρούσα για την κατωτέρω περιγραφή του τμήματος του διεκδικούμενου που περιήλθε πραγματικά στην κυριότητα του ενάγοντος) και καταλήγει στο νέο σημείο Ω που τοποθετείται σε απόσταση 2,80 μέτρων νοτιότερα του σημείου Λ της δυτικής πλευράς του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, ήτοι αποτυπώνεται πλέον με τα αλφαβητικά στοιχεία Ω-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ω, συνορεύει δυτικά σε πλευρά Ω-Λ-Μ, συνολικού μήκους 05,60 μέτρων, με τον δυτικό κάθετο δρόμο πλάτους 5-6 μέτρων και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ.
Κ., βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Μ-Ν-Ξ-0, συνολικού μήκους 11,83 μέτρων, με την υφιστάμενη περίφραξη του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος, ανατολικά σε πλευρά Ο-Π, μήκους 07,35 μέτρων, με την υφιστάμενη περίφραξη του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος και νότια σε ευθεία πλευρά Π-Ω μήκους 09,30 μέτρων με το υπόλοιπο του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος που περιλαμβάνεται στον δυτικά διερχόμενο δρόμο και όχι στην ιδιοκτησία του και έχει εμβαδόν 59,65 τ.μ.
Το πραγματικά, δηλαδή, νεμόμενο από τον ενάγοντα και τον δικαιοπάροχο πατέρα του μείζον ακίνητο είχε και έχει τη μορφή και έκταση, που αποτυπώνεται πλέον με τα αλφαβητικά στοιχεία Ω-Π-ΒΤ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Μ-Λ-Ω στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Ξ. και το εμβαδόν του οποίου θα προκόψει από την αναγκαία νέα εμβαδομέτρησή του βάσει των προαναφερόμενων πραγματικών διαστάσεων του.
Σημειώνεται εδώ ότι ο χώρος του βόθρου, έμπροσθεν της περίφραξης της πλευράς Π-Β του ακινήτου του ενάγοντος και εντός του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, που απεικονίζεται με ένα τετράγωνο στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Ξ., εμβαδού 07,22 τ.μ, στη νομή του οποίου ο ενάγων βρέθηκε τουλάχιστον μία 5ετία μετά τις προσθήκες των ετών 1973 - 1974 και παρέμεινε έως το 1998, οπότε, όπως ο ίδιος αποδέχεται στο αγωγικό του δικόγραφο, το οικόπεδό του συνδέθηκε με το δίκτυο αποχέτευσης και ο βόθρος έπαψε να λειτουργεί, δεν περιήλθε ποτέ με έκτακτη χρησικτησία στην κυριότητά του λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτούμενου χρόνου της 20ετίας, δεδομένου ότι και επί αυτού του χώρου δεν αποδείχθηκε άλλη πράξη νομής του ενάγοντος.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κι ο χώρος αυτός έχει διαμορφωθεί σε πρανές του νότιου δρόμου ακολουθώντας, ουσιαστικά, τη φυσική διαμόρφωση αυτού (βλ τις υπ' αριθμ. 2β, 5α και 5β φωτογραφίες), ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δήθεν και επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου, ακριβώς δίπλα στο νότιο δρόμο (όπως π.χ ''βολικά' απεικονίζεται στην υπ' αριθμ, 5α φωτογραφία), εναπόθετε επί 38 έτη τα γεωργικά του μηχανήματα σε κάθετη παράθεση και όχι στους υπόλοιπους ελεύθερους ή στεγασμένους βοηθητικούς χώρους του οικοπέδου του, δεν ευσταθεί στη λογική.
Μετά ταύτα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, από κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο ολόκληρου του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος και όχι μόνο του μικρότερου τμήματος αυτού, εμβαδού 59,65 τ.μ, που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ω-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο- Π-Ω στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. και προσδιορίζεται όπως κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδείχθηκε, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Το υπόλοιπο τμήμα, δηλαδή, του διεκδικούμενου εδαφικοί τμήματος, εμβαδού 76,31 τ.μ, που σχηματίζει μορφή ορθογώνιου τριγώνου (με δύο κάθετες πλευρές), αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α- Β-Π-Ω στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού X.
Ξ. και συνορεύει δυτικά σε πλευρά Ω-Α μήκους 09,91 μέτρων με τον δυτικό κάθετο δρόμο πλάτους 5-6 μέτρων και πέραν αυτού εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Γ., βόρεια σε πλευρά Ω-Π-Β, συνολικού μήκους 15,40 μέτρων, με την ιδιοκτησία του ενάγοντος και νοτιοανατολικά σε πλευρά Α-Β με τον νότιο κεντρικό δρόμο, δεν περιλαμβάνεται στο μεγαλύτερο οικόπεδο που απέκτησε ο ενάγων, ο οποίος δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι απέκτησε και την κυριότητα αυτού είτε παραγώγως από κληρονομιά και δωρεά είτε πρωτοτύπως με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, όπως αξιώνει με την αγωγή του, καθόσον επί του παραπάνω εδαφικού τμήματος δεν προέκυψε η ενέργεια πράξεων νομής ούτε από τον δικαιοπάροχό του ούτε από τον ίδιο, ούτε διαδοχή στη νομή αυτή έλαβε χώρα.
Αν και η μερική απόρριψη της αγωγής, εδώ, λοιπόν, επέρχεται για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του παραπάνω τμήματος του διεκδικούμενου εδαφικού τμήματος, ήτοι γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε, κατά το μέρος αυτό, τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και καθίσταται περιττή η έρευνα των ισχυρισμών του εναγόμενου περί κοινόχρηστου χαρακτήρα του εν λόγω τμήματος (ΑΠ 1383/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αξίζει να σημειωθεί ότι το τμήμα αυτό δεν μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου βάσει της περίπτωσης της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, όπως ορθώς έκρινε σχετικώς και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού τόσο ο δυτικός όσο και ο νότιος δρόμος διανοίχθηκαν περί το 1970.
Ειδικότερα, αναφορικά με την ιδιότητα του ως άνω εδαφικού τμήματος και του δυτικά διερχόμενου δρόμου του οποίου προέκυψε ότι αποτελεί μέρος, αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για ιδιωτικό, δηλαδή αγροτικό, δρόμο που αφέθηκε από τους παρόδιους ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων, κείμενων εκτός σχεδίου πόλης όπως προεκτέθηκε, δεδομένου ότι, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, το προαναφερόμενο ρυμοτομικό σχέδιο και η πολεοδομική μελέτη του 1998 δεν εγκρίθηκαν με τις απαραίτητες πράξεις της Διοίκησης (σημειώνεται πάντως ότι στο υπ' αριθμ. .../16-02-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής που αφορά το ακίνητο του Γ.
Λ. Κ. αναφέρεται ότι αυτό βρίσκεται "μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δ.Δ ..."), αρχικώς προς εξυπηρέτησή τους και εν συνεχεία και με τη βούλησή τους (όχι μόνο ρητή αλλά και συναγόμενη εμμέσως από τις ενέργειες τους), που, βάσει όσων διαλαμβάνονται στο προηγηθέν νομικό μέρος της παρούσας, δεν απαιτείται να εκδηλωθεί με τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού όπως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων, παραχωρήθηκε και για κοινή χρήση, αφού τόσο οι κάτοικοι της περιοχής όσο και οι ανάγκες διέλευσής τους αυξήθηκαν από το 1970 έως το 2010, οπότε ανέκυψε η κρινόμενη διαφορά.
Επιβεβαιωτικό τούτου είναι ότι στο προαναφερόμενο από Ιούλιο του 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Ε., που προσαρτάται στο, νομίμως μεταβιβαστικό συμβόλαιο για το ακίνητο του Γ. Γ., ο τελευταίος παραχωρεί την υπό στοιχεία ΚΞΩΩΟΠΧΡΣΤΥΚ εδαφική λωρίδα του ακινήτου του, πλάτους έξι μέτρων, σε κοινή χρήση και δη με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία (λωρίδα) στο ρυμοτομικό σχέδιο του 1998 εκτείνεται έως τον επίδικο δυτικό δρόμο, με τον οποίο συναντάται έχοντας το ίδιο πλάτος, όπερ συνεπάγεται ότι και για τον σχηματισμό του εν λόγω δυτικού δρόμου αφέθηκαν έξι και όχι πέντε μέτρα, όπως υποστηρίζει ο ενάγων.
Ωστόσο, ο εν λόγω δρόμος, επειδή δεν έχει ακόμη ενταχθεί στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστος χώρος, δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα αυτή ούτε με τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Ν. 1337/1938 που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, όπως μπορεί να γίνει άμεσα εάν το επιδιώξει ο εναγόμενος δήμος και δη ανεξάρτητα του χρόνου που ο δρόμος αυτός έχει τεθεί στην κοινή χρήση.
Έτσι, παρέμεινε αγροτικός δρόμος με την ως άνω αποδεδειγμένη κοινοχρησία, που δυνάμει των τελευταίων διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 720/1977 και των άρθρων 43 παρ. 7 και 44 του Ν. 1337/1983 μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως κοινόχρηστος (ΑΠ 1192/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διότι αφενός σχηματίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977 κι αφετέρου εμφαίνεται ως κοινοτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 651/1977 (όπως π.χ τα τοπογραφικά σχέδια των πολεοδομικών αδειών του ενάγοντος).
Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή καί ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση, καθ' ο μέρος μεταβιβάσθηκε στο παρόν Δικαστήριο, προς εκδίκαση επί της ουσίας, επιβάλλεται η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων είναι κύριος του εδαφικού τμήματος, εμβαδού 59,65 τ.μ, που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ω-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ω στο από Φεβρουάριο του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ.
Ξ. κατά τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στο διατακτικό και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει) αλλά και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (ΕΑ 5290/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό>>. Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που δίκασε την ασκηθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο έφεση κατά της με αριθμό 719/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, έκρινε με την προσβαλλόμενη με αριθμό 125/2016 απόφαση, ότι, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο (ήτοι εν μέρει με κληρονομική διαδοχή και εν μέρει με δωρητήριο συμβόλαιο), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), τμήμα του επιδίκου 59,65 τ.μ.
περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, ενώ στο υπόλοιπο εδαφικό τμήμα αυτού, των 76,31 τ.μ., ο ενάγων δεν κατέστη κύριος με τον προαναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, καθόσον τούτο (επίδικο) δεν αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου που διαλαμβάνεται στον τίτλο, αριθμ. ...8/1938 πωλητήριο συμβόλαιο, του δικαιοπαρόχου πατέρα του Α.
Τ., ο οποίος μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1976 θάνατό του, όπως και ο ενάγων, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ποτέ δεν χρησιδέσποσαν σ'αυτό (επίδικο), ακολούθως δε αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή, μετά ταύτα δε δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ'ουσίαν εν μέρει, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο τμήματος του επιδίκου 59,65 τ.μ.
και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να του το αποδώσει. Η επίκληση από το Εφετείο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 εδ. προτελευταίο του Ν. 720/1977 και του άρθρου 28 ν. 1337/1983, για τον κοινόχρηστο ή μη χαρακτήρα του επιδίκου με βάση τις εν λόγω διατάξεις, ήταν πλεοναστική- περιττή, ενόψει του ότι τέτοιος ισχυρισμός- ένσταση περί κοινοχρησίας, με βάση τις διατάξεις αυτές ο εναγόμενος Δήμος δεν είχε προτείνει, τα δε σχετικά με τις διατάξεις αυτές πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στην προσβαλλομένη εκ περισσού, ως προκύπτοντα από τις αποδείξεις, και όχι προς στήριξη του διατακτικού της, αποτελούν δε πλεοναστικές αιτιολογίες που δεν δημιουργούν δεδικασμένο.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, οι διαλαμβανόμενες ,στον τρίτο ( με στοιχεία 2.2.) αναιρετικό λόγο, στο πρώτο ( με στοιχεία 2.2.1) σκέλος και στο δεύτερο (με στοιχεία 2.2.2.) σκέλος αυτού, αιτιάσεις, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ., διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.720/1977, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν.1337/1983, είναι απαράδεκτες, ως αλυσιτελείς.
Επίσης, η διαλαμβανόμενη, στον ίδιο ως άνω τρίτο (με στοιχεία 2.2.) αναιρετικό λόγο, στο τρίτο σκέλος (με στοιχεία 2.2.3.), πρώτο μέρος αυτού, αιτίαση, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολδΔ., ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα των 76,31 τ.μ., τόσο ως προς τον παράγωγο όσο και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας με αντιφατικές αιτιολογίες, και ειδικότερα ότι, αναφορικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα αυτού ( επιδίκου), δεν καθίσταται εφικτό να κριθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 εδ.
προτελευταίο του ν.720/1977 και του άρθρου 28 Ν.1337/1983, είναι απαράδεκτη ως αλυσιτελής διότι τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι αντίστοιχες, κατά τον αναιρεσείοντα, αντιφατικές αιτιολογίες ,που στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος Δήμος πρόβαλε την ένσταση ότι το επίδικο έχει καταστεί κοινόχρηστο με βάση τις εν λόγω διατάξεις, εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν δημιουργούν δεδικασμένο ούτε στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες, στον ίδιο ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο , στο δεύτερο μέρος του τρίτου σκέλους αυτού, επίσης από τον αριθμό 6 του άνω άρθρου, αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπείς -ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξιολόγηση 1) της από Φεβρουαρίου 2011 έκθεσης φωτοερμηνείας του δασολόγου - μελετητή Ι.
Κ., 2) του από Απριλίου 1998 (υπό έγκριση) ρυμοτομικού σχεδίου του μηχανικού Χ. Σ. και της αρχιτέκτονος Α. Κ., 3) των σκαριφημάτων που επισυνάπτονται στις αιτήσεις του ,για την έκδοση αδείας επέκτασης οικοδομής των ετών 1973-197, 4) των αποδεικτικών μέσων α)περί του χρόνου, του τόπου και της διάρκειας λειτουργίας του κατασκευασθέντος από αυτόν (αναιρεσείοντα ) βόθρου, β) περί της διέλευσης ή όχι από το επίδικο των αγωγών του κεντρικού δικτύου ύδρευσης, γ)περί της τσιμεντόστρωσης του επιδίκου από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου,5) του υπάρχοντος εντός του επιδίκου πρανούς ,6) του από έτους 1994 τοπογραφικού διαγράμματος Χ.
Ε., 7) των μαρτυρικών καταθέσεων, υπεύθυνων δηλώσεων ,φωτογραφιών, 8) του .../2001 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... Γ. Φ., που αφορά στο ακίνητο Γ. Κ. είναι απαράδεκτες, καθόσον οι επικαλούμενες ελλιπείς-ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αναφέρονται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση, σε <<ζητήματα>>, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ., αλλά σε πλημμέλειες που ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα, στη στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από τις αποδείξεις (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο πιο πάνω τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 Κ. Πολ. Δ.,που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.8 του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 2166/2009, 22/2005). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου προς υποστήριξη των απόψεών τους, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματικά επιχειρήματα) ή από τον νόμο (νομικά επιχειρήματα), ούτε η επίκληση του περιεχομένου εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων, έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 918/2017).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει τις πλεοναστικές αιτιολογίες εφόσον η μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή, αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.
ΑΠ 25/1994, ΑΠ997/2019). Με τον πρώτο ( με στοιχεία 2.1.1.) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι με το να δεχθεί ότι :<<η επίδικη εδαφική έκταση των 76,31 τ.μ. αφέθηκε από αυτόν (ενάγοντα- αναιρεσείοντα ) με τη βούληση ή την επί μακρόν ανοχή του στην κοινή χρήση, τουλάχιστον από το έτος 1970, για τη δημιουργία του δυτικά της ιδιοκτησίας του διερχόμενου δρόμου, αρχικά προς εξυπηρέτηση των παρόδιων ιδιοκτητών και εν συνεχεία για την κοινή χρήση όλων, επειδή τόσο ο αριθμός των κατοίκων όσο και οι ανάγκες διέλευσής τους αυξήθηκαν από το 1970 έως το 2010>> αν και, όπως υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό- ένσταση δεν είχε προτείνει ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος Δήμος στο Α' βάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγμα (αυτοτελή ισχυρισμό- ένσταση) που δεν προτάθηκε.
Επίσης, με τον δεύτερο (με στοιχεία 2.1.2) αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο (με στοιχείο Β) και το τρίτο ( με στοιχείο Γ) σκέλος, καθώς και με τον τέταρτο (με στοιχεία (2.3.) αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο (με στοιχεία 2.3.1) σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, και συγκεκριμένα αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί αφενός ότι δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί της κτήσεως κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα των 76,31 τ.μ., καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος τούτου με παράγωγο τρόπο ούτε και με πρωτότυπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία) και αφετέρου ότι το εν λόγω επίδικο είχε αφεθεί στην κοινή χρήση τουλάχιστον από το 1970 με τη θέληση του ενάγοντος.
Οι ανωτέρω λόγοι ως προς τις διαλαμβανόμενες σ'αυτούς αιτιάσεις, της παρά το νόμο λήψης υπόψη μη προταθέντων πραγμάτων και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθόσον, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, πλήττουν τις πλεοναστικές αιτιολογίες αυτής, η δε κύρια αιτιολογία αυτής , που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ότι δηλαδή ο ενάγων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο.
Άλλωστε, η προσβαλλομένη, διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος( στο σύνολό του) αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι. V . Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 160/2019,547/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο( με στοιχεία 2.3.) αναιρετικό λόγο, με το δεύτερο σκέλος (με στοιχεία 2.3.2.), κατά το πρώτο μεν μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο επί του επιδίκου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 1046,1048,1051,1054,241,243 Α.Κ., περί χρησικτησίας, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο ενάγων δεν κατέστη κύριος τούτου (επιδίκου) με χρησικτησία (τακτική αλλιώς έκτακτη), παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ήτοι η διενέργεια εμφανών πράξεων νομής επί αυτού από τον ενάγοντα, όπως κατασκευή και λειτουργία βόθρου, τοποθέτηση γεωργικών μηχανημάτων, ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κατά το δεύτερο δε μέρος του ίδιου ως άνω δεύτερου σκέλους του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 5α'του άρθρου 560 ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του <<πράγματα>> μη διαλαμβανόμενα στις κατατεθείσες στο Α/βάθμιο Δικαστήριο προτάσεις του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου Δήμου, που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ειδικότερα, παρά το νόμο, δέχθηκε τον ισχυρισμό περί διακοπής της χρησικτησίας, που καταλύει την επικουρική αγωγική βάση περί κτήσεως της κυριότητας από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), με τις γενόμενες από αυτό (Εφετείο) παραδοχές ότι επί της επίδικης εδαφικής έκτασης των 76,31τ.μ.
χρησιδέσποζε ο εναγόμενος Δήμος, χωρίς, ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός να έχει προταθεί από τον αναιρεσίβλητο- εναγόμενο, Δήμο ... με σχετική ένσταση στο Α/βάθμιο Δικαστήριο και να έχει με λόγο εφέσεως επαναφερθεί στο Εφετείο. Οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν μόνο την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που έχει σχέση με τον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας (χρησικτησία) επί του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα και στηρίζει την επικουρική αγωγική βάση.
Η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που συναρτάται με την κύρια αγωγική βάση, και αναφέρεται στην μη κτήση από τον αναιρεσείοντα της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Επομένως, ο πιο πάνω τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, η από 28-12-2014 ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., παραβόλου. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε δεν θα επιδικαστούν, διότι λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2017 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 125/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ